Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ (7)


ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

ΙΙΙ

Έχω μάθει για τους κληρονόμους απειλούσανε
Να μαχαιρώσουν τα βελούδα του τοίχου
Φεύγοντας σκίσανε τις κουρτίνες
Με τους ζωγραφιστούς ανέμους

Αλλά το σπίτι άνοιγε τη νύχτα
Με το φεγγάρι σε βουνά σκόνης και σκουπιδιών
Αθώο έτρεχε το αεράκι στους διαδρόμους
                                    σκορπισμένα δικόγραφα
Και μεταξωτές γόβες

Καπέλα τρύπια στο μωβ επάνω
Και τα φτερά τους σε άθικτο χρόνο
Όταν
Από μόνος του υποχώρησε ο τοίχος
Γκρεμίζοντας φοβέρες και πορτρέτα
Και η απατημένη πάντα εκεί
Στη στρογγυλή φωτογραφία
Πάνω στο ράφι της κουζίνας

Με το τζάμι σπασμένο γύρω απ' το λαιμό


V

                       Αυτός ο δρόμος

Από τότε που αναστήθηκε κρυφά αυτός ο δρόμος
Σηκώνεται φεύγει
Πάει στα τραίνα κάτω
Τα σπίτια μένουν να χάσκουνε στα σκαλοπάτια
Τα φορέματα άτακτα φώτα
Ν' αναβοσβήνουν στα σώματα

Το περιστέρι αγριεμένο στα ερείπια
                            του σπιτιού
Να έχει χάσει την ανθρώπινη λαλιά του
Κι εγώ να φοβάμαι
Αναίτιο κάτι
Που σταματάει πάντα την εξομολόγηση


ΚΑΤΩ ΟΥΡΑΝΟΣ

                                  Κάτω ουρανός

Αυτό που καίει προς τα έξω το σώμα ψελλίζει
Θυμήσου πόσο ήσουν περίκλειστη
Τότε που μαγευόμουν να λέω ψέμματα
Και αλήθειες απίστευτες

Εξόριστη με τόση άγνοια γεωγραφική
Τα νησιά στον ύπνο μου
Τα γιασεμιά στις νύχτες σου
Και να σπάνε τα τζάμια τα κύματα
Σαν όνειρα που τους εσάλεψε το λογικό

Τραγούδια λάμποντας περιστρέφεσαι
Η μια ακτή τριγυρίζει την άλλη

Χτύπα καμπάνα μακρινό μου σώμα
Πάνω φεγγάρι
Κάτω ουρανός

Άνεμος σφυρίζει στο παλιό παλτό
Στην αποθήκη
Που καίει τα γράμματα ο καιρός


                                Η φωτογραφία

Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες να ουρλιάζουν
Όταν έπεσε λες κι ήμουνα σε ξένο σπίτι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω να φωνάζω
Πώς αυτή η ξαφνική βροχή μου ανήκε
                                και με το παραπάνω

Τα έλεγα μέσα μου αυτά -πώς αυτή η
                                  ξαφνική βροχή...
Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες και τα περιπολικά
Γι' αυτό το χαμένο το τσακισμένο πρόσωπο
                                      του έρωτα το ασήκωτο σκοτάδι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω το κλάμα



                                 Δώδεκα και είκοσι

Ήτανε δώδεκα και είκοσι
Όταν ανάψανε τα φώτα
Και μπήκε μέσα η στάχτη
                         κι η φωτιά της
Όταν σαλέψανε στον ύπνο τους τα σώματα
Όταν αναστενάξανε
Γυρνώντας λίγο απ' το άλλο πλευρό
Κι ακούστηκαν να τρίζουν τα καμένα

Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
Όταν μου ζήτησαν μες στ' όνειρο να πω
Την τελευταία μου λέξη

Από μακριά ερχόταν ένα βουητό
                        ήτανε πλήθη ζωντανών
Πλήθη νεκρών

Ένα άγγιγμα στο χέρι μόνο αισθάνθηκα
Ήτανε άγγιγμα αυτό
Κάτι σαν χάδι κάτι
                  τελειωτικό


ΚΑΤΑΣΤΗΘΗ ΚΑΜΠΑΝΑ

                                 Σκοτωμένη από έρωτα

Το σώμα μου όλο κατέβαινα

Παρατημένες κάτω στο δρόμο
                            οι αποσκευές μου
Πώς κάηκαν έτσι τα χρώματα
                        στα καθημερινά μου ρούχα
Πώς διασύρθηκαν έτσι
Τι με ρίχνει τώρα
Στη νύχτα αυτού του γέλιου

Με ταρακούναγες από τους ώμους
Δεν καταλάβαινα το τέλος
                       της εποχής των προπόσεων
Το γήρας στο βλέμμα
Τον άλλοτε δαίμονα
Κι η ομήγυρις με μια νεκρότητα
Να τρώει και να πίνει
Άγιε μου Γεράσιμε σκοτωμένη από
έρωτα πήγαινα
Σε γκρεμό κατέβαινα
Το σώμα μου όλο κατέβαινα


                                Κάτω απ' τη σήραγγα

Μαύρο προσεχτικό άρωμα
Λαμποντας απ' τα μαλλιά
Ως κάτω στο στόμα

Το τραίνο να τρέχει κάτω απ' τη σήραγγα
                                   παγιδευμένα πουλιά
Ακουγόταν ένας παφλασμός
Στα πλευρά της στοάς σαν από κύματα
Που θέλανε να ορμήσουν μέσα
Κι αυτό το μαύρο άρωμα να ψαχουλεύει
                               μες στο ημίφως
Μήπως βρει τη μοίρα του

Μαύρο καλοκαίρι πήγαινε αργά
Σαν άλογο που θα ξεσπάσει αργότερα
Σε τρελό καλπασμό
Μες στο πηγάδι φώναζα τ' όνομά μου
Μη χαθώ

Έπλυνα καλά τον καθρέφτη
Και το χαρτοκόπτη
Και τα πέταξα στα σκουπίδια


(Ωσάν λέξεις)





Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (11)


Δάσος

Λιτά
τα δέντρα,
τα σκόρπια φύλλα
όχι λυπητερά.
Κι όμως βουβά
θανάσιμα.
περπατώ και συλλέγω
χρυσή σιωπή.


