Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΜΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (7)

                      αυτοβιογραφικό ποίημα


ερείπια της Ακαδημίας Πλάτωνος
Βία και Αδιαφορία
ρυάκια διατρέχουν το κεφάλι μου
το μέτωπο στον τοίχο του διαδρόμου

για άλλοθι λείανα τις γωνίες του προσώπου
ένα σύννεφο τρίχες
ευλόγησα τους ανθρώπους
και περίμενα


                                                     *


                      νυχτερινή σκηνή


αργά
νύχτα βαθιά
μεσάνυχτα
αργά

λούζομαι στην κουζίνα φως
ζω σε σκιές με ναφθαλίνη
κρύβομαι στη ντουλάπα

ο φωταγωγός ελαφρύς
κοιτάζει κάθετα
ένα κομμάτι ουρανού



                                                     *


                      κείμαι στην όχθη σου ξανά


μνήμες σα μνήματα βαριές
νωχελικά ίπτανται με βουητό σα μύγες
στο γυάλινο κρανίο μου αργές
κι όσο γερνώ πιο λίγες
μνήμες που αλλάζουν όψεις

με ανεπαίσθητη -σαν υποψία- δροσιά
ασύλληπτα βαριές ρίχνουν σκιές
κει που ανθίζαν γιασεμιά
στις εσωτερικές μου αυλές
που τρύπωνες να κόψεις

μνήμες σα βράχια στο λαιμό
ενώ στα μάτια σπάνε κύματα
τώρα που ανέβηκε η στάθμη σου εντός μου
τη δύναμη να δω -φωνάζω -δως μου
στην όχθη κι άλλα ξεβρασμένα θύματα
και πνίγομαι σε ένα λυγμό



                                                                     *


                     το μαντάρισμα του ουράνιου φορέματος


το πέπλο του ουρανού
χωρίς ντροπή
εγκλωβίζει ό,τι ενώνει

κι η διέξοδός του η μόνη
αν τύχει ολόγιομο φεγγάρι
ή κάποιο άστρο ως άλλη οπή
του κόσμου
το χέρι απλώνει
κλέβοντας φως από το φως μου



Μάνος Μιχαηλίδης, Tree lines and light


                     σπουδαίοι άνθρωποι


σπουδαίοι άνθρωποι
αν ήμασταν
θα ήμασταν
στις επάλξεις

και σε βιβλίων πτυχές
που γράφονται
σαν κύματα που σκάνε
στα βράχια των εξώφυλλων

και στα τραπέζια
θα ήμασταν
φύσεις νεκρές και μόνον




                                                                        *



                   το κρύο πρόσωπο του θανάτου


στης γης τις χαραμάδες
γλιστράει βρώμικος ο θάνατος
δεν έχει πρόσωπο
το επιβεβαίωσα στον καθρέφτη
το επιβεβαίωσα προσγειωνόμενος
στα ξερόχορτα σαν λεύκας χνούδι
το επιβεβαίωσα
βράδυ Φλεβάρη με χιόνι
ψαρεύοντας στον πάγο
το επιβεβαίωσα
όταν σαν μυρωδιά σιδήρου στ' αεράκι
είδα της παπαρούνας το βελούδο
να ντύνει το εσωτερικό των τάφων μας




                                                                       *



                     η ποίηση είναι


πίεση
είναι η λέπρα στα χέρια μου
οι οφειλές εκδοτικών
κι ακόμη να σιχαίνεσαι τους ανθρώπους
και να τους αγαπάς

ποίηση είναι ο θάμνος που μας κρύβει
και τα πεσμένα φύλλα της φτέρης
ένα κούτσουρο από ευκάλυπτο
όπου ξαποσταίνει μια μάνα
το καθαρό νερό
που βρωμίζεται από καθαριστικά
η βρώμικη σκέψη είναι οπωσδήποτε ποίηση

ποίηση η υγρασία και οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι
η τελική μοναξιά της ασυνεννοησίας
το μαγικό ραβδί που θα τ' αλλάξει όλα
είναι η ποίηση




στη σιωπή, Αθήνα, Δεκέμβριος 2019

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ- ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ

Αδελφοσύνη

Η Αδελφότητα είναι μια σφιχτή έννοια.
Μας ακουμπά με τη διάθεση ενός κύματος.
Μας παίρνει μαζί της και μας αφήνει ξανά στη στεριά
                                                                                πιο λίγους.
Στεγνούς, μετά από τόσο ταξίδι.
Έχουμε χάσει για μια στιγμή τον εαυτό μας.
Μαθαίνουμε όμως να επιστρέφουμε
                                στη μοναξιά, χαμογελώντας.

