Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ (5)

 

προοίμιο για μια εποχή


μη με μαρτυρήσεις, ψέλλισε

σταύρωσα φίλησα τα δάχτυλα

το παιδί έτρεξε

το σκυλί συνέχισε να γλείφει

κανείς στο απέναντι παράθυρο

Σταδίου άδεια


κοίταξα μια το μαδημένο πεζοδρόμιο

και μια την πόλη που ψυχορραγούσε


αύριο η θάλασσα θα έμπαινε στα σπίτια



γράμμα στους φίλους


αυτό ήταν λοιπόν;

τη φάγαμε όλη την ποίησή μας;

τα αποκηρύξαμε τα αθώα βράδια μας;

τριάντα γίναμε και δεν αλλάξαμε τον κόσμο τι περιμένεις

ευαισθησίες ζουληγμένα φρούτα σε κοφίνια παλιά

μια δουλειά ή παιδιά κι όχι πως

παιδιά να μείνουμε ακόμα

μέσα στις κάπες τους οι πιο πολλοί

κρύβουν αυτιά και μάτια

όλοι έχουν να μοιράσουν κι από έναν πόνο

ξέπνοοι κι ευγενείς

γράψαμε πάνω μας χίλιες φορές

μουτζουρωμένοι


μέσα σ' αυτούς τους ήρεμους

τους γλιτσερούς μαύρους κόλπους

κοιμάται η αγάπη μου

το πρώτο άλφα της στάζει

απ' όλες τις βρύσες του κόσμου

τριάντα γίναμε να τον αλλάξουμε

τώρα γέρνουμε πάνω από χείλη και σώματα

τόσο σίγουροι

σκύβουμε πάνω από ιδέες στα τραπέζια

για να μην τις ξεχάσουμε μόνο

αυτό ήταν λοιπόν;

τη φάγαμε την ποίησή μας;

πώς έγινε έτσι και τα ανακαλύψαμε όλα;