Αύριον

Και αίσθημα και αίσθηση αφήσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.


Ανυπαρξία

Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε. γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.


Τοπίον

Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.


Ίσως θύμα

Θάλασσα, ίσως θύμα
ο Θεός θέλει
μια λίμνη από δάκρυα να υπάρχει
σαν έξω απ' το χρόνο,
αλλά ορατή πέραν της ψυχής.
του ανθρώπου θέαμα και καθρέφτης.


Οικογένεια

Η αποσταμένη πολιτεία της αγαθής μας ηλικίας
σα μια μητέρα ή μια μεγαλύτερη αδελφή
ακόμα αυταπατάται.
νομίζει πως θα ζυγώσουμε ξανά τα σύνορά της
και με τη μελιχρή και ντροπαλή φωνή της
γλυκιά σαν μια ανέπαφη ανάμνηση
μας ικετεύει
Πιστεύει πως εύκολος ανεκτός είναι ο γυρισμός
ήδη μας βλέπει φτάνοντας στους κόλπους της
και ξανανιώνει παρανοεί τα παλαιά μας δάκρυα


Φιλοσοφία

Συνομιλία με το αντικείμενο
πράγμα μοναχό του.
σιωπή μετρημένη
από ένα άγνωστο αυτί
μας πλησιάζει
και μας δένει,
γύρω μας βουίζει
μυθικό έντομο
ένας Θεός


Αιώνες

Μακριά απ' την κοσμογονία,
με παρατήσανε μοναχό,
σαν πτώμα
ή κτήνος

Και περάσανε οι μέρες πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό

Περνούσανε, κι από τον ύπνο
όπου επνιγόμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια
τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός
και τη σιωπή του χρόνου

Yves Tanguy, The furniture of time

Το σώμα είναι έτοιμο

Το σώμα είναι έτοιμο
Άνοιξη άσπρο τριαντάφυλλο
Μια σιωπή από σπουργίτια
Μάτια που πνίγονται
Διαγράφοντας την αλήθεια
Λικνίζοντας το μυστήριο

Λόγια μεστωμένα στο μέλι
Που κρέμονται ξέχειλα
Από ουσία
Στα κλωνάρια των δέντρων
Στα μπράτσα που σηκώνουνε καρπούς
Τα χελιδόνια


Ανακούφιση

Το μάτι αισθάνεται
μια κάποια ανακούφιση
Όταν ο άλλος απολαμβάνει
Βλέποντας τα ίδια.


Είναι Λουλούδι

Τ' όνομα του κάθε ανθρώπου
Είναι λουλούδι

Έρχεται απ' την πατρίδα
των πουλιών

Κατεβαίνει όπως η σελήνη
Στα νερά της θάλασσας
Και φέρνει γαλήνη

Όταν γυρίζει ο ήλιος
Οι γλάροι τ' ακούουν
Τόσο ψηλά ανεβαίνουν
Που όποιος τους κοιτάξει
Δε βρίσκει πια το χώμα

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (7)


ΒΑΘΜΙΔΕΣ

1

Ήτανε όλο το πρωί σημαιοστολισμένο
και τραγουδούσα.
Ολοένα έρχονται πια
σαν από ανώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια να βρω την αίθουσα
πρέπει να μιλήσω με τόσους
φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια.
Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι.

2

Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι
να σας απειλεί
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα να περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
ν' αγγίζει τα βιβλία σας
τα πράγματα στους τοίχους
κι ύστερα πάλι εμπρός σας
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

3

Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τον έρωτα κι εκείνα τα όνειρα
έλα στην κάτω γειτονιά και πες: Κορόνα -γράμματα
εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς.
Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό
για πάντα πέφτει ο καρπός από το δέντρο.
Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος
να τραβήξεις.
Ό,τι να σε καλέσει
δεν είναι για επιστροφή
τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός
είναι μες στο παιχνίδι.
Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν
σφάξε τη μια την ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη.
Κορόνα -γράμματα να παίξεις
τις ώρες και τα χρόνια
μόνος με τον έρημο αντίπαλο.

4

Εδώ είναι απότομη η χαρά: Μην προχωρήσεις.
Άκου το πουλί με το βιαστικό κελάηδημα
μην κινηθείς περισσότερο.
Έτσι του μιλήσαμε.
Μα έδινε μια μάχη -όπως είπαν.
Ύστερα είδαμε τον ουρανό που έπεφτε
ξεκομμένος από όλα
σαν γαλάζιο αλεξίπτωτο.

Χώθηκε αργά στο βάραθρο
και τον σκέπασε.


ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Πόσο διάσημη είναι η βροχή
ζεστή εικόνα μες στη θερμότητα των ενδυμάτων σου
φωνή του νερού απ' τον Αμνό
της ακοής μου ευτυχία.
Τώρα που βρίσκομαι στον τάφο του πατέρα
με βροχερό γιασεμί κατά τη δύση
τρέχοντας η σκουριασμένη βρύση του νεκροταφείου
ποτάμι δικό μου σαν τη ζωή ο θάνατος τι τραγούδι...
Και το μικρό σκουλήκι γίνεται πολεμιστής
δίκαιος μες στα χώματα.
Εδώ αυξαίνουν οι ώρες της γαλήνης στο λάδι του καιρού
είμαστε άφθαρτοι πώς να το φανερώσω
το άσμα κρύβεται μέσα μου βαθιά.


