Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ (5)

Η ΣΙΩΠΗ

Κάνει πολύ καλό
το σπίτι κι η σιωπή.

Κι όταν σου λέει μπράβο η δασκάλα
να την ακούς

Δεν είναι λεφτά
τα αντικαταθλιπτικά

Το κρεβάτι
μόνο
να αλλάζεις σεντόνια

Βρεγμένα δάκρυα
τα μαξιλάρια
θα αρρωστήσεις

Τα όνειρα σου
να πλένεις τακτικά

Επιτρέπεται
και η χρήση μαλακτικού

Για να μυρίσει καλύτερα η αποτυχία

Οι 40 βαθμοί
θέλουν μπριζόλα
να μην ξεχάσεις να την βγάλεις από την κατάψυξη
και να τρως αργά
προσεχτικά

Οι μπουκιές χαλάνε τα δόντια

Πιες και λίγο γάλα
να θυμηθείς
πως ήσουν παιδί

Οι αναμνήσεις είναι κατάλληλες αυτή την ώρα
το σκοτάδι έπεσε προ πολλού
μια καινούργια δυστυχία ξημερώνει

Πέσε για ύπνο τώρα



ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Σήμερα πέθανε μια πεταλούδα
Στο σπίτι μου
Τη βρήκα δίπλα στο κρεβάτι
Άσχημη πεταλούδα
Και νεκρή

Μυστήρια του έρωτα,
δεν υπάρχει τίποτα πια που να μπορώ να κάνω
Εκτός από αυτό που πρέπει

Πήρα το μικρό άψυχο σώμα
και το έβγαλα έξω
Στη βεράντα
Στο κρύο
Να θαφτεί μες στον αέρα που φυσάει και
φεύγει


RELAPSE
Πέφτεις σε μια άδεια τρύπα
Με ένα πτώμα
Σε κάτι που ονομάζεις κρεβάτι
Κλείνεις το φως
Και ονειρεύεσαι
Μια συνουσία
Ή ένα χάδι
Υποτροπή
Στη σιωπή
Και στο κενό
Ανάρρωση
Λέω είναι
Να μπορείς να ελπίζεις
Μετά από ούτε ξέρεις πόσο καιρό
Ανάρρωση
Λέω είναι
Να μπορείς να ελπίζεις
Για κάτι απλό…

ΜΗΤΕΡΑ

Οι μικρές ζωές που ζούμε
Αυτό είναι το σημαντικό
Τα λεπτά μιας μέρας που δεν έχουν καμία σημασία
Αν σε αγαπώ;
Σε αγαπώ όπως κάποιος που είναι φτωχός
Σε αγαπώ
Χωρίς καμία πολυτέλεια
Μαγειρεύω τα φαγητά που τρως
Και βλέπω τα παιδιά μας να αναπνέουν σε δωμάτια άδεια
Δεν σκέφτηκα ποτέ να φύγω
Η ζωή για μένα δεν είχε τόση φαντασία
Να ξυπνάω δίπλα σου
Αυτό θα θυμάμαι
Αυτό
Κι ότι ίσως ποτέ δεν ζήσαμε εδώ στα αλήθεια


  

ΜΑΚΡΟΒΟΥΤΙ


Ανοίγει η πόρτα. Περιμένω να κατέβουν. Κάποιοι πετά-
γονται σαν την πρώτη ανάσα μετά από ένα μεγάλο μα-
κροβούτι. Κάποιοι αργά, σαν να βάζεις αντηλιακό μη σε
χτυπήσει ο ήλιος. Κάνω μια «τσουπ» κι ανεβαίνω. Κοιτάω
για θέση. Αυτός ο αγώνας να βρεις μια θέση. Κάθομαι εξα-
ντλημένη και μια κυρία με στραβοκοιτά.
– Ζούγκλα, κυρία μου. Ο πιο δυνατός κάθεται.


(Φλαμίνγκο, εκδ. Μελάνι)

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΜΑΡΟΥΣΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (6)

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΑΣ

Η γυναίκα με τα μαύρα
και το δρεπάνι στη γλώσσα
έχει στην πλάτη
ένα τσουβάλι ανείπωτο
το θρέφει μ' αβίωτες στιγμές
με μάτια παιδιών
βαμμένα με απουσία
μ' ανέγγιχτα χέρια και μάγουλα
στο άνοιγμά του
ακούγονται αγέλαστα χαχανητά
τραγούδια αμελώδιστα
από δρόμους δίχως πόδια
και τα βράδια
που έχω πάψει να προσεύχομαι
από μικρή τυλιγμένη στα γόνατα
δένομαι όλο πιο σφιχτά
στου κρεβατιού το κεφαλάρι



