Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΡΔΕΛΛΑ



Η Μόσκω η Μοσκούλα ξύπνησε με τον Αυγερινό.

- Ο πετεινός κοιμάται ακόμα στην ελιά, της είπε η μάνα της, στον ουρανό ακόμα βόσκει των άστρων το μελίσσι, κ' είσαι ξύπνια από τώρα κατσικούλα μου;

Η Μόσκω η Μοσκούλα πηγαίνει κι ακουμπάει απάνω της.

- Γιατί τα σκουλαρίκια του λαιμού σου τρέμουν τόσο, ρωτά η μάνα της, γιατί μου βελάζεις ανήσυχα, Μόσκω Μοσκούλα;

- Στον ύπνο μου έβλεπα, μάνα μανούλα μου, πως ήρθε ξένος άνθρωπος που με κοίταξεν άγρια πολύ κι ύστερα μου φόρεσε στο λαιμό μια κόκκινη κορδέλλα.

- Μόσκω Μοσκούλα, περίμενε να δώσει ο ήλιος και θα ρθει η ξανθή κοπέλα της κυράς να σου φέρει στην ποδιά της τ' άγριο τριφύλλι.

- Στον ύπνο μου την είδα την ξανθή κοπέλα και δε μου 'φερε τ' άγριο τριφύλλι, μόνο κοιτώντας την κόκκινη κορδέλλα μου σήκωσε την ποδιά στα μάτια της και σφούγγιξε τα δάκρυά της που 'τρεχαν νερό.


(Πεζοί Ρυθμοί, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, εκδ. 1980)







Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΣ (3)



MOΝΑΔΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΖΩΗΣ

Το αειθαλές Φθινόπωρο
σαν γιόρταζες Χριστούγεννα
τα ανεξίτηλα φιλιά
τα πρόσωπα που σκόρπισες σαν από πικραλίδα.

Μονάδα μέτρησης ζωής:
πόσες φορές την έγδυσες
απ' τα βαριά της ρούχα.



ΜΑΘΕ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Η νύχτα φέρει το φεγγάρι γιατί δεν τ' αγαπά
Να τρέμει το σκοτάδι από φόβο.
Και ξέρεις γιατί στο 'πα:
Αν σ' έναν μείνει
Νεκρώνεται το μυστικό
Αν τρεις τ' αφουγκραστούν
Το τρέμουλο σε σπαταλά
Καθώς η νηνεμία σ' οργασμό.



ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΣΗ ΜΑΣ ΚΑΚΙΑ

Τους δαίμονες κρατήσαμε κοντά μας
Χρόνους πολλούς έξω απ' την κόλαση
Ανέστιοι κρυώνουν.

Για τούτο, θυμιατίζω
Με λιβάνι που καίει
Παράπονα μιας παγερής αιωνιότητας



(Σπορά για μια Κυριακή, Εκάτη 2017)



Χρήστος Κατρούτσος

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ (6)

ΤΕΛΙΚΑ

Και όμως
Τολμήσαμε τελικά
Ανοίξαμε τέρμα τον φωτοφράχτη
καίγοντας από χέρι
σύμπαντα τα λευκά



ΠΑΡΗΧΗΣΕΙΣ

Παρηχήσεις
Απροκάλυπτες
Σε ακάλυπτο ανταριάζουν
χώρο κοινό
Αφήνουν τις αισθήσεις αδιάφορες
στο ημερήσιο έργο τους να επιδίδονται
οικιακό μαυρόασπρο
επάνω σε σφουγγαρισμένο μπαλκόνι
ήδη στεγνό

Η μνήμη μόνον
διεγερθείσα υψώνει
προστασίας τοιχίο
από αρματωμένο σκυρόδεμα
πάνοπλο
την πτώση φοβούμενη βίαιη

στου παρόντος
το πλακοστρωμένο κενό



ΠΟΝΤΟΙ ΒΟΥΒΟΙ

Πόσοι άπλεκτοι
πόντοι βουβοί
και πόνοι πόσοι
Γιαταγάνια γαϊτάνια
Δεν καταδέχονται υποκοριστικό
Κόβουν και κόβονται
Μαχαιριές στη μασχάλη

