Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ - ΑΝΑΓΛΥΦΗ (εκδόσεις ΡΩΜΗ 2021)

                         

                                                  Ρομαντισμός


Δεν την ξεχνώ, στο μυαλό μου κοιμάται, έχω κλειδώσει τα χέρια της στις πιο αιχμηρές του γωνίες. Εκείνη περπατά στον λαβύρινθο, στα όρθια σύμβολα κοιτώντας πάντοτε κάτω. Οι κόρες των ματιών της γυαλίζουν, σχηματίζονται μέσα τους ευθείες γραμμές. Τις σχεδίασα προσεκτικά με τον χάρακα και φύτεψα στο μήκος τους ωραία λουλούδια, για να 'χει κάτι να βλέπει στο δρόμο, να ξεχνά το φόβο που της κλείνει τα πέταλα. Έκοψα κι ένα φεγγάρι στρογγυλό και το κρέμασα δίπλα της, έτσι, για να ξεγελιέται.



                        

                                                       Μάχες


Προχωρούσε μπροστά και την ακολουθούσε μια πομπή από φωνές που διηγούνταν όνειρα κι ιστορίες. Πύκνωναν, πύκνωναν, γίνονταν μάχες, σε κάθε πτυχή του μυαλού έστηναν στρατόπεδα. Έβγαιναν τότε οι στρατηγοί με τις στολές τους, περήφανοι, με ψεύτικα όπλα έδιωχναν τους εφιάλτες. Δίπλα τα έντομαι κι οι σαύρες γελούσαν, γελούσαν. Οι λοχίες, χαμένοι, έπαιζαν με νεροπίστολα. Αόρατες ξαναγύριζαν οι φωνές στα περιβόλια. Κάτω απ' τα δέντρα, κούρνιαζαν γυμνοί στρατιώτες.


(Πρώτη δημοσίευση thraca.gr, 30/1/2020) 



                                                         Δάκρυα


Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ' άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράγματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι, ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ' τα μάτια της κι εξατμιζόταν.


(Πρωτη δημοσίευση andro.g, 23/6/2019)



                                                       Μουσική


Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ' αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ' τον θώρακά της.



                                                       Ψευδαισθήσεις


Προχωρούσε μπροστά ενώ το αυτοκίνητο με τα μεγάλα φώτα διέσχιζε το σώμα της δείχνοντας τον Δρόμο. Ύστερα άρχισε να πλέκει από το δέρμα της ρόδες, καρφωμένο σαν σημαία στην κορυφή του βουνού. Απο κει μπορούσαν να βλέπουν το φως του οι Απελπισμένοι, ξαναβρίσκοντας το Χαμένο Μονοπάτι, να πέφτουν στα γόνατα με την Αιώνια Πίστη πως ο Θεός αποθέτει πάντα στο πλευρό τους κάθε Τετέλεσται.


(Πρώτη δημοσίευση diastixo.gr, 23/2/2019)





Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ (7)

 

το τίμημα


με γέννησες κουτσόν και με γυρνούσες

σε φρούδες κλινικές τη μια μετά την άλλη

ιερός σκοπός σου αγίαζε τα μέσα

ανάγκη πάσα να γλυτώσεις το παιδί σου

γιαυτό δοκίμαζες του κόρασμου τις ενέσεις

να σπάσεις την αρχέγονη άρνησή μου

τη θέλησή μου βράχο να εκτινάξεις

να ενδώσω στις ορέξεις σου αναντίρρητα

ωσότου πέτυχες κάπως να ισορροπήσω

αν και υποδέχτηκες καγχάζοντας θυμάμαι

της έμπνευσής σου το σπασμένο βήμα


κόντρα στην κόντρα χρόνο με το χρόνο

δεν άντεξες πολύ στην περιφρόνησή μου

ρακένδυτη κατέληξες ζητιάνα στη γωνιά

τον οίκτο εκλιπαρώντας των περαστικών

που ηχούσε νόμισμα σε τσίγκινο κουτάκι

σειρά νομίσματα όπως πολλές οι μέρες

οι ώρες τα λεπτά τα δευτερόλεπτα

επαίτης άρχισες ξανά να απαιτείς

κι έτσι άπληστη ως είχες συνηθίσει

δεν πρόφταινες το ύφος σου ν' αλλάξεις

την ύστατη στιγμή που έστριβα στο δρόμο


το ίδιο έχιδνα σε γνώριζα κι εδώ

το αυτό φαρμάκι έσταζε η ματιά σου

βαθιά με νάρκωνε το μητρικό σου φίλτρο

κι όταν παραδομένος και απαθής

πλησίαζα κι ενώνονταν οι σκιές μας

στα χείλη σου έφερνες χωνί τα δυό σου χέρια

φυσώντας στα καλάμια των ποδιών μου

τον αποτρόπαιο βαθύ σκοπό σου


για να με βλέπεις πάλι να κουτσαίνω!