ΒΡΕΧΕΙ ΑΝΟΙΞΗ

το κλάμα κλειδώνει τα μάτια
κλείνει τ' αυτιά
γεμίζει το στόμα άχυρο
βουβά κι αθόρυβα κατρακυλάει
μέχρι να σου ποτίσει τις ρίζες
για να ανθίσεις



ΕΧΩ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

συναντιόμαστε στη δεύτερη βόλτα του
μου μαγειρεύει φαγητά της λαμπρής
μου ανοίγει πηγάδια είκοσι μέτρα πέρα απ' τη θάλασσα
μου τραγουδάει στίχους από παλιά τραγούδια
και θέλει να μπαίνουμε μαζί απ' την ίδια πόρτα
έτσι που πια
καθόλου δεν τον φοβάμαι



ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ

η τρέλα περιθάλπει
ταϊζει στο στόμα
γλυκό του κουταλιού
με τις χούφτες
μαλλιά
σε απόχρωση του μπλε
εκτός χρωματολογίου
χρόνος που φράκαρε
στη μέση δαχτυλίδι
πιέζουμε το λαιμό
να γουρλώσει τα μάτια
φτύνει στο στόμα
περίσσια μαύρη βλέννα
στο αναφιλητό του διπλανού
στο τέλος
όλοι κρατιούνται από το κάγκελο



ΜΙΑ ΜΕΡΑ

μια μέρα θα πάψω ν' αντιστέκομαι
θα βρω διέξοδο και θα σκορπίσω
ήταν καλό παιδί θα λένε
αυτό με κάποια θλίψη που θ' αρμόζει στην περίσταση
πριν απ' αυτή τη μέρα
ελπίζω πως θα 'χω στήσει καραβάνι
από ψυχές και σώματα που αγάπησα
φυλλομετρώντας
έτσι και σήμερα αντιστέκομαι
όμως ετούτη η σιωπή με προκαλεί να ουρλιάξω
και το ρολόι λάθος τικ τακ
και η ψυχή μου λάθος



ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

ξυπνητός συνεχώς στο όνειρο
σχεδόν ήθελα
μάτι ασήκωτο
υγιώς εκπνεόμενο εγώ

ο άνθρωπος της απόστασης
σύντομος
η σιωπή της στιγμής
θόρυβος ολοκληρωμένος


Παραπομπή: https://pameomorfimou.blogspot.gr/

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ (5)

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Απαρηγόρητος ο άνθρωπος
Γδύνεται τις νύχτες
Μόνος ξαπλώνει
Κρεβάτι ύπνου
Και όταν από σύμπτωση
Χαιρετίσει άλλη μια μέρα
Δήθεν ανυποψίαστος
Παίρνει νέα πόζα
Παρένθεση στα λόγια
Καπνός των προπατόρων
Ύστερα σε πέλματα πυθίες
Φορτώνει όλο το βάρος
Και ανοίγοντας την πόρτα
Αγκαλιάζει τα παπούτσια του



ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

Δεν είναι τυχαίο
Τόσος ουρανός υπήρξαν άνθρωποι
Στα χέρια τους μεγάλωσε η σφαίρα
Εξαντλημένοι τώρα εκδρομείς
Στάθηκαν στις πέτρες
Κοιτάζοντας μύθους και αλλαγές
Μετρώντας τα ρολόγια
Ίσως φτάσουν τα χρήματα
Για μια κοσμογονία



ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ

Χέρσος από την κορυφή ώς τις ρίζες
Σπαρμένος πρωινή τροφή
Ανάγκη του μεσημεριού
Τις νύχτες εύχεσαι να τελειώσει ο κόσμος
Όμως εγώ δεν είμαι ο έρωτας
Σιωπές δεν έμαθα να φτιάχνω
Τα κύματα δεν χτένισα
Δεν στέγνωσα τους βράχους
Μαχαίρι στην ανάσα όχι
Όχι παρέα του θανάτου
Χωράφι χώμα εύκρατο
Βλασταίνω τη φωνή σου
Πάνω μου φυτρώνουν οι αλήθειες




ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Χώμα πάνω στο χώμα
Την εποχή εκείνη
Ήταν το μόνο που είχε σημασία
Τα νύχια μας καθάριζαν οστά
Υπολείμματα
Διπλωμένοι θάφτηκαν κάποιοι
Πιστοί μέχρι τέλους στη συγκατάνευση
Άλλοι ευθυτενείς αφέθηκαν στη σήψη
Και εμείς καλοκαίρια ολόκληρα
Γυρεύουμε έναν ευτυχισμένο νεκρό



ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Ήταν μια γνώριμη κατάσταση
Σκίζαμε τα σεντόνια
Ξηλώναμε τα λούστρα
Ο ρυθμός της ανάσας σήκωνε τα χώματα
Ντυμένοι ρίζες αλλάζαμε νερό στις ανθοστήλες
Ύστερα βγαίναμε στους δρόμους
Αρνητές του χρόνου
Οι αποξηραμένοι
Έτσι μας φώναζαν
Στεγνοί από ελπίδα
Τόσο σκληροί
Άπειροι αριθμοί
Και όλα αυτά υπό το φως του ήλιου
Εκείνες οι μέρες άντεχαν τη διαστολή


(Ρολόγια και άλλοι χτύποι, εκδ. Μελάνι)

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ


Σονέτο παρατεταμένης ακινησίας

Όταν αφήνεται στο πάτωμα να πέσει
η ταραχή μου, με μορφή αντικειμένου,
κοιτάζω πάντα με τα μάτια του χαμένου
που χρόνια στέκεται ψυχρός στην ίδια θέση.

Όταν η πόρτα είναι κλειστή, δε μου αρέσει
να την ανοίγω¨ βάρος ξένου
χεριού, στα δάχτυλά μου φορεμένου
οριστικά μου ‘χει τη θέληση αφαιρέσει.

Όταν η μύγα μ’ ενοχλεί, δεν τη σκοτώνω.
Όταν φωνές με προσκαλούν –δε συμμετέχω.
Όταν τηλέφωνο χτυπά, δεν το σηκώνω¨

την απραξία στις εκφάνσεις της διατρέχω
και μες στην πλήξη της αδράνειας που κατέχω

μένει το σώμα μου μετέωρο και μόνο.



Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΠΟΥΡΔΑΚΗΣ (7)

                                             ΨΥΧΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ


Σήμερα βαριέμαι πολύ, ένας πονοκέφαλος μου κάνει παρέα από το πρωί. Όταν απομακρυνθεί δεν γνωρίζω ποιο ψυχικό κλίμα θα πάρει τη σκυτάλη. Μου τράβηξε την προσοχή ένα κυπαρίσσι στο βάθος. Χρόνια μένω εδώ και δεν το είχα προσέξει. Λογικά θα υπήρχε. Στέκεται σαν παραστάτης δίπλα σ΄ ένα μοντέρνο κτίριο. Ο αέρας το λικνίζει. Για λίγο ακουμπά στον τοίχο και πάλι απομακρύνεται. Ώσπου παύει να φυσά και επανέρχεται στη θέση του. Αισθάνομαι ότι κάπως έτσι αιωρούμαι και γω από τα συναισθήματα μου, αλλά δεν επανέρχομαι πάντα με τέτοια ακρίβεια σε κατακόρυφη στάση! Έχω πόδια σε αντίθεση με τα δέντρα και μπορεί να βρεθώ σε άλλο σημείο ή να κάνω διάφορα πράγματα που αυτά δεν μπορούν να κάνουν. Υπεύθυνος είναι πάντα ο εσωτερικός αέρας που δίνει ορμή . Είναι πολύ μεγαλύτερος μαφιόζος από ένα αθώο νοτιά και δεν ξεγελιέται από τις καιρικές συνθήκες. Ζει στο δικό του κλίμα. Μπορεί να σε πάει χωρίς να το καταλάβεις μέχρι και στον πιο μακρινό πλανήτη από την ευρηματικότητα και την περιέργεια που τον διακρίνει. Αν σταματήσει να φυσά μένεις και συ ακίνητος σαν το δέντρο. Ανήμπορος να πράξεις και τα πιο ασήμαντα. Αυτά τουλάχιστον ακίνητα παράγουν καρπούς, εσύ ακίνητος δεν παράγεις τίποτα.



                                                      ΓΛΥΚΙΑ ΑΠΟΤΥΧΙΑ


Όταν αισθάνεσαι ότι πέτυχες σε όλα, νιώθεις υπέροχα, δεν βρίσκεις πια τίποτα άλλο να κάνεις και αναρωτιέσαι για τη συνέχεια της ζωής σου. Τότε είναι που έχει ανοίξει το βάραθρο της πτώσης, έτοιμο να σε καταπιεί! Πας ένα βήμα πίσω τρεκλίζοντας από τη μέθη της επιτυχίας και πέφτεις μέσα, νιώθοντας ευτυχισμένος ακόμα και την ώρα της αιώρησης. Χτυπάς κάτω και απολαμβάνεις για ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου μέχρι και αυτόν τον χτύπο στον πάτο της αβύσσου. Σε λίγο θα αρχίσουν οι πόνοι συνοδευόμενοι από πλήθος επιδοκιμαστικών φωνών από άλλους πεπτωκότες, που χαίρονται την άφιξη σου, για να ξεχαστούν και να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι σε αυτόν τον κόσμο. Εν χορώ, ανάμεσα σε φλόγες και οράματα τετελεσμένων ονείρων, θα τραγουδήσετε όλοι μαζί ύμνους και ωδές στην αποδημία του οργισμένου ρόδου.