κάνει ένα κρύο σαν τρίτης μέρας χιόνι

στον κόσμο δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο

εκείνο το τίποτα ανάμεσα στ' αστέρια

τώρα πασχίζω να γράψω ένα ποίημα για την αγάπη μου

κι όχι για κείνους που μοιραστήκαμε ένα κομμάτι σιωπή

ζόρικες μέρες και λερωμένα χέρια


ησυχία σάς λέω

κοιμάται


- τι ψύχρα κάνει ρε αγάπη μου στις πέντε η ώρα -



δέκατο τρίτο υπόγειο


τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς

τρεις σειρές δόντια καρφωμένα

πάνω το πιο κουρασμένο χέρι

τα μάτια της

γράφουν όλο το σκοτάδι του κόσμου

στάζουν οξύ να γεμίζουμε τα ποτήρια

κλείσε τη μύτη και πιες το

πιες θα σου κάνει καλό

τι φοβερό το πρόσωπό της


ζωγραφιζόταν καμιά φορά

στον τοίχο του παιδικού μου δωματίου

το έχω δει και στα μάτια σου

όταν αγριεύουν οι νύχτες

κι ανάμεσα στις ξεχασμένες μολότωφ

που σαν κεράκια για τις ψυχές

αργοσβήνουν στην άσφαλτο

μα πιο συχνά

το βλέπω στον καθρέφτη

τότε ανάβω όσα πιο πολλά φώτα μπορώ

και πλένομαι πλένομαι πλένομαι

ύστερα κάνω ασκήσεις λήθης

να ξεχνώ

να ξεχνώ

να ξεχνώ μόνο


τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς 

ψάχνω ένα χέρι

να μου σκεπάσει τα μάτια



λίγα λόγια για τη γυναικεία ποίηση


τα 'χα κοπανήσει πάλι

κλείδωσε την πόρτα

και κάναμ' έρωτα

σταγόνες από το σάλιο του

βούιζαν στ' αυτιά μου

έκανα πως περίμενα

έκανα πως δεν είχα

τίποτα να κρύψω

παρά μόνο εκείνα

που κανείς δεν άκουγε

ύστερα

έκανα πως γελούσα


τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τρομάζω

είναι φοβερό να γράφεις ποιήματα

μπορούν να σε καταπιούν

ή να σε γδύσουν

να κατασπαραχτείς


κάποτε μου είπαν για ένα τρελλό

χάραξε την ιστορία του στο δέρμα του

κι ύστερα αυτοκτόνησε από ντροπή

μπρος στην παλιά του αγαπημένη


κοίτα με

το χαρτί μου έγινε δέρμα

ίσως να είναι αυτό τελικά τα ποιήματα

ίσως να είναι

                    άλλος ένας τρόπος

                                                να πεθάνεις



να μη συνηθίσουμε ποτέ


από κείνο τον τόπο ήταν περαστική

μα τώρα που το ξανασκέφτομαι

από όλους τους τόπους ήταν περαστική

από όλες τις φωτιές

όλα τα μάτια

από αλλού και για αλλού

συνήθιζε να λέει

και συνήθιζε

να μη συνηθίζει

πράγμα οξύμωρο

όπως ακριβώς η συνήθεια

όπως ακριβώς να αργοπεθαίνεις σε οχτάωρα

σκοτώνοντας τη λίμπιντο

σκουριάζοντας τους μύες

και παραλύοντας 

κάθε σημάδι φαντασίας


απ' τη ζωή λέει ήταν περαστική

φορούσε κάθε βράδυ κι ένα άλλο παραμύθι

κι έβγαινε στη βροχή

έτσι σα συνήθεια

πράγμα οξύμωρο

όπως ακριβώς

η συνήθεια

όπως

ακριβώς


(Ιστορίες απ' το Ονειροσφαγείο, Μανδραγόρας 2014)


Leonor Fini - End of the World





Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΑΒΕΡΜΠΑΧ (4)

                                                                                     Περί ποιητικής: ο τραγικός 

                                                                                   με τις περιγραφές του ήρωά του

                                        

                                         Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ


Αποφάσισα να χειραγωγήσω

στην απολυτότητα της μοναξιάς μου

το πιο σπουδαίο έργο.

Είναι πιο εύκολο -νομίζω για μένα-

να ξεχνάω παρά να θυμάμαι.

Το κλάμα γίνεται ένα ησυχαστήριο

κι εσύ δίκαια έρχεσαι κάθε βράδυ

και με λυγμούς παραδέχεσαι τον ρομαντισμό μου.

Προφανώς υπάρχει ματαιότητα

που σε αναγκάζει να σωριάζεσαι

με την επίφαση της άνοιξης.

Άνοιξα και έκλεισα αμέσως

τη μνήμη μου, εξιλεώθηκα.

Αυτό που σιχαίνομαι

από τον άνεμο είναι ο εγωισμός του

κι εγώ είμαι ελεύθερη σα τ' αηδόνι.


                                            

                                            ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

                                                                                                

                                                                                               Μνήμη Νίκου Καρούζου


Ήταν σα να τρεμουλιάζαμε

με έναν λόγο αγκαλιά,

ακέφων ο επιβάτης.

Είθε μια σκιά συγκίνησης

και το πένθιμο σώμα μιας άγνωστης

για να παραδίνομαι σε σπαραγμούς

δίχως την Εξήγηση της θύελλας.


Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα,

Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα

               ΣΑΝ


                ΝΑ

                

                ΜΗΝ


                ΥΠΗΡΞΑΜΕ


                   ΠΟΤΕ




                                    ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΥΣ


Ούτε που ταραχτήκαμε απ' το ανώφελο,

αν το μέσα μου μιλούσε

μάλλον θα έτρεχε ζαλισμένο στη βροχή.


Ας αφεθούμε στο ουρλιαχτό μας επιτέλους

χωρίς να μένουμε καθισμένοι

με τα νυχτόβια τρέμουλα.


