Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΑΒΕΡΜΠΑΧ (4)

                                                                                     Περί ποιητικής: ο τραγικός 

                                                                                   με τις περιγραφές του ήρωά του

                                        

                                         Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ


Αποφάσισα να χειραγωγήσω

στην απολυτότητα της μοναξιάς μου

το πιο σπουδαίο έργο.

Είναι πιο εύκολο -νομίζω για μένα-

να ξεχνάω παρά να θυμάμαι.

Το κλάμα γίνεται ένα ησυχαστήριο

κι εσύ δίκαια έρχεσαι κάθε βράδυ

και με λυγμούς παραδέχεσαι τον ρομαντισμό μου.

Προφανώς υπάρχει ματαιότητα

που σε αναγκάζει να σωριάζεσαι

με την επίφαση της άνοιξης.

Άνοιξα και έκλεισα αμέσως

τη μνήμη μου, εξιλεώθηκα.

Αυτό που σιχαίνομαι

από τον άνεμο είναι ο εγωισμός του

κι εγώ είμαι ελεύθερη σα τ' αηδόνι.


                                            

                                            ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

                                                                                                

                                                                                               Μνήμη Νίκου Καρούζου


Ήταν σα να τρεμουλιάζαμε

με έναν λόγο αγκαλιά,

ακέφων ο επιβάτης.

Είθε μια σκιά συγκίνησης

και το πένθιμο σώμα μιας άγνωστης

για να παραδίνομαι σε σπαραγμούς

δίχως την Εξήγηση της θύελλας.


Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα,

Εδώ εμείς δεν έχουμε παράθυρα

               ΣΑΝ


                ΝΑ

                

                ΜΗΝ


                ΥΠΗΡΞΑΜΕ


                   ΠΟΤΕ




                                    ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΥΣ


Ούτε που ταραχτήκαμε απ' το ανώφελο,

αν το μέσα μου μιλούσε

μάλλον θα έτρεχε ζαλισμένο στη βροχή.


Ας αφεθούμε στο ουρλιαχτό μας επιτέλους

χωρίς να μένουμε καθισμένοι

με τα νυχτόβια τρέμουλα.


Την ομίχλη να την προσπερνάς

μόνο εκεί έχει απέραντη ομορφιά

-δεν έχουν πυροβολήσει ακόμα προς το μέρος μας-


Το πρόσωπό σου είναι ένα κάτασπρο πουλί

που σύντομα θα έχει εξημερωθεί.


Ερημωμένος-Συντετριμμένος απ' τον τελειωμό μας.


Δίχως καμιά ενοχή

κοιτάμε κατάματα την απιθανότητά μας

και δεν εγκαταλείπουμε,

για ένα όνειρο παραμένουμε.


Θα υποδυθώ έναν ήρωα από τα παιδικά μου χρόνια

η τόλμη της νιότης μάς αφήνει πάντα ελεύθερους.

Διότι στο τέλος, γονατισμένοι απ' το φόβο,

λαχταράμε μιαν απόδραση.




                                ΠΟΛΛΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟΨΕ


Κρατάω σημειώσεις

από μια φανταστική έκρηξη.

Λοιπόν

καταλήγουμε στο πουθενά,

εκεί που θα μας δαμάσουν τα πάντα.

Είμαι η έντρομη αίσθηση

ερχόμενη απ' το στήθος σου, δεν σε υπακούω πια

περιστρέφομαι ολόκληρη με ένα πουλί βουβό.

Όταν με αφήνεις στην τελευταία κατηφόρα

πλένω με αίμα τη συνείδησή μου.


Αν πράγματι όλα είναι τόσο απλά

γιατί δεν φεύγουμε;

Προς τα πίσω ίσως να είναι καλύτερα

αφού στο τέλος μόνο τους νικητές αγαπάτε.

Η παραδοχή είναι η μόνη μου λύση

θα δω το μέσα μου αλλιώς για πρώτη φορά

αλλά είμαι αρκετά εγωίστρια

για ν' ανήκω στα σκοτάδια τους,

θέλω όμως να προλάβω ν' ανατιναχτώ!

Έχω ένστικτο μεγάλο

το ηλιοβασίλεμα δεν θα το ξαναδώ ποτέ

τί άλλο να περιμένουμε τώρα

χθες κάναμε μια όμορφη ερωτική πράξη

και έχω εξουθενωθεί.