                                               ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΕΝΟΡΑΣΗ


Σύμφωνα με τον φιλόσοφο ο κόσμος έχει τέτοια ενότητα πια, που αν πετάξει μια πεταλούδα σε κάποιο μέρος του κόσμου, μπορεί να έχουμε εξελίξεις, που θα επηρεάσουν όλο τον πλανήτη. Θα προσφέρω και γω το λιθαράκι μου στην λάξευση της ανθρώπινης διάνοιας, χωρίς διάθεση να ειρωνευτώ, απλά χάριν της ποιητικής εικόνας. Λοιπόν, αν στο Μέλανα Δρυμό το πελώριο δάσος στη νοτιοδυτική Γερμανία στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης ανάμεσα στον ποταμό Ρήνο δυτικά και στις πηγές του Δούναβη νότια, φταρνιστεί ένας σκίουρος και συμπέσουν οι κατάλληλες χωροχρονικές συνθήκες, τότε είναι πολύ πιθανό να γκρεμιστεί η Ακρόπολη!



                                                   Η ΒΑΔΙΣΤΗ ΛΕΥΚΑ

Ένα μικρό τσουβάλι με βιβλία, που περιμένουμε να ωριμάσουν, βρίσκεται στην αποθήκη της βιβλιοθήκης. Δαιμόνιοι βιβλιοθηκάριοι έχουν καταλάβει την αξία του και φροντίζουν επιμελώς να μην μαθευτεί τίποτα για την ύπαρξη του. Ένας έκανε το λάθος να το πει στη γυναίκα του και εκείνη όταν θέλει να βγει βόλτα, απειλεί, ότι θα το αποκαλύψει και πετυχαίνει το στόχο της και βγαίνουν. Είναι βέβαια καλή και σέβεται την αξία των γραμμάτων και δεν απαιτεί κάτι παραπάνω. Την μέρα της ωρίμανσης έχει κανονιστεί μυστική συνάντηση με επιφανείς λογοτέχνες για να γίνει η μοιρασιά. Ως αντάλλαγμα θα δωρίσουν μέρος της βιβλιοθήκης τους. Έχουμε υποκλέψει μια μικρή ιστορία και την παρουσιάζουμε:


-Ανθεμίων ξακουστέ άντρα γιατί δεν με θες για γυναίκα σου;
-Φιλαρέτη είσαι πολύ χαρωπή, μιλάς και γελάς συνέχεια.
-Αν είναι έτσι θα αρχίσω να κλαίω.
-Ούτε να κλαις θέλω, να κάθεσαι σε μία γωνία, να είσαι λιγομίλητη και όταν είναι έτοιμο το φαγητό να με φωνάζεις.

Η Φιλαρέτη βυθίστηκε σε σκέψεις και ο Ανθεμίων κορδώθηκε αισθανόμενος το γλυκό συναίσθημα της επιβολής. Έγιναν τελικά σύμφωνα με τα γραφόμενα της ιστορίας ζευγάρι, μακροημέρευσαν και κάναν μία κόρη, η οποία γοητεύτηκε από το φεμινιστικό κίνημα. Ασκούσε ως αποτέλεσμα διαρκώς κριτική στη μάνα της. Οι δύο ευτυχείς γονείς την έβρισκαν χαριτωμένη, αλλά ανησυχούσαν πολύ, όταν κατέβαινε στις διαδηλώσεις. Έγινε δεινή μεταφράστρια ιαπωνικών και δεν προλάβαινε να τρέχει σε συνέδρια για να μεταφράζει. Η διήγηση σταματά στα εικοσιεφτά της έτη, πάνω που ετοίμαζε βιβλίο για την ιστορία της γυναίκας στην Ιαπωνία. Δυστυχώς δεν έχουμε μαρτυρίες για το περιεχόμενο. Οι γονείς της της είχαν δώσει το όνομα Βαδιστή Λεύκα, καθώς ο πατέρας λάτρευε τους Ινδιάνους και την άγρια φύση. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου θρυλείται ότι βρίσκεται το εξής τετράστιχο:

Γυναίκες υποτακτικές
στα βάθη των αιώνων
τα φύλα μεταλλάχθηκαν
την σήμερον ημέρα.






