Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

ΠΑΝΟΣ ΜΠΟΥΣΑΛΗΣ (5)

                                             Συγγρού


Είναι μέσα μου ποτάμια

που χρειάστηκε να αποξηράνω

για να γίνουν δρόμοι

Δύσκολο

Και τι ειρωνεία,

συχνά,

κάποιο όχημα

έχει μια βάρκα πίσω του και τη σέρνει



                                            Ενδοχώρα


Μπορείς να πιάσεις τα χέρια μου;

Είναι λίγο κρύα, συγχώρεσέ με

Πέρασε καιρός από τότε

Είναι αλλιώτικες οι λέξεις

άμα τις λές από μακριά

Σε θυμάμαι σ' αυτό το κρεββάτι, μ' αυτό

                το κομοδίνο κι αυτά τα δάκρυα

Κι ύστερα θάλασσα

Καταρράχτες

Φως

Και μετά;

Θα συναντιόμαστε ερήμην μας, κάθε που

οι γλάροι θα μπαίνουν στην ενδοχώρα



                                                Έξω από μένα


Έξω από μένα είμαι εγώ.

Μέσα μου, ρόλος που εποπτεύεται.

Απελπισία ένα ρούχο που καίγεται, ένα σώμα

                                                    που πέφτει.

Κάποιοι σέβονται μόνο την απόσταση.

Αγαπούν τον ξένο.

Κι όταν γίνεις κι εσύ ξένος, λένε:

"Αυτόν τον γνωρίζω καλά"...



                                                        Φωτογραφία


Ξυστά από το φρύδι του φεγγαριού

ένα αεροπλάνο δραπετεύει απ' τη νύχτα

Μια γρατσουνιά στο εύθραυστο γαλάζιο

Αιμορραγεί στη δύση ομορφιά

Ο πλάτανος ήταν εδώ πριν απ' την καμινάδα

Η καμινάδα ήταν εδώ πριν απ' τα σύρματα

Ο ουρανός, άλλοι λεν πως ήταν πάντα εκεί

άλλοι, πως σήμερα μόλις τον επινόησε

                                        ένα σπουργίτι



                                 Ο Νέος Άνθρωπος


Και ξαφνικά 

Σαν να πέρασαν από πάνω μας αιώνες

Στην αφύλαχτη διάβαση μιας επετείου

Γιορτάζαμε θυμάμαι τη γέννηση ενός παιδιού που θα σταυρωθεί

Φέτος μην το σταυρώσουμε, πρότεινε κάποιος

Κι ας μη σωθούμε

Ας σωθεί το παιδί


(Η Κουδουνίστρα του ήλιου, Άπαρσις 2021)



Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ (6)

 

Μάταιες ακροάσεις


Ι

Στη στερνή λουρίδα μιας νωπής ανάμνησης
ξυπόλητη,
με βήμα σημειωτόν
με προσπερνούσαν τα πράγματα.

Μάταιη και η εγκαρτέρηση
για δυο χρυσά σαντάλια
και μια ακρόαση από σένα.

Βυσσινιές ανθισμένες τα χείλη σου
ψέλλιζαν προσευχές με τη συνοδεία
ενός γραμμοφώνου κρυμμένου
στον κορμό μιας ακακίας
που έσβηνε κάθε ταλάντωση του χρόνου.


ΙΙ

Άλλοτε πάλι
μετά από φορητές νύχτες
σε κήπους σπαρμένους με τραγούδια,
έρχονταν δυσκίνητα τα μεσημέρια
με ειδήσεις
από μέρη όπου συρρικνώνονταν τα καθημερινά πράγματα.

Τα δάχτυλά σου
πέντε μικρά στρατιωτάκια
έχυναν το αίμα τους
σε λευκά πεδία μαχών.

Έξω από το σπίτι
ολόκληρη η νύχτα μια αχίλλειος πτέρνα
έπαιρνε λίγο να κοκκινίζει.



Λεπτοδείχτης ο χρόνος


                                                Με τα πρώτα κρύα
                                                οι ίσκιοι των δέντρων
                                                προμήνυαν την ερημιά των ποιημάτων.


Ακινητοποιημένος ο χρόνος
σφυρηλατούσε μορφές στην πέτρα
οι ώρες μου κλαίγανε πάνω στο στήθος του φεγγαριού.

Χάθηκε ο λεπτοδείχτης της μνήμης μου
κι ούτε ο Αύγουστος μπορούσε να με παρηγορήσει
προσφέροντάς μου μια αναμάρτητη πανσέληνο
με ξελογιασμένα άστρα.
Τα ξημερώματα
τραβούσα κατά τον ήλιο
κι άρχισα να ζωγραφίζω πάλι τον έρωτα
στα σκοτωμένα αγάλματα.



Πεταλούδα στα χείλη


Το τέλος ακόμη μακριά
ακινητοποιημένος ο χρόνος
μοίραζε ώρες σε αποκόμματα εφημερίδων
ξέβραζε πτώματα με λάμψεις ψαριών.