Μετά
στον λαιμό



ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Στον κήπο εκεί των ίδιων αγαλμάτων
δύσμορφο βρέθηκε γλυπτό
να αφουγκράζεται
Το ποδοβολητό σαν σμίγουν των πελμάτων
Το αγκομαχητό τους
πώς σέρνονται
πριν τον τετελεσμένο χωρισμό



ΑΝΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Κι ενώ
Ασύστολα διαρκώς διαστελλόταν
σαν διάβαινε το κατώφλι
ολόκληρος να χωρέσει
και θερμαινόταν
να μείνει σαν μπει
μέχρι η μονάκριβη να χαράξει αυγή
το κέλυφος αμώμου ημέρας λευκής
ας πάσχισε

δυο λέξεις δεν μπόρεσε
να βγάλει απ' το πηγάδι
αντάξιες της στιγμής



ΤΟ ΚΥΜΑ ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Το κύμα επέστρεφε
στου πελάγου τα βάθη γιατί
βραχώδης η ακτή
αφιλόξενη
και ο κόλπος στενός

δεν χωρούσε
ο αφρός των ημερών

(Σε Κλοιό Σώματος, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016)

photo : Χριστίνα Καραντώνη

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ (5)

Η ΣΙΩΠΗ

Κάνει πολύ καλό
το σπίτι κι η σιωπή.

Κι όταν σου λέει μπράβο η δασκάλα
να την ακούς

Δεν είναι λεφτά
τα αντικαταθλιπτικά

Το κρεβάτι
μόνο
να αλλάζεις σεντόνια

Βρεγμένα δάκρυα
τα μαξιλάρια
θα αρρωστήσεις

Τα όνειρα σου
να πλένεις τακτικά

Επιτρέπεται
και η χρήση μαλακτικού

Για να μυρίσει καλύτερα η αποτυχία

Οι 40 βαθμοί
θέλουν μπριζόλα
να μην ξεχάσεις να την βγάλεις από την κατάψυξη
και να τρως αργά
προσεχτικά

Οι μπουκιές χαλάνε τα δόντια

Πιες και λίγο γάλα
να θυμηθείς
πως ήσουν παιδί

Οι αναμνήσεις είναι κατάλληλες αυτή την ώρα
το σκοτάδι έπεσε προ πολλού
μια καινούργια δυστυχία ξημερώνει

Πέσε για ύπνο τώρα



ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Σήμερα πέθανε μια πεταλούδα
Στο σπίτι μου
Τη βρήκα δίπλα στο κρεβάτι
Άσχημη πεταλούδα
Και νεκρή

Μυστήρια του έρωτα,
δεν υπάρχει τίποτα πια που να μπορώ να κάνω
Εκτός από αυτό που πρέπει

Πήρα το μικρό άψυχο σώμα
και το έβγαλα έξω
Στη βεράντα
Στο κρύο
Να θαφτεί μες στον αέρα που φυσάει και
φεύγει

RELAPSE
Πέφτεις σε μια άδεια τρύπα
Με ένα πτώμα
Σε κάτι που ονομάζεις κρεβάτι
Κλείνεις το φως
Και ονειρεύεσαι
Μια συνουσία
Ή ένα χάδι
Υποτροπή
Στη σιωπή
Και στο κενό
Ανάρρωση
Λέω είναι
Να μπορείς να ελπίζεις
Μετά από ούτε ξέρεις πόσο καιρό
Ανάρρωση
Λέω είναι
Να μπορείς να ελπίζεις
Για κάτι απλό…

ΜΗΤΕΡΑ

Οι μικρές ζωές που ζούμε
Αυτό είναι το σημαντικό
Τα λεπτά μιας μέρας που δεν έχουν καμία σημασία
Αν σε αγαπώ;
Σε αγαπώ όπως κάποιος που είναι φτωχός
Σε αγαπώ
Χωρίς καμία πολυτέλεια
Μαγειρεύω τα φαγητά που τρως
Και βλέπω τα παιδιά μας να αναπνέουν σε δωμάτια άδεια
Δεν σκέφτηκα ποτέ να φύγω
Η ζωή για μένα δεν είχε τόση φαντασία
Να ξυπνάω δίπλα σου
Αυτό θα θυμάμαι
Αυτό
Κι ότι ίσως ποτέ δεν ζήσαμε εδώ στα αλήθεια