(Απώλειες, Θράκα 2019)


Edvard Munch-The Loneliness of the Soul



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

ΜΑΡΙΑ - ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ (6)

 Ήρθε ένα κακό μαντάτο

φωνάζοντας το όνομά μας

κάτω από το μπαλκόνι

το σώμα σου

κορμός δέντρου

με ξεφλουδίζει

το χρώμα σου

γκρι

ξύλο το κούτελό σου

το προσκυνούσα συνεχώς

εκείνη την ημέρα

η μητέρα

βουβός θρήνος

έστεκε από πάνω μας

Ακανθώδες το μουστάκι σου

μικρά κλωνάρια

τα παίζω με τα δάκτυλά μου

ξύπνα μπαμπά

χάνεις την τελευταία σου παράσταση

ξύλινη ερμηνεία


                                                            *


Μαμά θυμάσαι;

όταν μου έστυβες πορτοκάλια;

σου ζητούσα

να στύψω κι εγώ μαζί σου

αλλά μικρό το χέρι μου

μεγάλο το πορτοκάλι

έβαζες το χέρι σου

πάνω στο δικό μου

για να με βοηθήσεις

με τη δύναμη

αλλά εγώ πονούσα

το χέρι μου

έτσι

και σήμερα με τη μικρή

Όχι

όχι 

δεν έβαλα το χέρι μου να τη βοηθήσει

έμαθα


                                                                        *


το βλέπεις

το πράσινο

εκεί

τα δέντρα

αν περάσει το βλέμμα σου

τον διάδρομο

τον ορό

τον ζελέ

το κρεβάτι

το παράθυρο

από πίσω του


                                                                        *


Ξημερώματα

εγκατέλειπα την κηδεμονία σου

στ' άψυχα λευκά ντουβάρια του Άγιου Σάββα

με φόβο

που σκάλωνε κάτω από τη γλώσσα σου

και ανέβαινε στο βλέμμα σου

ζητούσες να καθίσω

εξαντλημένη

έφευγα¨

μετά από δυο μέρες

κρεμάστηκες

από το τοπίο

που βρισκόταν κάτω από τα πόδια σου


                                                                    *


Ως συμβάν σε ανακοίνωσαν

στόματα -ειδήσεις

αρσενικό ή θηλυκό το σώμα;

Κανείς δεν έδινε σημασία

άνθρωποι πέρναγαν δίπλα σου

σε ταχύτητα φωτός

έλεγαν: "τι όμορφο ηλιόλουστο μεσημέρι Σαββάτου"

μα εσύ είχες ήδη αγγίξει

τα απόνερα

πάνω στις ράγες


                                                                         *


Δεν είναι

άσχημα

και τόσο μοναχικά

όταν στο τέλος

απομένεις

εσύ και τα λουλούδια σου


(Ρίζες, 24 γράμματα εκδόσεις 2019)


Edward Munch - Young Woman Washing Herself


ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ (5)

                                     ΓΕΥΣΗ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


Λιγόστεψε, εσώθη μου η φωνή.

Καταλαβαίνω τη γλώσσα μου ωμή.


Τώρα το λόγο έχει η νύχτα.

Τα δόντια της δείχνει και τα νύχια


σαν πάει μία λέξη να χαράξει.

Έτσι, έχω στα μάτια σου αράξει.


Το είδωλό μου μέσα τους μισό.

Τα λόγια που θα σου 'λεγα μασώ.


Έχω το βλέμμα ερωτευμένου

που γεύεται μια δόση πεπρωμένου.



                                        ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Στον κόρφο μου ζει ένα φίδι.

Μαζί μου ήρθε και θα φύγει.


Κόβει απ' τη σάρκα μου και τρώει.

Κουλουριάζεται στο ίδιο μπόι.


Με μάτια από φως κοκκινωπό

μέσα μου στάζει αίμα νωπό.


Ανοίγει νέες φλέβες, με πνίγει.

Το άδειο του δέρμα με τυλίγει.


Βουτώ στη θάλασσα της νάρκης.

Από φαρμάκι είμαι αυτάρκης.



                                        ΕΞΑΙΡΕΣΗ


Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.

Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς


δεν κατοικεί. 'Εφυγα κι έμεινε βορά

στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.


Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω

ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω


στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα -

ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.


Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.

Κατ' εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.



                                            ΧΑΝΤΡΕΣ


Το σκοτάδι μάς κοιτάει από παντού.

Το μόνο που σπάει το φράγμα του ορατού.


Τα μάτια του πετράδια από γυαλί.

Πράσινα, κίτρινα, μπλε, πορτοκαλί.


Όπως τα μάτια ανθρώπων που είχαμε

αγαπήσει όσο ακόμα υπήρχαμε


στο φως. Τα κοιτώ και μ' αποστρέφονται.

Τη νύχτα τα πάντα επιστρέφονται.


Χάντρες τα περνώ στου βίου μου το νήμα.

Παίρνω στο λαιμό μου όλο το κρίμα.