                                                  Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Το λυκαυγές χαριεντίζεται με τις νότες της μουσικής των πουλιών, που πλημμυρίζουν τα δέντρα. Ο ήλιος, άλλοτε μοιάζει σαν κρόκος αυγού, άλλοτε σαν πορτοκάλι, άλλοτε σαν χαρωπός θεός, και μερικές φορές σαν αυτό που μπορεί να είναι, μια πυρακτωμένη μάζα στο μοναχικό σύμπαν. Τα παιδιά τον ζωγραφίζουν να χαμογελάει. Οι ποιητές, του απευθύνουν μέχρι και τον λόγο. Άλλοι άνθρωποι πιο πρακτικοί, στήνουν περίεργες μηχανές και αξιοποιούν τις ακτίνες του, για να αποκομίσουν ενέργεια ή για να πλύνουμε τα πιάτα και να κάνουμε μπάνιο. Μερικοί μαυρίζουν την πλάτη τους στις παραλίες, ενώ τα φυτά τον ρουφάνε, έχοντας την πιο βαθιά σχέση με τις ακτίνες από όλα τα πλάσματα. Όταν κάθεσαι στο δωμάτιό σου, μια μουντή ημέρα και ξαφνικά ξεπροβάλλει και το φωτίσει, αμέσως φωτίζεται και η ψυχή σου. Είναι αφορμή για να πάρεις κάποιον για να βγείτε βόλτα. Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει να κατοικήσει κάποτε μακρινούς πλανήτες, αλλά εκεί δεν θα πάει λογικά ποτέ. Περίτεχνοι υπολογισμοί γίνονται, από τα πιο λαμπρά μυαλά, για το πότε θα σβήσει, που συμπίπτουν με την πιο ασφαλή πρόβλεψη για το τέλος της γης, μαζί με αυτές και για την πρόσκρουση κάποιου μετεωρίτη. Αν δεν προλάβουμε, βέβαια, εμείς οι ίδιοι στο ενδιάμεσο διάστημα, να την ανατινάξουμε. Εκεί που πριν κάποιες χιλιετίες, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αρθρώσει μία λέξη, τώρα μπορεί να αφανίσει όλη τη γη. Και αυτή αμύνεται σθεναρά, για να γλιτώσει με διάφορους τρόπους. Όπως με την μεταλλαγή των ασθενειών, τους σεισμούς, τους καταποντισμούς και τους πολέμους. Μέχρι και τούτοι μπορεί να πηγάζουν από σκοτεινά φυσικά αίτια, και όχι μόνο από επιφανειακές αξιώσεις επεκτατισμού των εθνών και των κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε το λέει και ο λαός: «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου». Ή αν πάρουμε την θεολογική σκοπιά, που μπορεί να έχει επέκταση και στην φυσική, με μια ευρεία έννοια: «Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου».

Εκείνος ο άνθρωπος, που νομίζει ότι είναι κύριος του εαυτού του και κατακτά και κυριαρχεί, μπορεί να είναι ο πιο δαιμονισμένος και ο πιο υποτελής στη φύση. Άλλωστε αυτό φαίνεται στα μάτια των πιο απλών συνανθρώπων του, που τον κοιτάνε με δέος και τον φοβούνται. Στο τέλος δε, μη μπορώντας να κάνουν και αλλιώς, τον πιστεύουν και τον ακολουθούν. Και ο ήλιος φωτίζει αδιάκριτα, τόσο τις σφαγές, όσο και τα πιο ευγενικά μας επιτεύγματα. Μη όντας δημοκράτης, άλλα έχοντας τη δικιά του φύση.