  

ΜΑΚΡΟΒΟΥΤΙ


Ανοίγει η πόρτα. Περιμένω να κατέβουν. Κάποιοι πετά-
γονται σαν την πρώτη ανάσα μετά από ένα μεγάλο μα-
κροβούτι. Κάποιοι αργά, σαν να βάζεις αντηλιακό μη σε
χτυπήσει ο ήλιος. Κάνω μια «τσουπ» κι ανεβαίνω. Κοιτάω
για θέση. Αυτός ο αγώνας να βρεις μια θέση. Κάθομαι εξα-
ντλημένη και μια κυρία με στραβοκοιτά.
– Ζούγκλα, κυρία μου. Ο πιο δυνατός κάθεται.


(Φλαμίνγκο, εκδ. Μελάνι)

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΜΑΡΟΥΣΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (6)

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΑΣ

Η γυναίκα με τα μαύρα
και το δρεπάνι στη γλώσσα
έχει στην πλάτη
ένα τσουβάλι ανείπωτο
το θρέφει μ' αβίωτες στιγμές
με μάτια παιδιών
βαμμένα με απουσία
μ' ανέγγιχτα χέρια και μάγουλα
στο άνοιγμά του
ακούγονται αγέλαστα χαχανητά
τραγούδια αμελώδιστα
από δρόμους δίχως πόδια
και τα βράδια
που έχω πάψει να προσεύχομαι
από μικρή τυλιγμένη στα γόνατα
δένομαι όλο πιο σφιχτά
στου κρεβατιού το κεφαλάρι



ΒΡΕΧΕΙ ΑΝΟΙΞΗ

το κλάμα κλειδώνει τα μάτια
κλείνει τ' αυτιά
γεμίζει το στόμα άχυρο
βουβά κι αθόρυβα κατρακυλάει
μέχρι να σου ποτίσει τις ρίζες
για να ανθίσεις



ΕΧΩ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

συναντιόμαστε στη δεύτερη βόλτα του
μου μαγειρεύει φαγητά της λαμπρής
μου ανοίγει πηγάδια είκοσι μέτρα πέρα απ' τη θάλασσα
μου τραγουδάει στίχους από παλιά τραγούδια
και θέλει να μπαίνουμε μαζί απ' την ίδια πόρτα
έτσι που πια
καθόλου δεν τον φοβάμαι



ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ

η τρέλα περιθάλπει
ταϊζει στο στόμα
γλυκό του κουταλιού
με τις χούφτες
μαλλιά
σε απόχρωση του μπλε
εκτός χρωματολογίου
χρόνος που φράκαρε
στη μέση δαχτυλίδι
πιέζουμε το λαιμό
να γουρλώσει τα μάτια
φτύνει στο στόμα
περίσσια μαύρη βλέννα
στο αναφιλητό του διπλανού
στο τέλος
όλοι κρατιούνται από το κάγκελο



ΜΙΑ ΜΕΡΑ

μια μέρα θα πάψω ν' αντιστέκομαι
θα βρω διέξοδο και θα σκορπίσω
ήταν καλό παιδί θα λένε
αυτό με κάποια θλίψη που θ' αρμόζει στην περίσταση
πριν απ' αυτή τη μέρα
ελπίζω πως θα 'χω στήσει καραβάνι
από ψυχές και σώματα που αγάπησα
φυλλομετρώντας
έτσι και σήμερα αντιστέκομαι
όμως ετούτη η σιωπή με προκαλεί να ουρλιάξω
και το ρολόι λάθος τικ τακ
και η ψυχή μου λάθος



ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

ξυπνητός συνεχώς στο όνειρο
σχεδόν ήθελα
μάτι ασήκωτο
υγιώς εκπνεόμενο εγώ

ο άνθρωπος της απόστασης
σύντομος
η σιωπή της στιγμής
θόρυβος ολοκληρωμένος


Παραπομπή: https://pameomorfimou.blogspot.gr/

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ (5)