ΟΝΕΙΡΙΚΗ

Μοβ είναι το γκρίζο περιστέρι ολόγυρα
κι όνειρο πράσινο στο μικρό λαιμό του
ο έρωτας όπου
βασιλεύει μες στο νερό
πάντα ο έρωτας το καλό ταξίδι ανοίγοντας
ωσάν θαλάσσιο πανί στην κίτρινη αυτή νύχτα.
Η Εύα που σέρνεται ανάμεσα στους καρπούς κρεμάμενους
έχοντας την ωραία μορφή της
να κοιτάζει τους καρπούς
κι ο έντρομος Χριστός υμνεί το έντομο.


Ο ΚΗΠΟΣ

Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου
εσταυρωμένη έκσταση
λάμπος του θανάτου
στο στέρνο μου ακροβατείς.

Max Ernst, The joy of living

Η ΒΑθΕΙΑ ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Πού να βυθίζεται κανείς όταν πεθάνει; -
με ρωτούσες γαλάζια γυναίκα.
Βλέπω τα φύλλα σιωπηλά
στο χώμα
δεν έχουν μοίρα πια.
Πέφτουν ένα δύο τρία
θα ρθει ο άνεμος.
Τα φύλλα βυθίζονται στον άνεμο
δείχνουν την ποίηση με τόσες ταλαντεύσεις
ταξιδεύουν μαζί
με τα πουλιά.
Κοίταξε: βρίσκονται τώρα ψηλά.
Εκεί
λοιπόν
η τύχη κείται
μ' έξι φτερά
μαρμαρωμένα.
Μη λείψεις απ' το τραγούδι μας-
ποιος τρέχει μακριά στο πλάτος;
Είναι βλαστός ανέμου
χαρά
κομμένη απ' τον ήλιο της επιστροφής
ιδέα ήχος
η δωδεκάτειχος ψυχή μέχρι τ' αστέρια;
Τρέχει τρέχει τρέχει
λησμονιά γεμάτη άνθη εκεί.

(Ποιήματα 1961)

ΛΟΙΠΟΝ, Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑ
Χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
πάνω στο κιγκλίδωμα που είν' ερειπωμένο χρόνια
με τις σκόνες βουβές μακριά στα χιλιόμετρα της μνήμης
-ωραία θλιβερή γλυκιά επαρχία μου-
αλήτης αισθάνομαι της μεγάλης πειθαρχίας
όπου τα ύψη πάντα θα κρατά πεσμένα στ' αστέρια
κι ο ήλιος
μέσα στο γαλάζιο πυρ αιώνες...
Ανθόνερο της κλίνης όταν από χιλιάδες παραμύθια
σε λεύγες πυρετού βυθίστηκα νήπιος
και σεις ω χέρια της μητέρας μ' αγγίζετε-
είμαι χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
στο ευωδερό που μεγάλωσα σπίτι
αλλόφρων εγκαταλείπομαι στα οστά μου
εγώ τόσον άχρηστος
περ' απ' τα επαγγέλματα που τη ζωή κραυγάζουν
έδεσα το φαρμάκι μες στο στήθος.


Η ΧΑΡΑ

Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
έρημος ως τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μες στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος όπου σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
ή ο λαιμός να καίγεται-
ποιος άλλος θρίαμβος
των ηττημένων...
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ' αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
μ' ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.

(Η έλαφος των άστρων)

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Έλενα Πολυγένη (9)


Το παιχνίδι

Μικρό αλογάκι με τα ξύλινα μάτια
Δε μπορείς να βρεις την αγάπη σου
Κι η καρδιά μέσα σου χτυπάει
   Χτυπάει.

Αχ, καημένο ξύλινο αλογάκι.
Ο αναβάτης σου ήταν ένα παιδί.
Οι κούκλες στο δωμάτιο
Μιλούσαν μόνο για τα
   Φορέματα
Και τα μαλλιά τους.
Κανείς μεγάλος δε σ' έπαιρνε
  Στα σοβαρά.
Ολοι γελούσαν με το αυτιστικό σου
   Κούνημα
Πίσω-μπρος, πίσω-μπρος
Πήγαινε η ζωή σου.

Γελούσαν, αλλά εσύ ήξερες
  Την αλήθεια.

Τα βλέφαρά τους ανοιγοκλείνουν
Οι σκιές τους πηγαινοέρχονται
Τα παράθυρα υποφέρουν
Οι στάχτες εκπλήσσονται
Οι στάχτες εκπλήσσονται.

Παραπονεμένο αλογάκι
Η φωτιά μέσα σου
Θα τους κάψει όλους



Σφαγείο

Κόρη, γιατί το βλέμμα σου

  Πέφτει και σπάει;
Δε γνώριζες για τα σιδερένια χέρια
  Του κρεβατιού;
Μόλυνες την ανάσα σου με λέξεις
Που ξέχασες, ξέχασες τ' άλλο πρωί.
Ελαμπε το δέρμα σου αλλόκοτα,
   Σπαραχτικά
Καθώς πάσχιζε να ελευθερωθεί.
Τώρα, γιατί τρέμει η ματιά σου;

Η οθόνη σε περιμένει.
Θα πετάξει το κόκκινο κρέας
Μπροστά σου
Ολοζώντανο
Κατασπαραγμένο
Ζωάκι που έκλαιγε
Και
Ετρεχε
Μες στο σκοτάδι.