Τα χείλη μου τσιγάρα
έκαιγα ξάστερες λέξεις.
Τα τζάμια του κήπου νοτισμένα
δεν έδειχναν τίποτα απ' έξω.

Σταμάτησαν όλα.
Το τέλος ακόμη μακριά
σκοτωμένα φύλλα στα χέρια μου
και το ρολόι να δείχνει πάντα νύχτα.

Μαύρη πεταλούδα η ψυχή
βγήκε απ' το κουκούλι της
έκατσε πάνω στο μολύβι μου.




Προοπτικές


Ι

Κοιτώ τις ξεβαμμένες από ευτυχία γυναίκες
σε στάση νηστείας απ' τη ζωή.
Σκέφτομαι πως τίποτα
τίποτα
πια δεν περιμένουν.
Ούτε δάση
ούτε θάλασσες
ούτε ουράνιους θόλους
ζωγραφισμένους σε επίγειες σπηλιές.

Το λεωφορείο περιμένουν
να τις πάει σπίτι τους.

Τσαλακωμένα λάβαρα τα φουστάνια τους
στις χαρακιές της ζωής.


ΙΙ

Άλλοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά μου.
Παίζω παιχνίδια στο μυαλό μου
μ' όλα τα σακατεμένα σώματα που συναντώ
σκέφτομαι αν ταιριάζουν με το δικό μου.
Με την πρώτη ευκαιρία ερωτοτροπώ
χάνοντας έννοιες και ορισμούς.
Χάρτινοι οι ορίζοντες γκρεμίζονται
φαίνεται το ψεύτικο από πίσω.

Γίνομαι τότε ξαφνικά το νοτισμένο τζάμι
σε αστικό λεωφορείο
ζητώ εσένα
να χαράξεις ένα σύνθημα επάνω μου
μια λέξη
και μέσα από αυτή
να βλέπω το τοπίο να κινείται.


(αναπαράσταση, εκδόσεις Πικραμένος 2019)

Edward Hopper- Room in Brooklyn





Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ - ΑΝΑΓΛΥΦΗ (εκδόσεις ΡΩΜΗ 2021)

                         

                                                  Ρομαντισμός


Δεν την ξεχνώ, στο μυαλό μου κοιμάται, έχω κλειδώσει τα χέρια της στις πιο αιχμηρές του γωνίες. Εκείνη περπατά στον λαβύρινθο, στα όρθια σύμβολα κοιτώντας πάντοτε κάτω. Οι κόρες των ματιών της γυαλίζουν, σχηματίζονται μέσα τους ευθείες γραμμές. Τις σχεδίασα προσεκτικά με τον χάρακα και φύτεψα στο μήκος τους ωραία λουλούδια, για να 'χει κάτι να βλέπει στο δρόμο, να ξεχνά το φόβο που της κλείνει τα πέταλα. Έκοψα κι ένα φεγγάρι στρογγυλό και το κρέμασα δίπλα της, έτσι, για να ξεγελιέται.



                        

                                                       Μάχες


Προχωρούσε μπροστά και την ακολουθούσε μια πομπή από φωνές που διηγούνταν όνειρα κι ιστορίες. Πύκνωναν, πύκνωναν, γίνονταν μάχες, σε κάθε πτυχή του μυαλού έστηναν στρατόπεδα. Έβγαιναν τότε οι στρατηγοί με τις στολές τους, περήφανοι, με ψεύτικα όπλα έδιωχναν τους εφιάλτες. Δίπλα τα έντομαι κι οι σαύρες γελούσαν, γελούσαν. Οι λοχίες, χαμένοι, έπαιζαν με νεροπίστολα. Αόρατες ξαναγύριζαν οι φωνές στα περιβόλια. Κάτω απ' τα δέντρα, κούρνιαζαν γυμνοί στρατιώτες.


(Πρώτη δημοσίευση thraca.gr, 30/1/2020) 



                                                         Δάκρυα


Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ' άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράγματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι, ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ' τα μάτια της κι εξατμιζόταν.


(Πρωτη δημοσίευση andro.g, 23/6/2019)



                                                       Μουσική


Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ' αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ' τον θώρακά της.



                                                       Ψευδαισθήσεις


Προχωρούσε μπροστά ενώ το αυτοκίνητο με τα μεγάλα φώτα διέσχιζε το σώμα της δείχνοντας τον Δρόμο. Ύστερα άρχισε να πλέκει από το δέρμα της ρόδες, καρφωμένο σαν σημαία στην κορυφή του βουνού. Απο κει μπορούσαν να βλέπουν το φως του οι Απελπισμένοι, ξαναβρίσκοντας το Χαμένο Μονοπάτι, να πέφτουν στα γόνατα με την Αιώνια Πίστη πως ο Θεός αποθέτει πάντα στο πλευρό τους κάθε Τετέλεσται.