Την ομίχλη να την προσπερνάς

μόνο εκεί έχει απέραντη ομορφιά

-δεν έχουν πυροβολήσει ακόμα προς το μέρος μας-


Το πρόσωπό σου είναι ένα κάτασπρο πουλί

που σύντομα θα έχει εξημερωθεί.


Ερημωμένος-Συντετριμμένος απ' τον τελειωμό μας.


Δίχως καμιά ενοχή

κοιτάμε κατάματα την απιθανότητά μας

και δεν εγκαταλείπουμε,

για ένα όνειρο παραμένουμε.


Θα υποδυθώ έναν ήρωα από τα παιδικά μου χρόνια

η τόλμη της νιότης μάς αφήνει πάντα ελεύθερους.

Διότι στο τέλος, γονατισμένοι απ' το φόβο,

λαχταράμε μιαν απόδραση.




                                ΠΟΛΛΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟΨΕ


Κρατάω σημειώσεις

από μια φανταστική έκρηξη.

Λοιπόν

καταλήγουμε στο πουθενά,

εκεί που θα μας δαμάσουν τα πάντα.

Είμαι η έντρομη αίσθηση

ερχόμενη απ' το στήθος σου, δεν σε υπακούω πια

περιστρέφομαι ολόκληρη με ένα πουλί βουβό.

Όταν με αφήνεις στην τελευταία κατηφόρα

πλένω με αίμα τη συνείδησή μου.


Αν πράγματι όλα είναι τόσο απλά

γιατί δεν φεύγουμε;

Προς τα πίσω ίσως να είναι καλύτερα

αφού στο τέλος μόνο τους νικητές αγαπάτε.

Η παραδοχή είναι η μόνη μου λύση

θα δω το μέσα μου αλλιώς για πρώτη φορά

αλλά είμαι αρκετά εγωίστρια

για ν' ανήκω στα σκοτάδια τους,

θέλω όμως να προλάβω ν' ανατιναχτώ!

Έχω ένστικτο μεγάλο

το ηλιοβασίλεμα δεν θα το ξαναδώ ποτέ

τί άλλο να περιμένουμε τώρα

χθες κάναμε μια όμορφη ερωτική πράξη

και έχω εξουθενωθεί.


(Απώλειες, Θράκα 2019)


Edvard Munch-The Loneliness of the Soul



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

ΜΑΡΙΑ - ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ (6)

 Ήρθε ένα κακό μαντάτο

φωνάζοντας το όνομά μας

κάτω από το μπαλκόνι

το σώμα σου

κορμός δέντρου

με ξεφλουδίζει

το χρώμα σου

γκρι

ξύλο το κούτελό σου

το προσκυνούσα συνεχώς

εκείνη την ημέρα

η μητέρα

βουβός θρήνος

έστεκε από πάνω μας

Ακανθώδες το μουστάκι σου

μικρά κλωνάρια

τα παίζω με τα δάκτυλά μου

ξύπνα μπαμπά

χάνεις την τελευταία σου παράσταση

ξύλινη ερμηνεία


                                                            *


Μαμά θυμάσαι;

όταν μου έστυβες πορτοκάλια;