(Ο φαλλός του ουρανού
Κορόιδευε ανελέητα
Μην έχοντας όρεξη πια
Να το δαμάσει).


http://www.youtube.com/watch?v=ApCNB7bKimo


Η ώρα της Κρίσης

Μια λέξη που παραμένει ενίοτε στάσιμη σ' ένα μοτίβο προκαθορισμένο από δισύλλαβες τρισύλλαβες και μονοσύλλαβες κραυγές η σήψη
και η αδυναμία παραφυλάνε έξω από τα παράθυρα όπως το μέταλλο
της φωνής ραγισμένο σαν την ανυπαρξία σας

αποτελείται από προσχήματα μυστικά που μεταφέρετε τρέμοντας τα χέρια
σας αδυνατούν να πιάσουν το νόημα και παραπαίουν στις άκρες

παραφυλάτε έξω από τα παράθυρα με το σκοτάδι στο
μέτωπό σας κι αυτή η περίπλοκη θλίψη που στάζει από
τους σωλήνες και τις στέγες των σπιτιών στα μάτια
σας καθρεφτίζεται και σβήνει

είστε σ' ένα μεγάλο εστιατόριο, το βράδυ καρφώνεται
στη στέγη του, πιάνεστε από ένα μαχαίρι, ένα μαχαίρι
ειδικό να κόβει κρέας, η αιχμή του σας προβληματίζει
καθώς βλέπετε επάνω το όνειρό σας

κομμένο στα δύο μοιάζει το βράδυ από τη μια οι στέγες
οι κραυγές και η μασημένη τροφή, από την άλλη
το αιχμηρό ματωμένο αποτύπωμα και όλα τα υπόλοιπα



Σχεδιάζοντας μπροστά τους


Εκκινώ την απολογία μου με μια φωτογραφία
Χαρακτηριστικού μέρους του κόσμου: θλίψη.
Οι μέρες που απορρόφησαν την ύπαρξή μου
Ηταν σχεδιασμένες ομοιόμορφα και είχαν
Ολες το ίδιο όνομα: πλήξη. Το όνομα
Αυτό έχει δοθεί από τους βαπτιστές
Των πάντων. Δύσκολα μπορείς να του ξεφύγεις.

Βλέπω τον δρόμο. Στο τέρμα του.
Κάτι φεγγίζει στην άκρη. Να προλάβω
Να το σχηματίσω. Πανικοβλημένη,
Ψάχνω στις τσέπες μου αλλά το
Μόνο που βρίσκω είναι
Ενα μολύβι. Ούτε κατά διάνοια
Δε μπορώ να τρυπήσω μ' αυτό την ατμόσφαιρα.


Nicholas Lyras Leaving

(πρώτη δημοσίευση: (..poema.) περιοδικό, τεύχος 18)


Ναυάγιο

Ετοιμάζεται να πιει τσάι.

Τα πόδια σταυρωμένα, το κεφάλι
Επίμονα στραμμένο χαμηλά, κοιτάζει
Με προσήλωση το φακελάκι
Που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο
Καυτό νερό. Η κούπα
Πορσελάνινη,
Απροσπέλαστη, κλεισμένη
Στον εαυτό της.

Το νερό μαυρίζει ολοένα.


ΠΝΙΓΟΜΑΙ! ΠΝΙΓΟΜΑΙ!


(πρώτη δημοσίευση: Κουκούτσι, τεύχος 5)




ΑΜΗΧΑΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο αρχιστράτηγος με το γνωστό καπέλο ταΐζει
τα γουρούνια. Εγώ κρυμμένη σε μια παλιά
συνοικία, χωρίς τρόμο απεκδύομαι τις
εκφράσεις μου. Σπίτια και διαθέσιμα δωμάτια
για κάθε λογής επισκεπτήρια κατέρρευσαν
την οικοδομή. Συντρίμμια διασχίζουν το χάος και
αναδιπλώνεται. Εκείνη η κόκκινη κορδέλα στοιχειώνει
σαν ήλιος τα μαλλιά μου. Πώς να ανεμίσω μαζί της
ψηλά στις κορυφές; Πώς ενώ φεγγοβολά γύρω τριγύρω
η αντανάκλαση; Τα λάφυρα απ' τα όνειρα τρυπάνε
τις τσέπες μου, ρημάζουν τις ζωοτροφές. Τώρα για τη
σχεδία που θα μας σώσει ήτανε μια παρηγοριά της
φτηνής ώρας. Κι όταν μες στα χαλάσματα ανθίσει
η παπαρούνα, έλα να μου χαμογελάσεις.

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ

Τώρα όλοι μαζί σαν εξουσιοδοτημένοι, μέσα
στο χάος να παραλειφθούμε.
Χωρίς προσωπείο, χωρίς διάγγελμα όλοι οι άνθρωποι
είναι ίσοι.
Η μικρή νευροειδής υπόφυση θα δημιουργήσει
μια αλυσίδα από άσυλα.
Μας είπανε ότι η λάσπη
δεν μπορεί να εξεγερθεί και να λάμψει.
Σαν μιλημένοι τρέχαμε από τα κοιτάσματα
των θλίψεων,
σαν παρερμηνευμένοι.
Κατεδαφιζόταν το στοίχημά μας
σαν ηχώ από παράθυρα που έτριζαν.
Και πέφταμε απ' τον τέταρτο όροφο
με χαμηλά το κεφάλι.
Φαίνεται ότι τα λάφυρα από τα
παραγεμισμένα παντελόνια
άξιζαν όσο ένα μπουκάλι βενζίνη.

                            Η ΚΟΙΝΗ ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΗΙΝΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Όλοι περιστρεφόμαστε γύρω απ' τους εαυτούς μας σαν αυτόφωτα σώματα. Ο

κεντρικός μας άξονας χωρίζει τις επιθυμίες από τις ανάγκες και παρ' όλα αυτά

εκλιπαρεί για γαλήνη. Οι άλλοι πλανήτες μας είναι ξένοι. Παραληρούν γύρω

απ' τη δυστυχία τους κι αυτό είναι το μοναδικό κοινό σημείο. Όλα τ' άλλα είναι

απλώς εκλάμψεις φωτός. Τα χέρια της εγκοσμιότητας αγγίζουν όλους το ίδιο,

κάποιους τους πνίγουν πιο νωρίς και μ' άσχημο τρόπο. Το μυαλό λαμβάνει εξωτερικά

σήματα τα οποία ανακυκλώνει με ζήλο και τα μετατρέπει συνήθως σε σημαίες. Όλοι

βαριούνται να ζήσουν και φοβούνται να πεθάνουν. Η διαρκής ροή του νερού

υπενθυμίζει το χρέος για την ύπαρξη το οποίο ελάχιστες εξαιρέσεις κρίνουν ως

απαράδεκτο. Η τροχιά είναι κυκλική, δεν αποφεύγεται ποτέ η επιστροφή στο σημείο

εκκίνησης και δεν υπάρχει η παραμικρή εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα.


(πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo)


Ένα φάντασμα στην είσοδο

Πέθανα χθες
            λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Εύκολα και ανώδυνα
όπως μια φευγαλέα σκέψη.
Με βρήκε το πρωί
                        ο θυρωρός
στεκόμουν όρθια,
με το πανωφόρι μου
τα χέρια στις τσέπες   
            και τον κοιτούσα
                  τον κοιτούσα.
 
Κάλεσε ασθενοφόρο
πολύ παγωνιά έξω
ο κόσμος μετέωρος
ο κόσμος λάθος
η βροχή έπεφτε
τα μωρά κλαίγανε
η καρδιά μου χτύπαγε
η νεκρή καρδιά μου
δεν έλεγε να σταματήσει.
 
(πρώτη δημοσίευση: bibliotheque)

http://www.youtube.com/watch?v=Bco77zWl8pE

Από τη Χώρα των Παράδοξων Πραγμάτων

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΗ -ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (7)


                                                     Ράψιμο

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ' όλ' αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα 'ρθούνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ' τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα 'χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα 'χει πεθάνει.


                                                 Ο Μονόκερως

Ζει ο Μονόκερως. Ζούνε ωστόσο και τα κουνέλια. Με μουστάκια παλλόμενα, με ματάκια περίτρομα, γίνονται περισσότερα με την κάθε μέρα. Ώσπου η μοναξιά του Μονόκερου καταντάει μυθική, στα βουνά.


                                                      Τα έντομα

Όλοι αυτοί που περνούν έχουν κλείσει τριζόνια στα σπίρτα τους, στα παράδοξα σπίτια τους φέγγουν τη νύχτα οι πυγολαμπίδες, καπακωμένες μες στα ποτήρια. Σε κανέναν δε δίνουν νερό και φωτιά, τρέμουν μην τους ξεφύγουν τα έντομα.



                                                      Η σβούρα

Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στο ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.
   Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να 'ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τις μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;
    Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ' τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.
    Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.
   Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.
   Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.
   Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν' ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ' αδράχτι.





                                                             Εύνοια

Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω.
   Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το 'χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά.
   Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά.
   Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.


                                                           Ο αχινός

Έγκυος ήταν η φίλη μου η Μ. Κι η λιγούρα της ήταν για φύκια και όστρακα, τρελή από μια δίψα γύρευε θαλασσινό νερό. Γύρω της έκθαμβο σταυροκοπιόταν το σόι. Θα 'ταν κορίτσι; Θα 'ταν αγόρι;
Ό,τι κι αν είναι αγάπη μου, εγώ θα σ' το βαφτίσω, υποσχέθηκα μέσα μου μυστικά τρομαγμένη.
   Μετά μαρτύρια φρικτά, κι αφού πια πήδηξε ως το ταβάνι, γέννησε η φίλη μου έναν αχινό. Η μάνα της τον έριξε με φρίκη σε μια γυάλα και χάθηκε να βρει παπά, να τον ξορκίσει.
   Όταν ξύπνησε η Μ γύρω της μύριζε πίσσα κι ιώδιο, μες στην έρημη κάμαρη μια φωνή μυστική τραγουδούσε:
    Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρο
     Έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω

Γύρισε τότε να κοιτάξει τη γυάλα. Ήταν θολή και φουρτουνιασμένη. Στα κοίλα τοιχώματα αγωνιούσε, μισοανεβαίνοντας, ο αχινός, ύστερα πάλι γλιστρούσε κάτω. Στεκόταν λίγο, αποκαμωμένος, ύστερα έπαιρνε και πάλι δρόμο.
   Έβαλε μέσα στη γυάλα τ' άσπρο της χέρι, γλυκά τον έπιασε και τον σήκωσε. Τόσο τον χάιδεψε, που τ' αγκάθια του έγιναν μεταξωτά, στην καρδιά του ήρθε κι έκατσε ένα μωβ λουλουδάκι.
   Τ' άλλο πρωί, βουτηγμένες στα δάκρυα, τον πήγαμε στη θάλασσα για τα βαφτίσια.



                                                         Στο βυθό

Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ' είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να 'ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ' έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες.
   Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.


(Του λιναριού τα πάθη)

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΝΤΩ ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ: ΓΡΑΦΗ Α'



                                                          IV


Καταγράφω τη μνήμη συγκεκριμένων πραγμάτων. Καταγράφω μόνο τη μνήμη συγκεκριμένων προσώπων. Καταγράφω και επιμένω στη σχέση προσώπων και αντικειμένων. Καταγράφω τις ιδιότητες αυτών των προσώπων. Είμαι ένα εξ' αυτών των προσώπων.
Είμαι το πρόσωπο το ίδιο.
Καταγράφω με ευσυνειδησία υπαλλήλου τραπέζης. Συνεχώς καταγράφω.
Στην καταγραφή μου εμπίπτει το χαρτί της ταπετσαρίας του χώρου¨ η διάταξη και ο φωτισμός ολόκληρου του χώρου¨ οι διαστάσεις και η μορφή των αντικειμένων του χώρου.
Ο χώρος είναι συγκεκριμένα επαναληπτικός.
Ο χώρος δεν είναι ένας. Είναι πολλοί μικροί χώροι διατεταγμένοι περιφερειακά σ' ένα ομόκεντρο κύκλο.
Ο χώρος καλύπτει μόνο κυκλικές επιφάνειες.
Κινούμαι με άνεση διαγράφοντας κύκλους, σ' όλους τους ομόκεντρους χώρους.