(Πρώτη δημοσίευση diastixo.gr, 23/2/2019)





Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ (7)

 

το τίμημα


με γέννησες κουτσόν και με γυρνούσες

σε φρούδες κλινικές τη μια μετά την άλλη

ιερός σκοπός σου αγίαζε τα μέσα

ανάγκη πάσα να γλυτώσεις το παιδί σου

γιαυτό δοκίμαζες του κόρασμου τις ενέσεις

να σπάσεις την αρχέγονη άρνησή μου

τη θέλησή μου βράχο να εκτινάξεις

να ενδώσω στις ορέξεις σου αναντίρρητα

ωσότου πέτυχες κάπως να ισορροπήσω

αν και υποδέχτηκες καγχάζοντας θυμάμαι

της έμπνευσής σου το σπασμένο βήμα


κόντρα στην κόντρα χρόνο με το χρόνο

δεν άντεξες πολύ στην περιφρόνησή μου

ρακένδυτη κατέληξες ζητιάνα στη γωνιά

τον οίκτο εκλιπαρώντας των περαστικών

που ηχούσε νόμισμα σε τσίγκινο κουτάκι

σειρά νομίσματα όπως πολλές οι μέρες

οι ώρες τα λεπτά τα δευτερόλεπτα

επαίτης άρχισες ξανά να απαιτείς

κι έτσι άπληστη ως είχες συνηθίσει

δεν πρόφταινες το ύφος σου ν' αλλάξεις

την ύστατη στιγμή που έστριβα στο δρόμο


το ίδιο έχιδνα σε γνώριζα κι εδώ

το αυτό φαρμάκι έσταζε η ματιά σου

βαθιά με νάρκωνε το μητρικό σου φίλτρο

κι όταν παραδομένος και απαθής

πλησίαζα κι ενώνονταν οι σκιές μας

στα χείλη σου έφερνες χωνί τα δυό σου χέρια

φυσώντας στα καλάμια των ποδιών μου

τον αποτρόπαιο βαθύ σκοπό σου


για να με βλέπεις πάλι να κουτσαίνω!

                                                        [ο βυθός μου τα πράγματα, 1985]



η φωνή μου το χιόνι


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού

αφετηρία της την άναρθρη κραυγή

ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει

παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας

στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα

με ματωμένα πέλματα επιστρέφει

την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

χιόνι που χώνεψε ώς τη ρίζα μου λυγμός

παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει

                                                    [ο βυθός μου τα πράγματα, 1985]



επιτάφιο δειλινό


αχ, δίχως τίποτα θα φύγουμε στο δειλινό αγάπη


κι αν κράτησα το χέρι σου σφιχτά κι αν

κάποτε πυρετικά τα δυο σου χείλη φίλησα


πια δεν εγγίζει τον νεκρό καν μία μόνη φλόγα


σε ποίημα επιτάφιο με λέξεις για λουλούδια

σκόνη στα περιθώρια αιματωμένων δρόμων


θ' αρκέσει η κατάνυξη στερνής περιφοράς;-


ώς να γυρίσεις στον ναό τρων σίδερα οι καμπάνες


απρίλης¨ και η λύπη μου στο πένθος πασχαλιά!

                                                                           [περ.Πάροδος]



χειμώνας


άγρια τα χιόνια μάνα να τυλίγεσαι καλ΄

και το καντήλι σου τ' αφήνω πάντα αναμμένο

σαν την ξυλόσομπα που δίπλα της κουρνιάζαμε παλιά

με ξέσκεπα πειράγματα μ' όμορφα παραμύθια

κουτσά -στραβά τα βόλεψα τρέμ' όμως μη λυγίσω

μην αφεθώ στα κλάιματα κι ορμήξουν ποταμός

σου 'φερα κάστανα ψητά τ' αγόρασε ο πατέρας

έλα ξεφλούδισέ τα τσούγκρισε μια ρακή

δες πως μανιάζει ο άνεμος θα ξεριζώσει δέντρα

πάλι φωλιάσανε πουλιά στο μαύρο κυπαρίσσι

το τι παθήματα σου λεν'; τι νότες τούς ξεφεύγουν;

σουρούπωσε για τα καλά θα πεις την προσευχή σου;

να μη φοβάσαι μοναχή ψυχή μου καληνύχτα!

                                                                    [περ. νέα εύθυνη]



νόνα


σκύψε ξανά στον τάφο να ειδωθείς

(εκεί μπορώ να ντύνω το ζητιάνο)

σ' ελεημοσύνη απατηλή να απλωθείς

να με πατάς με μιαν αντάρα κι από πάνω


αχ ουρανέ μου ενσάρκωση του τρόμου

γης που με καις -μονάχα γη

πρώην γιαγιά

ίσως απόψε δεηθώ στον διάβολό μου

από το απίθανο να βγω στο πουθενά:


"το καλό μου το παιδί

έπεσ' από το σκαμνί"

-χρόνους ψάχνει για στρωμνή-

"τσάκισε το γόνα του"


κλαίει, κλαίει μόνος του

                                        [ο κυρίως ναός, 2006]


Θερμοπύλες μου οι μνήμες


η ασίγαστη λάμψη γεννιέται στο χτες

και παιδί δεν αφήνει ξανά να μου κλέψουν

(των νεκρών αποστόλων τους δώδεκα ήλιους)