σου ζητούσα

να στύψω κι εγώ μαζί σου

αλλά μικρό το χέρι μου

μεγάλο το πορτοκάλι

έβαζες το χέρι σου

πάνω στο δικό μου

για να με βοηθήσεις

με τη δύναμη

αλλά εγώ πονούσα

το χέρι μου

έτσι

και σήμερα με τη μικρή

Όχι

όχι 

δεν έβαλα το χέρι μου να τη βοηθήσει

έμαθα


                                                                        *


το βλέπεις

το πράσινο

εκεί

τα δέντρα

αν περάσει το βλέμμα σου

τον διάδρομο

τον ορό

τον ζελέ

το κρεβάτι

το παράθυρο

από πίσω του


                                                                        *


Ξημερώματα

εγκατέλειπα την κηδεμονία σου

στ' άψυχα λευκά ντουβάρια του Άγιου Σάββα

με φόβο

που σκάλωνε κάτω από τη γλώσσα σου

και ανέβαινε στο βλέμμα σου

ζητούσες να καθίσω

εξαντλημένη

έφευγα¨

μετά από δυο μέρες

κρεμάστηκες

από το τοπίο

που βρισκόταν κάτω από τα πόδια σου


                                                                    *


Ως συμβάν σε ανακοίνωσαν

στόματα -ειδήσεις

αρσενικό ή θηλυκό το σώμα;

Κανείς δεν έδινε σημασία

άνθρωποι πέρναγαν δίπλα σου

σε ταχύτητα φωτός

έλεγαν: "τι όμορφο ηλιόλουστο μεσημέρι Σαββάτου"

μα εσύ είχες ήδη αγγίξει

τα απόνερα

πάνω στις ράγες


                                                                         *


Δεν είναι

άσχημα

και τόσο μοναχικά

όταν στο τέλος

απομένεις

εσύ και τα λουλούδια σου


(Ρίζες, 24 γράμματα εκδόσεις 2019)


Edward Munch - Young Woman Washing Herself


ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ (5)

                                     ΓΕΥΣΗ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


Λιγόστεψε, εσώθη μου η φωνή.

Καταλαβαίνω τη γλώσσα μου ωμή.


Τώρα το λόγο έχει η νύχτα.

Τα δόντια της δείχνει και τα νύχια


σαν πάει μία λέξη να χαράξει.

Έτσι, έχω στα μάτια σου αράξει.


Το είδωλό μου μέσα τους μισό.

Τα λόγια που θα σου 'λεγα μασώ.


Έχω το βλέμμα ερωτευμένου

που γεύεται μια δόση πεπρωμένου.



                                        ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Στον κόρφο μου ζει ένα φίδι.

Μαζί μου ήρθε και θα φύγει.


Κόβει απ' τη σάρκα μου και τρώει.

Κουλουριάζεται στο ίδιο μπόι.


Με μάτια από φως κοκκινωπό

μέσα μου στάζει αίμα νωπό.


Ανοίγει νέες φλέβες, με πνίγει.

Το άδειο του δέρμα με τυλίγει.


Βουτώ στη θάλασσα της νάρκης.

Από φαρμάκι είμαι αυτάρκης.



                                        ΕΞΑΙΡΕΣΗ


Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.

Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς


δεν κατοικεί. 'Εφυγα κι έμεινε βορά

στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.


Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω

ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω


στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα -

ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.


Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.

Κατ' εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.



                                            ΧΑΝΤΡΕΣ


Το σκοτάδι μάς κοιτάει από παντού.

Το μόνο που σπάει το φράγμα του ορατού.


Τα μάτια του πετράδια από γυαλί.

Πράσινα, κίτρινα, μπλε, πορτοκαλί.


Όπως τα μάτια ανθρώπων που είχαμε

αγαπήσει όσο ακόμα υπήρχαμε


στο φως. Τα κοιτώ και μ' αποστρέφονται.

Τη νύχτα τα πάντα επιστρέφονται.


Χάντρες τα περνώ στου βίου μου το νήμα.

Παίρνω στο λαιμό μου όλο το κρίμα.



                                    Η ΜΟΥΣΑ


Ο ποιητής πάσχει από δόξα.

Σε κάθε ποίημα η ίδια λόξα.


Τη Μούσα κατηγορεί ευθέως

που δεν τιμήθη ως κορυφαίος.


Η επιθυμία κύκλους κάνει.

Μοναδική ελπίδα η κάννη.


Οι κριτικοί βοηθείας χείρα

τείνουν και η Μούσα του χήρα


μένει να περιμένει πάντα

τη δόξα και τον ανδριάντα.


(Απώλεια λήθης, Οι εκδόσεις των φίλων 2019)


Rene Magritte - Memory 1