Η επεξεργασία των αντικειμένων και ολοκλήρου του χώρου παραμένει απωθητική για την αίσθηση. Αντικειμενικά καταγράφω. Το χαρτί της ταπετσαρίας των τοίχων των χώρων ήταν μπεζ ανοιχτό με τεράστια καφέ σκούρα λουλούδια. Τα λουλούδια σχημάτιζαν κύκλους. Τα φύλλα υποβάλλαν τους κύκλους. Οι τοίχοι υπογραμμίζαν τους κύκλους.

Τα λουλούδια της ταπετσαρίας των τοίχων ήταν παχειά, προκλητικά και σαρκώδη.

Το πανί των επίπλων του χώρου ήταν καφέ σκούρο βελούδο με μπεζ τεράστια λουλούδια. Τα λουλούδια σχημάτιζαν κύκλους. Τα φύλλα συμπλέκονταν στους κύκλους. Οι μίσχοι συμπληρώναν τους κύκλους.

Τα λουλούδια της ταπετσαρίας στο πανί των επίπλων ήταν παχειά, προκλητικά και σαρκώδη.

Από τους μικρούς σφαιρικούς χώρους, περνώ στον ομόκεντρο κύκλο χωρίς δυσκολία. Έχουν καταργηθεί όλες οι πόρτες. Τα ανοίγματα που άφησαν οι πόρτες πλαισιώθηκαν με καφέ σκούρο ξύλο που σχηματίζει ωραία υπολογισμένες καμάρες.

Τα αντικείμενα όλων των χώρων έχουν μόνο κυκλικές βάσεις που εφαρμόζουν τέλεια στις καμπύλες των τοίχων.
Αγγίζω τα διακοσμητικά των επίπλων.
Σφίγγω τα διακοσμητικά των επίπλων.

Χαράσσομαι από ευρείς ομόκεντρους κύκλους. Οι χώροι καθορίζονται και εμπλέκονται στη γραμμή των ομόκεντρων κύκλων.

Η γυναίκα που καθόρισε αυτούς τους κύκλους ήταν μια γυναίκα ιδιαιτέρως ευαίσθητη που αγαπούσε τους κύκλους.



Εγώ γνωρίζω αυτή τη γυναίκα.
Λατρεύω αυτή τη γυναίκα.
Είμαι η κόρη αυτής της γυναίκας.

Η γυναίκα καθορίζει τους χώρους, το φωτισμό κι εμένα.

Δεν ενοχλώ καθόλου αυτή τη γυναίκα. Κινούμαι κυκλικά μόνο στον καθορισμένο μου χώρο. Υπάρχω κατά την έννοια των ακίνητων ομόκεντρων κύκλων. Δεν εμπίπτω στη γραμμή προβλημάτων αυτής της γυναίκας. Οι λάμπες εμπίπτουν.

Οι λάμπες είναι ένα αυτοδύναμο πρόβλημα. Καταγράφω.

Οι λάμπες ήταν μεγάλες, στρογγυλές, μπεζ, ελαφρώς κίτρινες, στολισμένες με λουλούδια καφέ και φύλλα ανάγλυφα.

Δεν μου επιτρέπεται να εγγίζω τις λάμπες. Μπορώ μόνο να καταγράψω τις λάμπες.

Οι λάμπες υπήρχαν παντού στο ορισμένο ύψος των τοίχων και απάνω στα έπιπλα.
Οι λάμπες σχημάτιζαν λουλουδένια μπουκέτα.
Οι λάμπες έχουν χάνδρινα ισοβαρή κρόσσια.
Οι λάμπες έχουν μουσικά κρόσσια.
Οι λάμπες είναι μια ηχητική απαγορευτική κίνηση.
Οι λάμπες καταγράφουν κάθε μου κίνηση.
Δεν μου επιτρέπεται να εγγίζω τις λάμπες.

Η γυναίκα απαγορεύει την κίνηση που διαφεύγει των πλαισίων του κύκλου.

Εγώ λατρεύω αυτή τη γυναίκα.
Υποτάσσομαι στις κινήσεις του κύκλου.
Κινούμαι συνεχώς κυκλικά στο ένα μου πόδι.

Η γυναίκα είναι πλήρης αισθήσεων. Έχει αυτοτελείς τις δικές της και πήρε δανεικές τις δικές μου. Πεινάει για μένα. Κρυώνει για μένα. Βλέπει για μένα. Και δεν φοβάται. Εγώ στερούμαι αισθήσεων. Με τρέφει με άσπρους χυλούς και χρωματιστές καραμέλες.

Υποφέρω από ασθένειες εντέρων. Δεν έχω αισθήσεις. Μου υπέκλεψαν τις δικές μου αισθήσεις.
Πεινάω, φοβάμαι και κρυώνω. Φοβάμαι και είμαι πλήρης αισθήσεων. Είμαι πλήρης αισθήσεων και πρόσφατης μνήμης. Είμαι μια μη ελεγχόμενη μνήμη.

Στα ενδιαφέροντα της γυναίκας εμπίπτουν τα μαύρα εσώρουχα, οι μαύρες ρενάρ και οι ψεύτικες μαύρες αιγκρέττες. Ενδιαφέρομαι και για τα τρία εξίσου. Και τα τρία πλαισιώνουν θαυμάσια αυτή τη γυναίκα. Λατρεύω και τα τρία εξίσου.

Η γυναίκα γνωρίζει το μύθο.
Καλλιεργεί και υποθάλπει τον μύθο.
Αυξάνει τον μύθο. Λαμβάνει τις διαστάσεις του μύθου. Υπερβαίνει τις διαστάσεις του μύθου.
Ιδιοποιείται τον μύθο.

Τα μαύρα φορέματα της γυναίκας διαθέτουν οβάλ ψεύτικες χάνδρες. Οι χάνδρες σχημάτιζαν κρόσσια. Τα κρόσσια σχημάτιζαν ήχους. Οι ήχοι πέφτουν καθέτως, καλύπτουν τη γυναίκα σε όλο το μήκος. Είμαι ένας δειλός λάτρης προσφάτως αποκαλυφθείσης θεότητος. Είμαι πλήρης αισθήσεων.