                                                        [ο βυθός μου τα πράγματα, 1985]



η φωνή μου το χιόνι


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού

αφετηρία της την άναρθρη κραυγή

ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει

παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας

στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα

με ματωμένα πέλματα επιστρέφει

την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

χιόνι που χώνεψε ώς τη ρίζα μου λυγμός

παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει

                                                    [ο βυθός μου τα πράγματα, 1985]



επιτάφιο δειλινό


αχ, δίχως τίποτα θα φύγουμε στο δειλινό αγάπη


κι αν κράτησα το χέρι σου σφιχτά κι αν

κάποτε πυρετικά τα δυο σου χείλη φίλησα


πια δεν εγγίζει τον νεκρό καν μία μόνη φλόγα


σε ποίημα επιτάφιο με λέξεις για λουλούδια

σκόνη στα περιθώρια αιματωμένων δρόμων


θ' αρκέσει η κατάνυξη στερνής περιφοράς;-


ώς να γυρίσεις στον ναό τρων σίδερα οι καμπάνες


απρίλης¨ και η λύπη μου στο πένθος πασχαλιά!

                                                                           [περ.Πάροδος]



χειμώνας


άγρια τα χιόνια μάνα να τυλίγεσαι καλ΄

και το καντήλι σου τ' αφήνω πάντα αναμμένο

σαν την ξυλόσομπα που δίπλα της κουρνιάζαμε παλιά

με ξέσκεπα πειράγματα μ' όμορφα παραμύθια

κουτσά -στραβά τα βόλεψα τρέμ' όμως μη λυγίσω

μην αφεθώ στα κλάιματα κι ορμήξουν ποταμός

σου 'φερα κάστανα ψητά τ' αγόρασε ο πατέρας

έλα ξεφλούδισέ τα τσούγκρισε μια ρακή

δες πως μανιάζει ο άνεμος θα ξεριζώσει δέντρα

πάλι φωλιάσανε πουλιά στο μαύρο κυπαρίσσι

το τι παθήματα σου λεν'; τι νότες τούς ξεφεύγουν;

σουρούπωσε για τα καλά θα πεις την προσευχή σου;

να μη φοβάσαι μοναχή ψυχή μου καληνύχτα!

                                                                    [περ. νέα εύθυνη]



νόνα


σκύψε ξανά στον τάφο να ειδωθείς

(εκεί μπορώ να ντύνω το ζητιάνο)

σ' ελεημοσύνη απατηλή να απλωθείς

να με πατάς με μιαν αντάρα κι από πάνω


αχ ουρανέ μου ενσάρκωση του τρόμου

γης που με καις -μονάχα γη

πρώην γιαγιά

ίσως απόψε δεηθώ στον διάβολό μου

από το απίθανο να βγω στο πουθενά:


"το καλό μου το παιδί

έπεσ' από το σκαμνί"

-χρόνους ψάχνει για στρωμνή-

"τσάκισε το γόνα του"


κλαίει, κλαίει μόνος του

                                        [ο κυρίως ναός, 2006]


Θερμοπύλες μου οι μνήμες


η ασίγαστη λάμψη γεννιέται στο χτες

και παιδί δεν αφήνει ξανά να μου κλέψουν

(των νεκρών αποστόλων τους δώδεκα ήλιους)

με την τρέλα φεγγάρι στων φίλων τα μάτια

προσανάμματα ρίχνει -χλωρό με κρατούν-

Θερμοπύλες μου οι μνήμες στην άσβηστη φλόγα

του Λεωνίδα οι τρακόσιοι μου μέχρις ενός

στις επάλξεις που μπόρεσα πέφτουν μητέρα


πάλι μόνος στην πόρτα τού πρώτου θανάτου

να χωνεύω κουρέλι σε αγρούς πορφυρούς

του βυθού μου αρράγιστες σφίγγοντας ρίζες

στα κρυφά που με σφάζουν ναυάγια πρηνής


-υπερπόντιο θηρίο ή θεός στερημένος;-


Εφιάλτης στο πέρασμα κρύας αυγής

                                                        [τα επόμενα πένθη, 1997]