                                    Η ΜΟΥΣΑ


Ο ποιητής πάσχει από δόξα.

Σε κάθε ποίημα η ίδια λόξα.


Τη Μούσα κατηγορεί ευθέως

που δεν τιμήθη ως κορυφαίος.


Η επιθυμία κύκλους κάνει.

Μοναδική ελπίδα η κάννη.


Οι κριτικοί βοηθείας χείρα

τείνουν και η Μούσα του χήρα


μένει να περιμένει πάντα

τη δόξα και τον ανδριάντα.


(Απώλεια λήθης, Οι εκδόσεις των φίλων 2019)


Rene Magritte - Memory 1



Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΜΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (7)

                      αυτοβιογραφικό ποίημα


ερείπια της Ακαδημίας Πλάτωνος
Βία και Αδιαφορία
ρυάκια διατρέχουν το κεφάλι μου
το μέτωπο στον τοίχο του διαδρόμου

για άλλοθι λείανα τις γωνίες του προσώπου
ένα σύννεφο τρίχες
ευλόγησα τους ανθρώπους
και περίμενα


                                                     *


                      νυχτερινή σκηνή


αργά
νύχτα βαθιά
μεσάνυχτα
αργά

λούζομαι στην κουζίνα φως
ζω σε σκιές με ναφθαλίνη
κρύβομαι στη ντουλάπα

ο φωταγωγός ελαφρύς
κοιτάζει κάθετα
ένα κομμάτι ουρανού



                                                     *


                      κείμαι στην όχθη σου ξανά


μνήμες σα μνήματα βαριές
νωχελικά ίπτανται με βουητό σα μύγες
στο γυάλινο κρανίο μου αργές
κι όσο γερνώ πιο λίγες
μνήμες που αλλάζουν όψεις

με ανεπαίσθητη -σαν υποψία- δροσιά
ασύλληπτα βαριές ρίχνουν σκιές
κει που ανθίζαν γιασεμιά
στις εσωτερικές μου αυλές
που τρύπωνες να κόψεις

μνήμες σα βράχια στο λαιμό
ενώ στα μάτια σπάνε κύματα
τώρα που ανέβηκε η στάθμη σου εντός μου
τη δύναμη να δω -φωνάζω -δως μου
στην όχθη κι άλλα ξεβρασμένα θύματα
και πνίγομαι σε ένα λυγμό



                                                                     *


                     το μαντάρισμα του ουράνιου φορέματος


το πέπλο του ουρανού
χωρίς ντροπή
εγκλωβίζει ό,τι ενώνει

κι η διέξοδός του η μόνη
αν τύχει ολόγιομο φεγγάρι
ή κάποιο άστρο ως άλλη οπή
του κόσμου
το χέρι απλώνει
κλέβοντας φως από το φως μου



Μάνος Μιχαηλίδης, Tree lines and light


                     σπουδαίοι άνθρωποι


σπουδαίοι άνθρωποι
αν ήμασταν
θα ήμασταν
στις επάλξεις

και σε βιβλίων πτυχές
που γράφονται
σαν κύματα που σκάνε
στα βράχια των εξώφυλλων

και στα τραπέζια
θα ήμασταν
φύσεις νεκρές και μόνον




                                                                        *



                   το κρύο πρόσωπο του θανάτου


στης γης τις χαραμάδες
γλιστράει βρώμικος ο θάνατος
δεν έχει πρόσωπο
το επιβεβαίωσα στον καθρέφτη
το επιβεβαίωσα προσγειωνόμενος
στα ξερόχορτα σαν λεύκας χνούδι
το επιβεβαίωσα
βράδυ Φλεβάρη με χιόνι
ψαρεύοντας στον πάγο
το επιβεβαίωσα
όταν σαν μυρωδιά σιδήρου στ' αεράκι
είδα της παπαρούνας το βελούδο
να ντύνει το εσωτερικό των τάφων μας




                                                                       *



                     η ποίηση είναι


πίεση
είναι η λέπρα στα χέρια μου
οι οφειλές εκδοτικών
κι ακόμη να σιχαίνεσαι τους ανθρώπους
και να τους αγαπάς

ποίηση είναι ο θάμνος που μας κρύβει
και τα πεσμένα φύλλα της φτέρης
ένα κούτσουρο από ευκάλυπτο
όπου ξαποσταίνει μια μάνα
το καθαρό νερό
που βρωμίζεται από καθαριστικά
η βρώμικη σκέψη είναι οπωσδήποτε ποίηση

ποίηση η υγρασία και οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι
η τελική μοναξιά της ασυνεννοησίας
το μαγικό ραβδί που θα τ' αλλάξει όλα
είναι η ποίηση




στη σιωπή, Αθήνα, Δεκέμβριος 2019

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ- ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ

Αδελφοσύνη

Η Αδελφότητα είναι μια σφιχτή έννοια.
Μας ακουμπά με τη διάθεση ενός κύματος.
Μας παίρνει μαζί της και μας αφήνει ξανά στη στεριά
                                                                                πιο λίγους.
Στεγνούς, μετά από τόσο ταξίδι.
Έχουμε χάσει για μια στιγμή τον εαυτό μας.
Μαθαίνουμε όμως να επιστρέφουμε
                                στη μοναξιά, χαμογελώντας.