με την τρέλα φεγγάρι στων φίλων τα μάτια

προσανάμματα ρίχνει -χλωρό με κρατούν-

Θερμοπύλες μου οι μνήμες στην άσβηστη φλόγα

του Λεωνίδα οι τρακόσιοι μου μέχρις ενός

στις επάλξεις που μπόρεσα πέφτουν μητέρα


πάλι μόνος στην πόρτα τού πρώτου θανάτου

να χωνεύω κουρέλι σε αγρούς πορφυρούς

του βυθού μου αρράγιστες σφίγγοντας ρίζες

στα κρυφά που με σφάζουν ναυάγια πρηνής


-υπερπόντιο θηρίο ή θεός στερημένος;-


Εφιάλτης στο πέρασμα κρύας αυγής

                                                        [τα επόμενα πένθη, 1997]



ο Τειρεσίας πρωθύστερος


κάτου από φυλλοβόλα πένθιμη μία βελανιδιά



μονάχος του στη γη επισκέπτης ο Οιδίπους

ενόφθαλμος ξεκλείδωνε το αίνιγμα απορών

που τόσον αίμα διέκρινε στη μοίρα των ανθρώπων


το έλυσε; δεν το έλυσε; το πήρε το ποτάμι

κι όλω απότομα η κατρακύλα του νερού;

ή στο ασημί φυγάδευσεν ο ουρανός φεγγάρι;

κανείς δεν το 'μαθε ποτέ - και μόνον ασαφής


ο αγέρας όπως σάρωνε τα φύλλα μαντοφόρα

πέτρα στην πέτρα κι ανά αιώνα καταβύθιζεν

μια μια τις έξι εκπάγλου καλλονής άλλοτε πύλες


στην έβδομην αοιδός τυφλός ο ποιητής εστάθη


μ' ένα ραβδί στο χάλασμα θρήνους χρησμοδοτούσε

                                                                        [περ. Ακτή]


(χώμα με χώμα η μάχη, Ρώμη 2019)


Vincent Van Gogh - Bedroom in Arles

                            



Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

ΛΙΑΝΑ ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ (7)

                 

                ΣΥΝΑΡΜΟΓΗ


Στον πατέρα μου άρεσε η εικόνα της.

Ήμουν ζωντανή, δεν ήταν ζωγράφος.

Μόνο αυτή διαρκεί, μου ψιθύριζε.

Με κρατούσε στην αγκαλιά του σφιχτά

όπως ο Τσέκολι το καβαλέτο.


Διακρίνεις την κρυμμένη πηγή;

Μέσα στο στόμα του λιονταριού;

Στο προαύλιο, δίπλα στους τάφους;

Ίσως βαθιά στα πλατάνια;


Διάλεξα την πηγή υπαίθρια

αφού η παλάμη του με την

ατάραχη γραμμή της ζωής

θα κρυβόταν πάντα

πίσω απ' τον πίνακα.



                Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


 Την πίνει

και νιώθει

τον φλεβικό της βόμβο


καθώς οι μουσούδες

ψάχνουν τη γεύση του άγριου

το ρίγος


την πίνει

και αυτή νιώθει

πηγή


λιώνει το χιόνι

τα συμπιεσμένα μέταλλα

ρέουν


τότε ρηχή λιμνούλα

έπειτα

ο αντικατοπτρισμός -


η τέλεια συμπλήρωση

της γλώσσας

όπου οι νάρκισσοι χυμοί


στον εαυτό τους

χάνονται

μέσα.



                Η ΒΑΡΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ, ΠΟΡΟΣ 1952


Τη βλέπει απ' τη στεριά να σχηματίζεται

μια ψάρι, μια γοργόνα

και ξέρει πως κάτι στην αγάπη

είναι σκληρό και απόμακρο.


Είναι ψαράς και άντρας -

τον ταράζει η κίνησή της

στον ήρεμο Σαρωνικό.

Σε λίγο το τραγούδι του πόθου


σε λίγο η βουτιά¨

η βάρκα την αγγίζει

το δίχτυ τη φλογίζει


γίνονται ρίγη

φάσματα του χρωστήρα

γέννες του φεγγαριού.



                    ΣΤΙΛΠΝΟ


Κάθε πρωί στην παραλία

μάζευα σκαρτσίνες για δόλωμα.

Γεμάτος φύκια

σαν τα μαλλιά πνιγμένης ο βυθός.

Φοβόμουν να χώσω τα πόδια μου μέσα στα φύκια

μήπως οι σμέρνες και οι ψαλίδες τα δαγκώσουν.


Πιο πάνω ιππόκαμποι

μικρόφτεροι, καμαρωτοί,

γαριδούλες διάφανες

τόσο κοντά στο μπλε.


Ο βυθός έχει αλλάξει.

Αυτά έχουν πια χαθεί.



                    ΛΟΥΤΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΕΣ


Το θαλασσινό μπάνιο ήταν το γεγονός της μέρας.

Χάριν αυτού ένα ιδιωτικό θέμα κοινοποιείτο

χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Δεν κάνει μπάνιο σήμερα,

είναι αδιάθετη, συνοδευόταν με το κλείσιμο του ματιού.