                                                   ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ


Είναι το γέλιο σου χοάνη με μυρμήγκια, που απελευθερώνεται στο σώμα μου και το αναστατώνει, κάνοντάς το να μορφάζει και να τινάζεται για να τα διώξει.
Κυβιστικό σχέδιο των δεινότερων ζωγράφων του 19ου αιώνα, που προκαλεί άνοιγμα στη βαλτωμένη σκέψη.
Μαθηματικός τύπος, λαξευμένος και δισεπίλυτος για τα καλύτερα μυαλά της Οξφόρδης, που είναι πιθανό να μη λυθεί ποτέ.
Φιλοσοφικό θεώρημα, που θα έφερνε στους κριτικούς φιλόσοφους της Γερμανίας παραζάλη, και θα τους οδηγούσε σε φλογερή αντιπαράθεση.
Μέθοδος προσηλυτισμού των πιο πνευματικών ιερέων σε αλλόθρησκο, που τους κοιτά με δέος και πίστη για τη νέα αγγελία.
Είναι το γέλιο σου σαν τα μουσικά κακαρίσματα της κότας, στο χωριό μου, που με κάνουν και μένα και γελάω και μου έρχεται να τις κυνηγήσω.
Όταν δε γελάς, γίνομαι όπως η βραχυκυκλωμένη τηλεόραση, αναζητώ σαν τον εθισμένο τηλεθεατή πάλι την εικόνα του γέλιου σου.
Σαν τον ευαίσθητο αστυνομικό που βλέπει παντού παραβάσεις, όταν γυρίζω από την συνάντησή μας, τακτοποιώ τα πράγματά μου και επιβάλλω στο δωμάτιο πειθαρχία.
Είναι το γέλιο σου αντίδραση σε ερωτικούς λόγους, που ψελλίζουν παιδαριώδη χείλη, κι ευθύς μόλις τα φωτίσει, τα κάνει και σωπαίνουν.



                                               ΔΕΝΔΡΟΠΟΛΕΜΟΣ

Τα δέντρα της αρχαίας πόλης έβγαλαν τις ρίζες τους με τα κλαδιά τους κι έφυγαν τρέχοντας για το κοντινότερο δάσος, για να γλιτώσουν! Στο δάσος δημιουργήθηκε συμφόρηση και από το γηραιότερο δέντρο του, κηρύχτηκε άμυνα μέχρις εσχάτων. 
Είναι ο περίφημος δεντροπόλεμος, που έλαβε χώρα στο βουνό, βόρεια της πόλης, πριν πολλά χρόνια. Λέγεται ότι τα νεκρά δέντρα, από τους σακατεμένους τους κορμούς, πέταξαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και δημιούργησαν τον γειτονικό οικισμό που ονομάστηκε Δεντροκορφή. 
Οι νικητές έστησαν μνημείο στην Δεντροανδρεία και για πολλά χρόνια ήταν ενθύμιο για αυτούς, για το απαράμιλλο θάρρος που έδειξαν σε μια δύσκολη ιστορικά στιγμή. Μετά από χρόνια οι ψυχές των ηττημένων δέντρων, που ήταν άνθρωποι πια, σακάτεψαν το δάσος με τα τσεκούρια τους και πήραν την εκδίκησή τους, για να μπορούν να ζεσταθούν το χειμώνα και να κάνουν όσες άλλες δουλειές χρειάζονται ξυλεία.
 Η ακριβής εξέλιξή τους είναι άγνωστη και ο θρύλος δεν αναφέρεται περισσότερο σε αυτούς. Στο τέλος του αναφέρει μόνο ότι συνήθιζαν να τραγουδούν τα περίφημα δεντροτράγουδα.


(Θρήνοι και Μύθοι)


















Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ (5)

Ο ΨΑΡΑΣ

Ο ψαράς που μαχαιρώνει τα μπαρμπούνια
κόβει τα κουμπιά των πουκαμίσων ένα –ένα.
Άνεμος που σπρώχνει το κλαδί και σπάει τζάμια
ο βραχίονας του το κλαδί ηλιοκαμένο.
Πού να κρύβεται ο άνεμος;
Κέντρο πόλης
φέτες καύσωνα στην τσέπη
αγοράζω όσο –όσο την ελευθερία
λίγη θάλασσα μαχαίρωσε και τύλιξέ μου
ν’ αναπνεύσω.



ΑΠΟΛΥΜΕΝΟΣ

Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω αυτό το τρύπημα
σαν να μην κατέβαινε στα χέρια αίμα
σαν το κεφάλι ένα ξερό νεκροταφείο αυτοκινήτων
κι όλο το σώμα σε υπερδιέγερση
και το χαμόγελό μου λείο
σαν υπαίθρια τσουλήθρα στο φεγγάρι
μα δεν έφτανε
έχουν σμικρύνει την καρδιά μου τόσο
να χωράει στα σερβίτσια
κι έχουν δουλειά οι μπάτσοι που διαβάζουν Λούκυ Λουκ
κι αλλάζουν με περίστροφο σελίδα
κι έχουν δουλειά τ’ αφεντικά και τζάμπα ρεύμα
γιατί ‘ναι ικανοί πολύ
να μπήγουνε θεμέλια στον ύπνο των ανίκανων.
Τ’ ανάστημά μου στον καμμένο Υμηττό
τα μάτια μου δυο πτώματα κουκουναριών
δεν γνώρισαν, δεν είδαν
άλλο απ’ άφωνα μικρά ζωάκια
να σκαλίζουνε στ’ αποκαϊδια για τροφή.

Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω να σκιστεί η αναπνοή μου
που τη μετρούν με τεχνικές της γιόγκα
θα πιω ένα μπουκάλι με χυμό από ρόδι
και βιταμίνες πλούσιες
για ν’ αποδώσω ένα μυαλό πειθήνιο
να παραδώσω σώμα ολόκληρο για επένδυση
δοκιμάστε με
αν τα σκευάσματα των φαρμακευτικών βοηθάνε
ν’ αγοράσω
θ’ αποστηθίσω τις βουλές
για τη σωστή στάση του σώματος
θα πιάνουνε τα χέρια μου
θα σας αφήσω ασπροπρόσωπους.

Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω την ατομική μου ήττα
θα περπατώ στους δρόμους δίχως αύριο
κι απ’ τα στενά θα ξεπηδά το ξεθεμέλιωμα
στο δαίμονα να πάτε στυλοβάτες
στο διάολο ικανοί
σωματοποιημένα ομόλογα
ασφάλεια με περούκες και κουρέλια
κριτές με δάχτυλο σπαθί
καθηγητές οικονομίας με Paul Frank
Αμίτες με καινούργια σλόγκαν
απ’ τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά
μεγάλα σφυροδρέπανα
και θα γελώ γερά
χαμένος μες στο πλήθος.



ΑΧΑΡΝΩΝ

Όσα κλέβει η ματιά απ’ τα παράθυρα
ειν’ άκρες κρεβατιών,
άδεια βάζα, κάδρα, κομοδίνα,
κάποιο σώμα πίσω απ’ την κουρτίνα
και τα μεσημέρια μοιάζουν ψηλότερες
οι πολυκατοικίες.

Στο δρόμο μία μελαμψή κοπέλα με μαντίλα
διασχίζει τις γραμμές του ήλιου
με τους χιλιάδες κόκκους σκόνης των κατεδαφίσεων.
Δεν διαβάζω των βημάτων της τη γλώσσα,
ούτε τ’ αγιάζι πώς μου γνέφει
με την ηλεκτρισμένη φούστα της.

Παρά δίπλα σ’ ενα αραβικό παντοπωλείο
να πρόσεξε κανείς κείνο το αγόρι
που με καμάρι φίλησε τον νεογέννητο αδερφό του;



 ΑΓΑΠΑΩ

Ακέφαλα δέντρα απλώνουν τα κλαδιά τους
να πιάσουνε τον ήλιο
κι εγώ σου είπα σ’ αγαπάω.
Μα τι ωραία λόγια, παραδέχτηκες
ανοίγοντας του τραίνου το παράθυρο
να τα ρίξεις βιαστικά στην κίνηση.

Να ‘σμιγαν, πρόσμενα, οι καρποί,
να χάσουν κάθε πρακτικότητα
κουβαλώντας σύννεφα ανάσας
βαθιάς, σαν ορυχεία τούρκικα
και γύρω οι φαντάροι να σκίζουνε το δέρμα τους
πλέκοντας κονσερτίνες στην περίφραξη.



ΤΑΞΙΔΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ

Κρύωνες σ’ ένα παγκάκι παιδικής χαράς.
Με ό,τι σάρκα έβρισκα στο κρύο
σε σκέπαζα.

Όταν με ξεβόλεψες στον καναπέ
χυμώντας με το σάλιο σου στους φόβους μου
ήσουν περίπτερο στην Πατησίων με φωτιά.

Υπήρξε εκείνη η νύχτα όταν με ξέντυσες.
Το δωμάτιο καταποντίστηκε
το πέτσινο κολύμπαγε με το χαλί
τα σύνεργα γυμναστικής και τα βιβλία
βούλιαζαν ασυμμάζευτα.

Έπρεπε να φύγεις.
Μας χώριζαν δύο πελάγη
γεμάτα αόρατα σκυλόψαρα.

Χαλκομανία στον καθρέφτη
και η φάση πήρε την πορεία
άτακτου πλήθους σε αγώνα μ’ επεισόδια.






Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΡΕΚΛΙΔΗΣ (5)

Από την ενότητα Εωθινά Βαλς ενός μόνου      

Ι

Κουράστηκα αιωνιότητα τις ομορφιές των ονομάτων
Θέλω να είμαι αυτός που θέλω να είμαι
Μια ξέπνοη αρμυρήθρα στ’ ακρογιάλι
Που μάταια προσπαθεί μεσημεριάτικα
Να δροσίσει την ξέγνοιαστη μυρμηγκότρυπα
Για την οποία διόλου δε γνωρίζει
Πως έχουν χρόνια τώρα αφήσει τα μυρμήγκια.