ο Τειρεσίας πρωθύστερος


κάτου από φυλλοβόλα πένθιμη μία βελανιδιά



μονάχος του στη γη επισκέπτης ο Οιδίπους

ενόφθαλμος ξεκλείδωνε το αίνιγμα απορών

που τόσον αίμα διέκρινε στη μοίρα των ανθρώπων


το έλυσε; δεν το έλυσε; το πήρε το ποτάμι

κι όλω απότομα η κατρακύλα του νερού;

ή στο ασημί φυγάδευσεν ο ουρανός φεγγάρι;

κανείς δεν το 'μαθε ποτέ - και μόνον ασαφής


ο αγέρας όπως σάρωνε τα φύλλα μαντοφόρα

πέτρα στην πέτρα κι ανά αιώνα καταβύθιζεν

μια μια τις έξι εκπάγλου καλλονής άλλοτε πύλες


στην έβδομην αοιδός τυφλός ο ποιητής εστάθη


μ' ένα ραβδί στο χάλασμα θρήνους χρησμοδοτούσε

                                                                        [περ. Ακτή]


(χώμα με χώμα η μάχη, Ρώμη 2019)


Vincent Van Gogh - Bedroom in Arles

                            



Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

ΛΙΑΝΑ ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ (7)

                 

                ΣΥΝΑΡΜΟΓΗ


Στον πατέρα μου άρεσε η εικόνα της.

Ήμουν ζωντανή, δεν ήταν ζωγράφος.

Μόνο αυτή διαρκεί, μου ψιθύριζε.

Με κρατούσε στην αγκαλιά του σφιχτά

όπως ο Τσέκολι το καβαλέτο.


Διακρίνεις την κρυμμένη πηγή;

Μέσα στο στόμα του λιονταριού;

Στο προαύλιο, δίπλα στους τάφους;

Ίσως βαθιά στα πλατάνια;


Διάλεξα την πηγή υπαίθρια

αφού η παλάμη του με την

ατάραχη γραμμή της ζωής

θα κρυβόταν πάντα

πίσω απ' τον πίνακα.



                Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


 Την πίνει

και νιώθει

τον φλεβικό της βόμβο


καθώς οι μουσούδες

ψάχνουν τη γεύση του άγριου

το ρίγος


την πίνει

και αυτή νιώθει

πηγή


λιώνει το χιόνι

τα συμπιεσμένα μέταλλα

ρέουν


τότε ρηχή λιμνούλα

έπειτα

ο αντικατοπτρισμός -


η τέλεια συμπλήρωση

της γλώσσας

όπου οι νάρκισσοι χυμοί


στον εαυτό τους

χάνονται

μέσα.



                Η ΒΑΡΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ, ΠΟΡΟΣ 1952


Τη βλέπει απ' τη στεριά να σχηματίζεται

μια ψάρι, μια γοργόνα

και ξέρει πως κάτι στην αγάπη

είναι σκληρό και απόμακρο.


Είναι ψαράς και άντρας -

τον ταράζει η κίνησή της

στον ήρεμο Σαρωνικό.

Σε λίγο το τραγούδι του πόθου


σε λίγο η βουτιά¨

η βάρκα την αγγίζει

το δίχτυ τη φλογίζει


γίνονται ρίγη

φάσματα του χρωστήρα

γέννες του φεγγαριού.



                    ΣΤΙΛΠΝΟ


Κάθε πρωί στην παραλία

μάζευα σκαρτσίνες για δόλωμα.

Γεμάτος φύκια

σαν τα μαλλιά πνιγμένης ο βυθός.

Φοβόμουν να χώσω τα πόδια μου μέσα στα φύκια

μήπως οι σμέρνες και οι ψαλίδες τα δαγκώσουν.


Πιο πάνω ιππόκαμποι

μικρόφτεροι, καμαρωτοί,

γαριδούλες διάφανες

τόσο κοντά στο μπλε.


Ο βυθός έχει αλλάξει.

Αυτά έχουν πια χαθεί.



                    ΛΟΥΤΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΕΣ


Το θαλασσινό μπάνιο ήταν το γεγονός της μέρας.

Χάριν αυτού ένα ιδιωτικό θέμα κοινοποιείτο

χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Δεν κάνει μπάνιο σήμερα,

είναι αδιάθετη, συνοδευόταν με το κλείσιμο του ματιού.