Έτσι όλοι οι μεγάλοι ήξεραν τον κύκλο του σώματός μας

και τ' αγόρια ένιωθαν πόσο ευαίσθητες ήμασταν στον καιρό,

πόσο εύκολα κρυώναμε στη θάλασσα

και μας πονούσε το στομάχι.

Κλεινόμασταν λοιπόν στο σπίτι,

παίζαμε επιτραπέζια και

προσποιούμασταν τις λυπημένες.

Απέξω η άλλη θάλασσα

σάρωνε τα μυστικά των λουομένων.



                ΠΥΛΗ


Όλη τη νύχτα πλάι του

στο ατέλειωτο πυροφάνι

ξοδεύω την άμμο


ξοδεύω το λάδι

σ' έναν όρμο, όπου εξαφανίζεται

η Κοιμωμένη.


Δώσ' μου το χέρι σου, παιδί μου,

ο καιρός πια ευνοϊκός.


Όμως εγώ προσέχω τον γκιώνη

και είναι αλάνθαστος κι είναι κοφτός

και δεν σαλεύει.



                Η ΚΑΛΑΥΡΙΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΝΙΩΣΕ, 1949


Η μητέρα πεθαίνει και ο γιατρός μάς σύστησε

σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

οι κουρτίνες του ν' ανοιγοκλείνουν στην αύρα.


Αν κάποιος καλπάζει κάτω από τις λεμονιές,

το μαξιλάρι θα μυρίζει χλωρά κλαριά.


Τύχη, μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, κάρμα, κισμέτ;

Πες το όπως θες.

Βρήκαμε το σπίτι του.


Οι κλωστές μου κέντησαν

το σώμα του. Γίναμε ταίρι.


(Όπου φυσά γλυκά η αύρα, Gutenberg 2017) 


Marc Chagall-The Dolphin and the 300 Drachmas


Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ (7)

 

[family outlet]


στο τέλος της μέρας

ήταν δύσκολα στο σπίτι

όταν περνούσε το τρένο

και προσπαθούσε να ισορροπήσει

στις πρόχειρες ράγες

που είχαμε στήσει στο πάτωμα

έκανε φασαρία δαιμονισμένη

εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ' τον καναπέ

συνήθως δεν το προλαβαίναμε

μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα



[ουσίες]


μην πίνεις

έλεγα

θα πεθάνεις

το χειρότερο

όταν φύγεις

δεν θα 'σαι πια εσύ

άλλη θα πεθάνει 

στη θέση σου


άστο καλύτερα

απάνταγε εκείνη

κλείσε το παράθυρο

κάνει κρύο

χτες άναψα το τζάκι

είδα ειδήσεις

είχα καιρό να δω

δεν σε πειράζει που γελάω



[παραγνωρισμένα]


έχω κάτι φίλους ποιητές

εύθραυστους

μοσχαναθρεμμένους

μου λένε

το τάδε ποίημα μου

πολύ καλό

μπήκε εδώ

μπήκε εκεί

και με κοιτούν κατάματα



[κόκαλα]


έτσι που συρρικνώθηκα

να μην ενοχλώ

λέπτυναν τα χέρια μου

ούτε μολύβι να πιάσω

πέρασε χρόνος

έγινα λιγότερη



[γκούσταβ]


σε κάτι αλλοτινά γενέθλια

μου χάρισαν έναν πίνακα του Κλιμτ

όχι αυθεντικό μη φανταστείτε

μια αφισούλα μεγέθους α4

μαύρη κορνίζα μαύρο φόντο

με τις χρωματιστές ψηφίδες του ζωγράφου

όπως τις είχε βάλει στο φιλί

έμεινε ξεχασμένο σ' έναν τοίχο

μόνο μακρύτερα από τ' άλλα

καμιά φορά περνούσα και το έβλεπα

ο αδάμ πίσω να κρύβεται

να δίνει στην εύα όλο το χώρο

πέρασαν χρόνια ώσπου να μάθω

πως ποτέ δεν το τελείωσε

πέθανε -λέει- και το άφησε μισό



[η πανίδα του ηλιακού]


δυο γεράκια

μια καρακάξα

κι ένας γλάρος

σημαίνει

μένω μαζί σου

πεταρίζει χαρούμενα

η μαύρη

ανάμεσα



[στρείδι]


δεν χρειάζεται μαχαίρι

αν το κρατάς

και τραγουδάς

ανοίγει



(Η μαύρη ανάμεσα, εκδόσεις Κύμα 2018)


Gustav Klimt- Adam and Eve







Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ (5)

 

προοίμιο για μια εποχή


μη με μαρτυρήσεις, ψέλλισε

σταύρωσα φίλησα τα δάχτυλα

το παιδί έτρεξε

το σκυλί συνέχισε να γλείφει

κανείς στο απέναντι παράθυρο

Σταδίου άδεια


κοίταξα μια το μαδημένο πεζοδρόμιο

και μια την πόλη που ψυχορραγούσε


αύριο η θάλασσα θα έμπαινε στα σπίτια



γράμμα στους φίλους


αυτό ήταν λοιπόν;