Αγγίζω και σφίγγω τα κρόσσια.
Διακόπτω στιγμιαίως τους ήχους.
Ελέγχω ένα μέρος των ήχων.

Φυλακίζω τους ήχους. Χαλαρώνω το σφίξιμο, ελευθερώνω τους ήχους.
Συνθλίβω τους ήχους.
Φοβάμαι την καταγραφή των κινήσεων από τα ελεύθερα ηχητικά κρόσσια.
Σπάζω τα κρόσσια των μαύρων λεπτών φορεμάτων. Ανατρέπω την τάξη του κύκλου. Διαφεύγω των πλαισίων του κύκλου. Καταστρέφω ένα μέρος του μύθου. Διαβρώνω τον πυρήνα του μύθου. Έτσι ενυπάρχω στην προσωπική μου ελεύθερη μνήμη. Είμαι μια αυθεντική, αυθύπαρκτη μνήμη, μη εμπίπτουσα σε πύργο ελέγχου.

Επανέρχομαι όμως στο εσωτερικό των ομόκεντρων κύκλων, πλαισιωμένη από άσπρα φορέματα, στολισμένα με νταντέλλες και τούλια.
Αποφεύγω τις λάμπες.
Ακολουθώ μόνο την κίνηση των ομόκεντρων κύκλων. Η γυναίκα εγκρίνει τα άσπρα μου πλαίσια στην ακινησία των ομόκεντρων κύκλων.
Αποδέχομαι την ακινησία των κύκλων και ουσιαστικά αγνοώ τα άσπρα μου πλαίσια.
Επιθυμώ τα μαύρα εσώρουχα. Τις μαύρες ρενάρ. Τις ψεύτικες μαύρες αιγκρέττες.
Αρνούμαι τη μορφή τη δική μου.
Γνωρίζω μόνο τη μορφή της γυναίκας.

Η γυναίκα είναι γενναιόδωρη. Μου προσφέρει παχουλούς χαρτονένιους αγγέλους και κιτρινισμένες γλυκερές Παναγίες. Συχνά μου χαρίζει ξεφτισμένες κορδέλες. Συνεχώς μου δανείζει.
Αυτών των αντικειμένων έχω μόνο τη χρήση.
Τη λογική και άφθαρτη χρήση.
Η γυναίκα έχει επ' αυτών τον έλεγχο, την επικαρπία και τελικά την κυριότητα. Υπάρχει μεταξύ μας μονομερής συμφωνία.
Τα αντικείμενα αυτά είναι δικά της. Τα δανείζει μόνον υπό όρους. Είναι δικά της βραβεία.

Όταν κάνω συχνή, υπερβολικά ελεύθερη χρήση, μου αφαιρεί τα βραβεία.
Επιμένω να αγνοώ τη μονομερή συμφωνία και αρνούμαι τη λογική και άφθαρτη χρήση.
Έτσι χάνω εντελώς την κίνηση των ομόκεντρων κύκλων.
Έχω ανάπηρα και τα δύο μου πόδια.

Επανέρχομαι στην απαίτηση των μαύρων λεπτών φορεμάτων. Τη μη εκφρασθείσα απαίτηση. Τη μη πραγματοποιηθείσα απαίτηση. Γαλουχώ την επιθυμία της απόλυτα ελεύθερης χρήσης των μαύρων λεπτών εσωρούχων. Ηδονίζομαι με το χάδι της ψεύτικης μαύρης αιγκρέττας. Η μορφή της γυναίκας διαλύεται μέσα στην επιθυμία της χρήσης. Αντικαθιστώ τις ξέθωρες χαλασμένες κορδέλες με οβάλ γυαλιστερές ψεύτικες χάνδρες που πέφτουν σε κρόσσια.
Στολίζομαι με μαύρες αιγκρέττες.
Τυλίγομαι ολόκληρη με μαύρες ρενάρ που σέρνονται πίσω μου.
Απογυμνώνω το είδωλο. Αποστερώ των συμβόλων της τη μοναδική μου θεότητα.
Αποστερώ και ιδιοποιούμαι.
Απαιτώ με φωνή γλυκερή και λετζέρας τη φωνή της γυναίκας. Μου αρέσει ο ήχος. Διπλασιάζω την αίτηση. Επαναλαμβάνω τους ήχους. Δεν αρκούμαι στους ήχους, υπεξαιρώ και την κίνηση. Και πολύ επιπλέον υπεξαιρώ το ρυθμό και την κίνηση.
Τελικά υπεξαιρώ τη μορφή της γυναίκας.

Αναγνωρίζω τη μορφή τη δική μου, μόνο εντός των δικών της πλαισίων.
Είμαι η μορφή αυτής της γυναίκας.
Είμαι η γυναίκα η ίδια.
Είμαι το αντίγραφο αυτής της γυναίκας.
Είμαι το αντίγραφο αυτού του νεκρού αντιγράφου.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗΣ -ανέκδοτα ποιήματα

                     
                       Το ξύρισμα

Πριν χαθείς ξεχνώντας με

πως αξίζω μια έστω χειρονομία τρυφερή

και έβαλες το πρόσωπο μου αντίκρυ

στον καθρέπτη του μπάνιου στερνή

φορά να δώ τα μούσια μου πριν

τ’ αφαιρέσεις με ξυραφάκι και αφρό.

Ήταν το τελευταίο χάδι πριν χαθείς

και πάρεις μαζί σου τον ανδρισμό μου.