Κοιτάζουμε πάλι την επιφάνεια της θάλασσας.
Δεν είναι χάδι πάνω στο δέρμα της Γης.
Δεν είναι απλώς ένας τρόπος να ξεπερνάμε τη θλίψη.
Νιώθουμε πως ανήκουμε σ’ αυτό το απειλητικό θαύμα.
Πως τα χέρια μας θα άντεχαν να κρατήσουν,
                τρέμοντας έστω, μιαν αλλιώτικη ανάσα.
Να συναισθανθούν το ρυθμό της, πέρα απ’ ό,τι
                                                υπαγορεύει η συνήθεια.
Κάπως έτσι αποφασίζουμε να κοιτάξουμε,
                                                για πρώτη φορά,
                                                ο ένας τον άλλον.
Δημιουργώντας έναν δεσμό που θα υπάρχει για πάντα,
ώς και στην άκρη της γης, στο πιο έρημο
                                                σημείο του Κόσμου,
έξω απ’ την ανθρώπινη πλάνη
στην απουσία των φθόγγων
μόλις ένα βήμα πιο πίσω απ’ την αλήθεια.



Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΑΝΝΑ ΝΟΥΛΗ (1)

              Για μια θανάσιμη ζωή


Στην αρχή ήταν η άνοιξη
που δεν έλεγε να έρθει
μουντές μέρες με χιονιά κι αέρα
σ' έναν Μάρτη που χαμόγελο δεν έσκασε

Μετά άρχισαν να εμφανίζονται
τα πεθαμένα πουλιά
-χελιδόνια μα και σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες-
σωριασμένα στους δρόμους, στα χωράφια και
                                              στις πλατείες

Αγγελιαφόροι έφταναν από μακριά
φέρνοντας θλιβερά νέα
για εκατόμβες νεκρών εκεί στις ξένες χώρες
κι ύστερα ξεψυχούσαν στο κατώφλι μας
ο άερας πάντα δυνατός διέσπειρε τον φόβο

Κλειστήκαμε στα σπίτια μας
με σανίδες καρφώσαμε τις πόρτες και τα παράθυρα
απ' τα υπόγεια ξεθάψαμε κάτι αρχαίες μάσκες
μ' αυτές κυκλοφορούσαμε στο ίδιο μας το σπίτι
μη μας γνωρίσει ο θάνατος
                   που μας είχε σημαδέψει

Μα τα σημάδια συνέχιζαν δυσοίωνα
κούνιες που αιωρούνταν μόνες τους
                  στις παιδικές χαρές
Εκκλησίες που ράγιζαν ώς τα θεμέλιά τους
Εσταυρωμένοι που δεν αποκαθηλώθηκαν
ώστε να ενταφιαστούν ευλαβικά
    σε τάφους ανθοστόλιστους
Λύκοι που ούρλιαζαν έξω από τις αυλές μας

Άγρια ζώα παράξενα πουλιά
εμφανίστηκαν στις έρημες
    πόλεις και στα χωριά μας
Μέσα από χαραμάδες παρακολουθούσαμε έντρομοι
κι οι άνθρωποι συνέχιζαν να πεθαίνουν
φέρετρα ασυνόδευτα περιφέρονταν στους δρόμους
νεκροί άνοιγαν μόνοι τους τους τάφους για να μπούνε

Μα ένα πρωί ήχος καμπάνας ακούστηκε χαρμόσυνος
τελάληδες φώναζαν πως το κακό τελείωσε
και πρέπει πια να βρούμε την παλιά ζωή μας
Εμείς ωστόσο αρνηθήκαμε
δεν αξιώσαμε καν να θέσουμε τον δάκτυλον
επί τον τύπον των ήλων
ξεχάσαμε την Ανάσταση που τόσο προσδοκούσαμε

Αφήσαμε τη γη στα φυτά που θέριεψαν
και στ' άλλα πλάσματά της
κι απλά περιφερόμασταν σκιές του εαυτού μας
στ' άδεια δωμάτια, μόνοι-
(Από φόβο;) Μόνοι.


Art: Georgia O' Keefe