Έτσι όλοι οι μεγάλοι ήξεραν τον κύκλο του σώματός μας

και τ' αγόρια ένιωθαν πόσο ευαίσθητες ήμασταν στον καιρό,

πόσο εύκολα κρυώναμε στη θάλασσα

και μας πονούσε το στομάχι.

Κλεινόμασταν λοιπόν στο σπίτι,

παίζαμε επιτραπέζια και

προσποιούμασταν τις λυπημένες.

Απέξω η άλλη θάλασσα

σάρωνε τα μυστικά των λουομένων.



                ΠΥΛΗ


Όλη τη νύχτα πλάι του

στο ατέλειωτο πυροφάνι

ξοδεύω την άμμο


ξοδεύω το λάδι

σ' έναν όρμο, όπου εξαφανίζεται

η Κοιμωμένη.


Δώσ' μου το χέρι σου, παιδί μου,

ο καιρός πια ευνοϊκός.


Όμως εγώ προσέχω τον γκιώνη

και είναι αλάνθαστος κι είναι κοφτός

και δεν σαλεύει.



                Η ΚΑΛΑΥΡΙΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΝΙΩΣΕ, 1949


Η μητέρα πεθαίνει και ο γιατρός μάς σύστησε

σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

οι κουρτίνες του ν' ανοιγοκλείνουν στην αύρα.


Αν κάποιος καλπάζει κάτω από τις λεμονιές,

το μαξιλάρι θα μυρίζει χλωρά κλαριά.


Τύχη, μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, κάρμα, κισμέτ;

Πες το όπως θες.

Βρήκαμε το σπίτι του.


Οι κλωστές μου κέντησαν

το σώμα του. Γίναμε ταίρι.


(Όπου φυσά γλυκά η αύρα, Gutenberg 2017) 


Marc Chagall-The Dolphin and the 300 Drachmas


Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ (7)

 

[family outlet]


στο τέλος της μέρας

ήταν δύσκολα στο σπίτι

όταν περνούσε το τρένο

και προσπαθούσε να ισορροπήσει

στις πρόχειρες ράγες

που είχαμε στήσει στο πάτωμα

έκανε φασαρία δαιμονισμένη

εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ' τον καναπέ

συνήθως δεν το προλαβαίναμε

μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα



[ουσίες]


μην πίνεις

έλεγα

θα πεθάνεις

το χειρότερο

όταν φύγεις

δεν θα 'σαι πια εσύ

άλλη θα πεθάνει 

στη θέση σου


άστο καλύτερα

απάνταγε εκείνη

κλείσε το παράθυρο

κάνει κρύο

χτες άναψα το τζάκι

είδα ειδήσεις

είχα καιρό να δω

δεν σε πειράζει που γελάω



[παραγνωρισμένα]


έχω κάτι φίλους ποιητές

εύθραυστους

μοσχαναθρεμμένους

μου λένε

το τάδε ποίημα μου

πολύ καλό

μπήκε εδώ

μπήκε εκεί

και με κοιτούν κατάματα



[κόκαλα]


έτσι που συρρικνώθηκα

να μην ενοχλώ

λέπτυναν τα χέρια μου

ούτε μολύβι να πιάσω

πέρασε χρόνος

έγινα λιγότερη



[γκούσταβ]


σε κάτι αλλοτινά γενέθλια

μου χάρισαν έναν πίνακα του Κλιμτ

όχι αυθεντικό μη φανταστείτε

μια αφισούλα μεγέθους α4

μαύρη κορνίζα μαύρο φόντο

με τις χρωματιστές ψηφίδες του ζωγράφου

όπως τις είχε βάλει στο φιλί

έμεινε ξεχασμένο σ' έναν τοίχο

μόνο μακρύτερα από τ' άλλα

καμιά φορά περνούσα και το έβλεπα

ο αδάμ πίσω να κρύβεται

να δίνει στην εύα όλο το χώρο

πέρασαν χρόνια ώσπου να μάθω

πως ποτέ δεν το τελείωσε

πέθανε -λέει- και το άφησε μισό



[η πανίδα του ηλιακού]


δυο γεράκια

μια καρακάξα

κι ένας γλάρος

σημαίνει

μένω μαζί σου

πεταρίζει χαρούμενα

η μαύρη

ανάμεσα



[στρείδι]


δεν χρειάζεται μαχαίρι

αν το κρατάς

και τραγουδάς

ανοίγει



(Η μαύρη ανάμεσα, εκδόσεις Κύμα 2018)


Gustav Klimt- Adam and Eve