VII

Αυτή τη νύχτα κι έπειτα την άλλη νύχτα
Τις βλέπω που μουδιάζουν το σκοτάδι
Σα να ‘ταν όλα μια χαράδρα των νευρώνων
Σα να ‘ταν όλα μια ανεύρετη ζωή
Νιώθω την κούραση ενός νεκρού
Καθώς τον ικετεύουν να γυρίσει πίσω

Λευκές φωνές κι ύστερα ξένο, πολύ ξένο φως.



VIII

Ένα κοιμάται παιδί ζωντανεύει στα πλατάνια [...]
Δοκιμάζει την ανθρώπινη σιωπή
Προβληματίζοντας τους άτσαλους ανέμους
Που ρίχνονται νοσταλγικά στ’ αρυτίδωτα κυπαρίσσια
Ενόσω συνεχίζει ατάραχο να βλεφαρίζει ερωτήματα
Μέσα από χρονολόγια προσώπων που δεν υπήρξαν
Δεν υπάρχουν δεν θα υπάρξουν καν
Κλείνοντας συμβόλαιο με τη ζωή για μια στιγμή
Με option τη μία αιωνιότητα

Γύρω φαινόμενα απατούν μα η σκέψη πεισματάρα
Ούτε που αγχώνεται λιγάκι για το γάμο της
Γαβγίσματα απ’ το πουθενά και γέροι κάτασπροι
Πιο άσπροι κι απ’ την παθογένεια
Φεύγουνε μαύροι και γυρίζουν κίτρινοι

Το παιδί σηκώνεται να ξεκουράσει τον ίσκιο του δέντρου

Κι ο ουρανός που κατεβαίνει άθελά του
Κρεμιέται απ’ τις κλωστές που δεν μας κράτησαν.


Caspar_David_Friedrich_-_Der_Mönch_am_Meer


XX

Σήμερα αγαπώ τον κόσμο με μια πρωτότυπη μετριότητα, αδιαφορώντας για την προίκα του ανθρώπου, τα «δήθεν» και τα «δεηθώμεν». Τα μάτια μου φανατικοί οπαδοί δακρύων και δέντρων, ζητωκραυγάζουν για ένα ακίνητο βλέμμα ή μια ζεστή βροχή.
Έχω καιρό πει αυτά που θέλησα, όμως το χάραμα βιάστηκε κι ήρθε απ’ τις πέντε παρά και με βρήκε απελπιστικά εδώ, κι όμως, πάλι, τόσο δα ευτυχισμένο, ικανό να λησμονήσω μέχρι κι αυτά που δεν συνέβησαν ποτέ.
Ακούω τα πρελούδια του Μπαχ κι η λέξη μεγαλείο αλαφρώνει, το κύρος που δανείζεται ο ουρανός από το χώμα, σκέφτομαι. Ποιος θα το πίστευε; Ίσως εν τέλει και να ζω.
Ύστερα πάλι, τέτοια φτηνή φιλοδοξία ποτέ μου δεν την επεδίωξα, ούτε όταν στρίμωχνα τον αέρα κάτω απ’ το κρεβάτι μου για να κρυφτεί από εμένα, ούτε όταν σερνόμουν στο πάτωμα κάνοντας τον σκύλο για να δω αν τρελάθηκε ο κόσμος. Ο κόσμος, ναι, που σήμερα αγαπώ, δίχως εξαιρέσεις και ονόματα, παρά μονάχα με τη βαθύτατη, ειλικρινέστατη ντροπή τού να υπάρχεις.



XXVII

Με λίγο τριμμένο δενδρολίβανο στο κεφάλι θα παραμείνω να θαυμάζω το μέρμηγκα π’ ουδέποτε ζήτησε την παρτιτούρα απ’ το τζιτζίκι παρά κοίταξε τις γρατσουνιές στον ουρανό κι υποσχέθηκε να παραμείνει ένας πιστός στο χώμα θα συνεχίσω να τραγουδώ στον λίγο Άραχθο και στον πολύ Αχέροντα τα τραγούδια που σφύριζε ο Ηράκλειτος βρεγμένος σαν παραθύρι και να μετράω μ’ ένα μοιρογνωμόνιο τον ουρανό σαν κάποιο άπειρο παιδάκι που ‘χει πιστέψει τόσο βαθιά το άπειρο σαν την αχτίδα που καρφώνεται ανάμεσα από δυο κλαδιά και υποκλίνεται στο χώμα.


(Εωθινά βαλς ενός μόνου)