                       Αμφιάλη

Πρησμένη σελήνη το πρόσωπο του
Απ΄ τα νυχτερινά ταξίδια στον κόσμο
Κρατήρες οι πληγές των ποδιών του
Από τις εκστρατείες μιας ασθένειας
Είναι εχθρός της πατρίδας!
Είναι ο υπονομευτής του έθνους!
Στα μαγαζιά τα φωτοκύτταρα
Του κλείνουνε τις πόρτες
Είναι μετανάστης, είναι ακάθαρτος
Τα δάκρυα του σαπουνόνερα
Απ΄ τις ντουζιέρες των φαντάρων
Τα βήματά του ξέπνοα σαν μια ψυχή
Που βίωσε απανωτές απώλειες
η καρδιά του τραυματισμένη
σαν γδαρμένη φράουλα από μαχαίρι.
Τα βράδια στα στενοσόκακα
Δικάβαλο φτάνει το μίσος κι ο φόνος
Το κρύσταλλο σιμά με το μαχαίρι
Η εφεδρεία του αόρατου μαστίγιου
Με μειωμένη σύμβαση και απόλυση,
Με σίριαλ, ρούχα και μπέστ σέλλερ,
Με μπάφο, γκλόπ και ασπίδες,
Με μια γριά να ψάχνει στα σκουπίδια
-κίτρινη σαν μια γαβάθα με ψαρόσουπα-
Με τίποτα να λες πως δεν αλλάζει
Με φύση να γροικάς την εκμετάλλευση
και λόγια, λέξεις, φράσεις και μωρίες
σαν να ήταν όλοι ίδια ανίκανοι,
ίδιοι μες την ανισότητά τους,
ίδιοι στον κύκλο που κινείσαι και που φθείρεσαι
στον φαύλο κύκλο της υποδούλωσης
τους τωρινούς κι αυριανούς μας σκοτωμένους
θα ‘θελες μελαμψούς κι αλλόθρησκους
μα το ατσάλι στρέφεται ξανά σ’ εργάτη
ώσπου να πνίξει μια κι έξω την φοβέρα
και στα ουράνια να ωθήσει την δική του τάξη.



                        Ως τα τώρα

Γεννημένος με ιαχές φιλάθλων στην εθνική επιτυχία
-ο πατέρας έκλαιγε πραγματικά στο επίτευγμα-
Θερμοκοιτίδας θαλπωρή τονε συντρόφευε ως την βαθειά εφηβεία
Στην φυσαλίδα που ο κόσμος μας ημέρευε

Μια τούφα βρύα κατέθεσε ο παππούς για να’ ναι καλοτάξιδος
Με τη νηπιακή φανέλα του η γιαγιά το εικονοστάσι ξεσκονίζει
Και η μαμά μαγειρική και δώστου δυνατή φωνή τον γιόκα της να σιάξει.
Από φωτιά κι από νερό τον προστατεύαν μέχρι 22 χρονώ
Σαν το’ χαν μιλημένο με κράτος και νονά
Και μήτε τον είχανε προειδοποιημένο
Να μην θρυμματίζει τα μπισκότα,
Γιατί τι ξέρανε κι αυτοί από διασπάσεις
Και από τροφές του μέλλοντος.

Με παιδικούς εχθρούς του φίλιωσε, με φιλιωμένους χάθηκε,
Στο πρώτο του πηχτό φιλί ξέχασε τον λογαριασμό
Στο μαγαζί ν’ αποπληρώσει,
Στα μάτια έμαθε τον κόσμο να κοιτά,
Την αμαρτία πια ν’ αντιλαμβάνεται σαν λάθος
Κι όσο να πεις τρακαρισμένος καθώς ξεκίναγε
Ως σπουδαστής απ’ έξω από σχολές
Πιστωτικές
Να προωθήσει κάρτες
Βάδισε τόσο κι όμως ξέμεινε
Τόσο μα τόσο πίσω.

Τα φυλλοβόλα νιάτα του μες το κομβόι μιας γενιάς
Ξεστρατισμένης

Καμιά φορά τα απογεύματα με φίλους του που συζητεί:
Σ’ όλη την παιδικότητα άρχοντες, ρούχα και free Willy
Και ήταν να ωριμάσουμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι

-Μα ρε Νικόλα μάθε το παιδί μου,
Μην είσαι αιθεροβάμονας, μη σ’ ουτοπίες στέργεις
Είναι στη φύση του ανθρώπου η εκμετάλλευση
Lupus homo homini, το είπε και ο Χομπς μια μέρα στη σχολή σου.

-Είναι μωρέ κάμποσες μέρες όπου στάζει η βρύση στην κουζίνα
Δεν την παλεύω μόνος μου θα πάρω υδραυλικό
Και σαν τελειώσει θα του πω
Ξανά να μπει στο συνδικάτο.


                         Πέτρινη αγορά

Μεγάλα κομμάτια ζέστης, το θερμοκήπιο της πέτρας
Στις πικροδάφνες χαμένη, ανάμεσα στα χώματα
Άγνωστο, τυχαίο παιδί του χώματος.
Μια στοίβα χέρια τη σηκώσανε σε τοίχους
Αιώνες τώρα βάση γι' αγάλματα και άμυνες.
Το πουκάμισο των αγαλμάτων δεν ιδρώνει, δεν ανεμίζεται,
Το πουκάμισό μου φτερώνεται στην Αρχαία Αγορά.
Καμιά φορά πιέζεται στη σάρκα σκληρά
Μιμείται το μάρμαρο, παλεύει μια θέση στο χρόνο.
Μεγάλα κομμάτια ζέστης, μια πέτρα η Ελλάδα
Χαμένη στο παπούτσι των ναυτικών
Της τελευταίας στιγμής στον ντόκο.
Έχουν σκοντάψει πάνω της θνητότητες και θνητότητες
Εκείνη δε θαυμάζει τη διάρκειά της
Καμαρώνει το λίγο του ανθρώπου
Που ποτίζει με το αίμα του το δάπεδό της
Που φορτώνει το κορμί της για υπεράσπιση.
Ακούει τον αλαλαγμό στο δρόμο
Συμβαίνει τώρα
Φιλά ο Αριστογείτων τον Αρμόδιο

Και μπήγει το μαχαίρι στα ουράνια.