τη φάγαμε όλη την ποίησή μας;

τα αποκηρύξαμε τα αθώα βράδια μας;

τριάντα γίναμε και δεν αλλάξαμε τον κόσμο τι περιμένεις

ευαισθησίες ζουληγμένα φρούτα σε κοφίνια παλιά

μια δουλειά ή παιδιά κι όχι πως

παιδιά να μείνουμε ακόμα

μέσα στις κάπες τους οι πιο πολλοί

κρύβουν αυτιά και μάτια

όλοι έχουν να μοιράσουν κι από έναν πόνο

ξέπνοοι κι ευγενείς

γράψαμε πάνω μας χίλιες φορές

μουτζουρωμένοι


μέσα σ' αυτούς τους ήρεμους

τους γλιτσερούς μαύρους κόλπους

κοιμάται η αγάπη μου

το πρώτο άλφα της στάζει

απ' όλες τις βρύσες του κόσμου

τριάντα γίναμε να τον αλλάξουμε

τώρα γέρνουμε πάνω από χείλη και σώματα

τόσο σίγουροι

σκύβουμε πάνω από ιδέες στα τραπέζια

για να μην τις ξεχάσουμε μόνο

αυτό ήταν λοιπόν;

τη φάγαμε την ποίησή μας;

πώς έγινε έτσι και τα ανακαλύψαμε όλα;


κάνει ένα κρύο σαν τρίτης μέρας χιόνι

στον κόσμο δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο

εκείνο το τίποτα ανάμεσα στ' αστέρια

τώρα πασχίζω να γράψω ένα ποίημα για την αγάπη μου

κι όχι για κείνους που μοιραστήκαμε ένα κομμάτι σιωπή

ζόρικες μέρες και λερωμένα χέρια


ησυχία σάς λέω

κοιμάται


- τι ψύχρα κάνει ρε αγάπη μου στις πέντε η ώρα -



δέκατο τρίτο υπόγειο


τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς

τρεις σειρές δόντια καρφωμένα

πάνω το πιο κουρασμένο χέρι

τα μάτια της

γράφουν όλο το σκοτάδι του κόσμου

στάζουν οξύ να γεμίζουμε τα ποτήρια

κλείσε τη μύτη και πιες το

πιες θα σου κάνει καλό

τι φοβερό το πρόσωπό της


ζωγραφιζόταν καμιά φορά

στον τοίχο του παιδικού μου δωματίου

το έχω δει και στα μάτια σου

όταν αγριεύουν οι νύχτες

κι ανάμεσα στις ξεχασμένες μολότωφ

που σαν κεράκια για τις ψυχές

αργοσβήνουν στην άσφαλτο

μα πιο συχνά

το βλέπω στον καθρέφτη

τότε ανάβω όσα πιο πολλά φώτα μπορώ

και πλένομαι πλένομαι πλένομαι

ύστερα κάνω ασκήσεις λήθης

να ξεχνώ

να ξεχνώ

να ξεχνώ μόνο


τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς 

ψάχνω ένα χέρι

να μου σκεπάσει τα μάτια



λίγα λόγια για τη γυναικεία ποίηση


τα 'χα κοπανήσει πάλι

κλείδωσε την πόρτα

και κάναμ' έρωτα

σταγόνες από το σάλιο του

βούιζαν στ' αυτιά μου

έκανα πως περίμενα

έκανα πως δεν είχα

τίποτα να κρύψω

παρά μόνο εκείνα

που κανείς δεν άκουγε

ύστερα

έκανα πως γελούσα


τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τρομάζω

είναι φοβερό να γράφεις ποιήματα

μπορούν να σε καταπιούν

ή να σε γδύσουν

να κατασπαραχτείς


κάποτε μου είπαν για ένα τρελλό

χάραξε την ιστορία του στο δέρμα του

κι ύστερα αυτοκτόνησε από ντροπή

μπρος στην παλιά του αγαπημένη


κοίτα με

το χαρτί μου έγινε δέρμα

ίσως να είναι αυτό τελικά τα ποιήματα

ίσως να είναι

                    άλλος ένας τρόπος

                                                να πεθάνεις



να μη συνηθίσουμε ποτέ


από κείνο τον τόπο ήταν περαστική

μα τώρα που το ξανασκέφτομαι

από όλους τους τόπους ήταν περαστική

από όλες τις φωτιές

όλα τα μάτια

από αλλού και για αλλού

συνήθιζε να λέει

και συνήθιζε

να μη συνηθίζει

πράγμα οξύμωρο

όπως ακριβώς η συνήθεια

όπως ακριβώς να αργοπεθαίνεις σε οχτάωρα

σκοτώνοντας τη λίμπιντο

σκουριάζοντας τους μύες

και παραλύοντας 

κάθε σημάδι φαντασίας


απ' τη ζωή λέει ήταν περαστική

φορούσε κάθε βράδυ κι ένα άλλο παραμύθι

κι έβγαινε στη βροχή

έτσι σα συνήθεια

πράγμα οξύμωρο

όπως ακριβώς

η συνήθεια

όπως

ακριβώς


(Ιστορίες απ' το Ονειροσφαγείο, Μανδραγόρας 2014)


Leonor Fini - End of the World





Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΑΒΕΡΜΠΑΧ (4)

                                                                                     Περί ποιητικής: ο τραγικός 

                                                                                   με τις περιγραφές του ήρωά του

                                        

                                         Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ


Αποφάσισα να χειραγωγήσω

στην απολυτότητα της μοναξιάς μου

το πιο σπουδαίο έργο.