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Απαρηγόρητος ο άνθρωπος
Γδύνεται τις νύχτες
Μόνος ξαπλώνει
Κρεβάτι ύπνου
Και όταν από σύμπτωση
Χαιρετίσει άλλη μια μέρα
Δήθεν ανυποψίαστος
Παίρνει νέα πόζα
Παρένθεση στα λόγια
Καπνός των προπατόρων
Ύστερα σε πέλματα πυθίες
Φορτώνει όλο το βάρος
Και ανοίγοντας την πόρτα
Αγκαλιάζει τα παπούτσια του



ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

Δεν είναι τυχαίο
Τόσος ουρανός υπήρξαν άνθρωποι
Στα χέρια τους μεγάλωσε η σφαίρα
Εξαντλημένοι τώρα εκδρομείς
Στάθηκαν στις πέτρες
Κοιτάζοντας μύθους και αλλαγές
Μετρώντας τα ρολόγια
Ίσως φτάσουν τα χρήματα
Για μια κοσμογονία



ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ

Χέρσος από την κορυφή ώς τις ρίζες
Σπαρμένος πρωινή τροφή
Ανάγκη του μεσημεριού
Τις νύχτες εύχεσαι να τελειώσει ο κόσμος
Όμως εγώ δεν είμαι ο έρωτας
Σιωπές δεν έμαθα να φτιάχνω
Τα κύματα δεν χτένισα
Δεν στέγνωσα τους βράχους
Μαχαίρι στην ανάσα όχι
Όχι παρέα του θανάτου
Χωράφι χώμα εύκρατο
Βλασταίνω τη φωνή σου
Πάνω μου φυτρώνουν οι αλήθειες




ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Χώμα πάνω στο χώμα
Την εποχή εκείνη
Ήταν το μόνο που είχε σημασία
Τα νύχια μας καθάριζαν οστά
Υπολείμματα
Διπλωμένοι θάφτηκαν κάποιοι
Πιστοί μέχρι τέλους στη συγκατάνευση
Άλλοι ευθυτενείς αφέθηκαν στη σήψη
Και εμείς καλοκαίρια ολόκληρα
Γυρεύουμε έναν ευτυχισμένο νεκρό



ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Ήταν μια γνώριμη κατάσταση
Σκίζαμε τα σεντόνια
Ξηλώναμε τα λούστρα
Ο ρυθμός της ανάσας σήκωνε τα χώματα
Ντυμένοι ρίζες αλλάζαμε νερό στις ανθοστήλες
Ύστερα βγαίναμε στους δρόμους
Αρνητές του χρόνου
Οι αποξηραμένοι
Έτσι μας φώναζαν
Στεγνοί από ελπίδα
Τόσο σκληροί
Άπειροι αριθμοί
Και όλα αυτά υπό το φως του ήλιου
Εκείνες οι μέρες άντεχαν τη διαστολή


(Ρολόγια και άλλοι χτύποι, εκδ. Μελάνι)

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ


Σονέτο παρατεταμένης ακινησίας

Όταν αφήνεται στο πάτωμα να πέσει
η ταραχή μου, με μορφή αντικειμένου,
κοιτάζω πάντα με τα μάτια του χαμένου
που χρόνια στέκεται ψυχρός στην ίδια θέση.

Όταν η πόρτα είναι κλειστή, δε μου αρέσει
να την ανοίγω¨ βάρος ξένου
χεριού, στα δάχτυλά μου φορεμένου
οριστικά μου ‘χει τη θέληση αφαιρέσει.

Όταν η μύγα μ’ ενοχλεί, δεν τη σκοτώνω.
Όταν φωνές με προσκαλούν –δε συμμετέχω.
Όταν τηλέφωνο χτυπά, δεν το σηκώνω¨

την απραξία στις εκφάνσεις της διατρέχω
και μες στην πλήξη της αδράνειας που κατέχω

μένει το σώμα μου μετέωρο και μόνο.