Κοιτάζουμε πάλι την επιφάνεια της θάλασσας.
Δεν είναι χάδι πάνω στο δέρμα της Γης.
Δεν είναι απλώς ένας τρόπος να ξεπερνάμε τη θλίψη.
Νιώθουμε πως ανήκουμε σ’ αυτό το απειλητικό θαύμα.
Πως τα χέρια μας θα άντεχαν να κρατήσουν,
                τρέμοντας έστω, μιαν αλλιώτικη ανάσα.
Να συναισθανθούν το ρυθμό της, πέρα απ’ ό,τι
                                                υπαγορεύει η συνήθεια.
Κάπως έτσι αποφασίζουμε να κοιτάξουμε,
                                                για πρώτη φορά,
                                                ο ένας τον άλλον.
Δημιουργώντας έναν δεσμό που θα υπάρχει για πάντα,
ώς και στην άκρη της γης, στο πιο έρημο
                                                σημείο του Κόσμου,
έξω απ’ την ανθρώπινη πλάνη
στην απουσία των φθόγγων
μόλις ένα βήμα πιο πίσω απ’ την αλήθεια.



Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΑΝΝΑ ΝΟΥΛΗ (1)

              Για μια θανάσιμη ζωή


Στην αρχή ήταν η άνοιξη
που δεν έλεγε να έρθει
μουντές μέρες με χιονιά κι αέρα
σ' έναν Μάρτη που χαμόγελο δεν έσκασε

Μετά άρχισαν να εμφανίζονται
τα πεθαμένα πουλιά
-χελιδόνια μα και σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες-
σωριασμένα στους δρόμους, στα χωράφια και
                                              στις πλατείες

Αγγελιαφόροι έφταναν από μακριά
φέρνοντας θλιβερά νέα
για εκατόμβες νεκρών εκεί στις ξένες χώρες
κι ύστερα ξεψυχούσαν στο κατώφλι μας
ο άερας πάντα δυνατός διέσπειρε τον φόβο

Κλειστήκαμε στα σπίτια μας
με σανίδες καρφώσαμε τις πόρτες και τα παράθυρα
απ' τα υπόγεια ξεθάψαμε κάτι αρχαίες μάσκες
μ' αυτές κυκλοφορούσαμε στο ίδιο μας το σπίτι
μη μας γνωρίσει ο θάνατος
                   που μας είχε σημαδέψει

Μα τα σημάδια συνέχιζαν δυσοίωνα
κούνιες που αιωρούνταν μόνες τους
                  στις παιδικές χαρές
Εκκλησίες που ράγιζαν ώς τα θεμέλιά τους
Εσταυρωμένοι που δεν αποκαθηλώθηκαν
ώστε να ενταφιαστούν ευλαβικά
    σε τάφους ανθοστόλιστους
Λύκοι που ούρλιαζαν έξω από τις αυλές μας

Άγρια ζώα παράξενα πουλιά
εμφανίστηκαν στις έρημες
    πόλεις και στα χωριά μας
Μέσα από χαραμάδες παρακολουθούσαμε έντρομοι
κι οι άνθρωποι συνέχιζαν να πεθαίνουν
φέρετρα ασυνόδευτα περιφέρονταν στους δρόμους
νεκροί άνοιγαν μόνοι τους τους τάφους για να μπούνε

Μα ένα πρωί ήχος καμπάνας ακούστηκε χαρμόσυνος
τελάληδες φώναζαν πως το κακό τελείωσε
και πρέπει πια να βρούμε την παλιά ζωή μας
Εμείς ωστόσο αρνηθήκαμε
δεν αξιώσαμε καν να θέσουμε τον δάκτυλον
επί τον τύπον των ήλων
ξεχάσαμε την Ανάσταση που τόσο προσδοκούσαμε

Αφήσαμε τη γη στα φυτά που θέριεψαν
και στ' άλλα πλάσματά της
κι απλά περιφερόμασταν σκιές του εαυτού μας
στ' άδεια δωμάτια, μόνοι-
(Από φόβο;) Μόνοι.