Είναι πιο εύκολο -νομίζω για μένα-

να ξεχνάω παρά να θυμάμαι.

Το κλάμα γίνεται ένα ησυχαστήριο

κι εσύ δίκαια έρχεσαι κάθε βράδυ

και με λυγμούς παραδέχεσαι τον ρομαντισμό μου.

Προφανώς υπάρχει ματαιότητα

που σε αναγκάζει να σωριάζεσαι

με την επίφαση της άνοιξης.

Άνοιξα και έκλεισα αμέσως

τη μνήμη μου, εξιλεώθηκα.

Αυτό που σιχαίνομαι

από τον άνεμο είναι ο εγωισμός του

κι εγώ είμαι ελεύθερη σα τ' αηδόνι.


                                            

                                            ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

                                                                                                

                                                                                               Μνήμη Νίκου Καρούζου


Ήταν σα να τρεμουλιάζαμε

με έναν λόγο αγκαλιά,

ακέφων ο επιβάτης.

Είθε μια σκιά συγκίνησης

και το πένθιμο σώμα μιας άγνωστης

για να παραδίνομαι σε σπαραγμούς

δίχως την Εξήγηση της θύελλας.


Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα,

Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα

               ΣΑΝ


                ΝΑ

                

                ΜΗΝ


                ΥΠΗΡΞΑΜΕ


                   ΠΟΤΕ




                                    ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΥΣ


Ούτε που ταραχτήκαμε απ' το ανώφελο,

αν το μέσα μου μιλούσε

μάλλον θα έτρεχε ζαλισμένο στη βροχή.


Ας αφεθούμε στο ουρλιαχτό μας επιτέλους

χωρίς να μένουμε καθισμένοι

με τα νυχτόβια τρέμουλα.


Την ομίχλη να την προσπερνάς

μόνο εκεί έχει απέραντη ομορφιά

-δεν έχουν πυροβολήσει ακόμα προς το μέρος μας-


Το πρόσωπό σου είναι ένα κάτασπρο πουλί

που σύντομα θα έχει εξημερωθεί.


Ερημωμένος-Συντετριμμένος απ' τον τελειωμό μας.


Δίχως καμιά ενοχή

κοιτάμε κατάματα την απιθανότητά μας

και δεν εγκαταλείπουμε,

για ένα όνειρο παραμένουμε.


Θα υποδυθώ έναν ήρωα από τα παιδικά μου χρόνια

η τόλμη της νιότης μάς αφήνει πάντα ελεύθερους.

Διότι στο τέλος, γονατισμένοι απ' το φόβο,

λαχταράμε μιαν απόδραση.




                                ΠΟΛΛΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟΨΕ


Κρατάω σημειώσεις

από μια φανταστική έκρηξη.

Λοιπόν

καταλήγουμε στο πουθενά,

εκεί που θα μας δαμάσουν τα πάντα.

Είμαι η έντρομη αίσθηση

ερχόμενη απ' το στήθος σου, δεν σε υπακούω πια

περιστρέφομαι ολόκληρη με ένα πουλί βουβό.

Όταν με αφήνεις στην τελευταία κατηφόρα

πλένω με αίμα τη συνείδησή μου.


Αν πράγματι όλα είναι τόσο απλά

γιατί δεν φεύγουμε;

Προς τα πίσω ίσως να είναι καλύτερα

αφού στο τέλος μόνο τους νικητές αγαπάτε.

Η παραδοχή είναι η μόνη μου λύση

θα δω το μέσα μου αλλιώς για πρώτη φορά

αλλά είμαι αρκετά εγωίστρια

για ν' ανήκω στα σκοτάδια τους,

θέλω όμως να προλάβω ν' ανατιναχτώ!

Έχω ένστικτο μεγάλο

το ηλιοβασίλεμα δεν θα το ξαναδώ ποτέ

τί άλλο να περιμένουμε τώρα

χθες κάναμε μια όμορφη ερωτική πράξη

και έχω εξουθενωθεί.