Art: Georgia O' Keefe


Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

ΗΛΕΚΤΡΑ ΛΑΖΑΡ (4)


ΕΡΩΤΗΣΗ

τι είμαστε
ληγμένοι στη βιτρίνα
το πανταχού παρόν αδιάφορο
το άκομψο ανήλιαγο τραπέζι
τι είμαστε
κρυμμένα χέρια στους ύπνους
και χώμα πυροβολημένο
γιατί τέτοια αγωνία για μας
και προοριζόμαστε στο άθεο τούτο σμήνος
γιατί με σιγανή φωνή κι όπως οι βροχές ατέλειωτοι
γιατί μας ξαποστέλνουν δίχως να μας ανοίξουν
κι εγώ κανείς ποτέ
γιατί ηλίθιος παραληπτης


                                                      *


ΤΡΙΒΗ | ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒΟ

Με ονόματα μες σε κελιά
πολύ μόνοι
Δίχως γραμμές στο χώμα
πολύ ριζωμένοι
Λείπουν όλοι όσοι μας έκοβαν
πολύ το κρύο
Και οι γονείς έχουν πεθάνει χρόνια
πολύ άχρηστοι
Καθόλου σώμα μόνο καμένα τσόφλια
Καθόλου προσκυνημένοι
μόνο αδελφοκτόνοι
πολύ γιορτασμένοι
Καθόλου στις πέτρες
μόνο γκρεμίσματα
Με μια βραγιά λιμάνι χάμω
Λες και θα μας σκοτώσουν
Μ' έναν γναφέα με ένα σκοτάδι
κομμένο σαν ξάρτι
πολύ σκοτωμένοι
Με μια εικόνα μάτια με κόμπους μάνας
Λες και θα μας νανουρίσει
πολύ γελοίοι
Με τον πανικό της καταιγίδας
με στενόμακρες τσουγκράνες
νοτιονανατολικά μας
πολύ ανεπιθύμητοι
Έτσι ώστε να μας καλύψουν
πολύ το χώμα
Δίχως στυλώματα δίχως να γερνάγαμε
και δεν θα μας αραιώνανε
πολύ τρέμουμε
Και δεν θα μας έσπαγε ο άνεμος
καθόλου ζωύφια
Θέλαμε σκέπασμα
Ούτε η βροχή να πέφτει απάνω μας
Ούτε το μοιρολόι συρματόσχοινο
πολύ κουρασμένοι

Αυτό το χώμα έχει ασθένεια
Έχει μαχαίρια για στηρίγματα
Και μέρες ισοπεδωμένες
Έχει τους πατημένους τους λαιμούς
Πολλοί πεταμένοι
Έχει το βάρος της θάλασσας
Πολλοί πνιγμένοι
Έχει τους φίλους όλους μου
Πολλοί θλιμμένοι
Έχει τον κήπο αταξίδευτο
Και έχει τους άγριους σπόρους
Πολλοί θαμμένοι


                                                     *


ΣΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ


Εδώ το χώμα ασύρματος
Οι άνθρωποι μισές ζωές
Τα μεσημέρια οδύνη
Τα παγκάκια χώρες κλειστές
Τα πουλιά μαρμάρινα
Οι βελανιδιές νυκτόβιος τρόμος
Οι ίσκιοι παράθυρα
Οι γάτες αιώνια λύπη
Οι πιλοτές δαγκωματιές
Η δυστυχία καλλωπισμένη
Κι ο θάνατος θάνατος



                                                        *


ΑΝΘΕΜΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ


Συλλέκτες της επόμενης μέρας
ζωάκια που μεταφέρουμε δυο κόσμους
παραισθήσεις
και φίλους παλιατζήδες
Άνθρωποι αξιότιμοι
λευκότεροι κι από κιμωλία
πειθήνιοι λες και είμαστε χειμώνες
σπασμωδικές κινήσεις όχι
όνειρα δοξολογίες όχι
από 'να τέτοιο όνειρο ξυπνάμε πάντα σακατεμένοι
και πάντα οι ίσκιοι μας
ομόκεντροι φονιάδες
Χώματα χώματα οι βραδινές μας ώρες
με έναν στραβό ορίζοντα
με τα τέσσερα σημεία του πνιγμένα



Άγια Νήπια, εκδ. Άπαρσις 2019


Artist: Max Ernst