(Απώλειες, Θράκα 2019)


Edvard Munch-The Loneliness of the Soul



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

ΜΑΡΙΑ - ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ (6)

 Ήρθε ένα κακό μαντάτο

φωνάζοντας το όνομά μας

κάτω από το μπαλκόνι

το σώμα σου

κορμός δέντρου

με ξεφλουδίζει

το χρώμα σου

γκρι

ξύλο το κούτελό σου

το προσκυνούσα συνεχώς

εκείνη την ημέρα

η μητέρα

βουβός θρήνος

έστεκε από πάνω μας

Ακανθώδες το μουστάκι σου

μικρά κλωνάρια

τα παίζω με τα δάκτυλά μου

ξύπνα μπαμπά

χάνεις την τελευταία σου παράσταση

ξύλινη ερμηνεία


                                                            *


Μαμά θυμάσαι;

όταν μου έστυβες πορτοκάλια;

σου ζητούσα

να στύψω κι εγώ μαζί σου

αλλά μικρό το χέρι μου

μεγάλο το πορτοκάλι

έβαζες το χέρι σου

πάνω στο δικό μου

για να με βοηθήσεις

με τη δύναμη

αλλά εγώ πονούσα

το χέρι μου

έτσι

και σήμερα με τη μικρή

Όχι

όχι 

δεν έβαλα το χέρι μου να τη βοηθήσει

έμαθα


                                                                        *


το βλέπεις

το πράσινο

εκεί

τα δέντρα

αν περάσει το βλέμμα σου

τον διάδρομο

τον ορό

τον ζελέ

το κρεβάτι

το παράθυρο

από πίσω του


                                                                        *


Ξημερώματα

εγκατέλειπα την κηδεμονία σου

στ' άψυχα λευκά ντουβάρια του Άγιου Σάββα

με φόβο

που σκάλωνε κάτω από τη γλώσσα σου

και ανέβαινε στο βλέμμα σου

ζητούσες να καθίσω

εξαντλημένη

έφευγα¨

μετά από δυο μέρες

κρεμάστηκες

από το τοπίο

που βρισκόταν κάτω από τα πόδια σου


                                                                    *


Ως συμβάν σε ανακοίνωσαν

στόματα -ειδήσεις

αρσενικό ή θηλυκό το σώμα;

Κανείς δεν έδινε σημασία

άνθρωποι πέρναγαν δίπλα σου

σε ταχύτητα φωτός

έλεγαν: "τι όμορφο ηλιόλουστο μεσημέρι Σαββάτου"

μα εσύ είχες ήδη αγγίξει

τα απόνερα

πάνω στις ράγες


                                                                         *


Δεν είναι

άσχημα

και τόσο μοναχικά

όταν στο τέλος

απομένεις

εσύ και τα λουλούδια σου


(Ρίζες, 24 γράμματα εκδόσεις 2019)


Edward Munch - Young Woman Washing Herself


ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ (5)

                                     ΓΕΥΣΗ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


Λιγόστεψε, εσώθη μου η φωνή.

Καταλαβαίνω τη γλώσσα μου ωμή.


Τώρα το λόγο έχει η νύχτα.

Τα δόντια της δείχνει και τα νύχια


σαν πάει μία λέξη να χαράξει.

Έτσι, έχω στα μάτια σου αράξει.


Το είδωλό μου μέσα τους μισό.

Τα λόγια που θα σου 'λεγα μασώ.


Έχω το βλέμμα ερωτευμένου

που γεύεται μια δόση πεπρωμένου.



                                        ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Στον κόρφο μου ζει ένα φίδι.

Μαζί μου ήρθε και θα φύγει.


Κόβει απ' τη σάρκα μου και τρώει.

Κουλουριάζεται στο ίδιο μπόι.


Με μάτια από φως κοκκινωπό

μέσα μου στάζει αίμα νωπό.


Ανοίγει νέες φλέβες, με πνίγει.

Το άδειο του δέρμα με τυλίγει.


Βουτώ στη θάλασσα της νάρκης.

Από φαρμάκι είμαι αυτάρκης.



                                        ΕΞΑΙΡΕΣΗ


Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.

Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς


δεν κατοικεί. 'Εφυγα κι έμεινε βορά

στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.


Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω

ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω


στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα -

ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.


Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.

Κατ' εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.



                                            ΧΑΝΤΡΕΣ


Το σκοτάδι μάς κοιτάει από παντού.

Το μόνο που σπάει το φράγμα του ορατού.


Τα μάτια του πετράδια από γυαλί.

Πράσινα, κίτρινα, μπλε, πορτοκαλί.


Όπως τα μάτια ανθρώπων που είχαμε

αγαπήσει όσο ακόμα υπήρχαμε


στο φως. Τα κοιτώ και μ' αποστρέφονται.

Τη νύχτα τα πάντα επιστρέφονται.


Χάντρες τα περνώ στου βίου μου το νήμα.

Παίρνω στο λαιμό μου όλο το κρίμα.



                                    Η ΜΟΥΣΑ


Ο ποιητής πάσχει από δόξα.

Σε κάθε ποίημα η ίδια λόξα.


Τη Μούσα κατηγορεί ευθέως

που δεν τιμήθη ως κορυφαίος.


Η επιθυμία κύκλους κάνει.

Μοναδική ελπίδα η κάννη.


Οι κριτικοί βοηθείας χείρα

τείνουν και η Μούσα του χήρα


μένει να περιμένει πάντα

τη δόξα και τον ανδριάντα.


(Απώλεια λήθης, Οι εκδόσεις των φίλων 2019)


Rene Magritte - Memory 1