Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

e.e.cummings(7)

ας υποθέσουμε πως
η Ζωή είναι ένας γέρος με λουλούδια στο κεφάλι.

ο νεαρός θάνατος κάθεται σ' ένα cafe
χαμογελώντας,κρατά ένα νόμισμα ανάμεσα στον
δείκτη και τον αντίχειρά του

(σε σένα λέω "άραγε θ' αγοράσει λουλούδια"
και "ο Θάνατος είναι νεαρός
η ζωή φοράει βελουτέ παντελόνια
η ζωή παραπαίει,η ζωή έχει γενειάδα"

λέω σε σένα που σωπαίνεις.-"Βλέπεις
τη Ζωή; είναι εκεί και εδώ,
ή εκείνο,ή αυτό
ή τίποτα ή ένας γέροντας 3 τρίτα
κοιμισμένος,στο κεφάλι του
λουλούδια,που πάντα φωνάζει
σε κανέναν κάτι για les
roses les bluets
                        ναι,
                              θ' αγοράσει Αυτός;
Les belles bottes-ω άκου
,pas cheres")

και η αγάπη μου απάντησε αργά Έτσι νομίζω.  Όμως
νομίζω πως βλέπω κάποιον άλλο
υπάρχει μια κυρία,που τ' όνομά της είναι Επέκεινα
κάθεται δίπλα στον νεαρό θάνατο,είναι λεπτή
της αρέσουν τα λουλούδια.

                                 *

Η Άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως χέρι
(που έρχεται με προσοχή
από το Πουθενά)τακτοποιώντας
ένα παράθυρο,που μέσα του κοιτούν άνθρωποι(ενώ
άνθρωποι παρατηρούν
τακτοποιώντας και αλλάζοντας τοποθετώντας
με προσοχή εκεί ένα πράγμα
παράξενο κι εδώ ένα πράγμα γνωστό)κι

αλλάζοντας τα πάντα με προσοχή

η άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως
Χέρι σε παράθυρο
(που με προσοχή μπρος
πίσω μετακινεί Νέα και
Παλιά πράγματα,ενώ
άνθρωποι παρατηρούν με προσοχή
μετακινώντας ένα ίσως
κλάσμα λουλουδιού εδώ τοποθετώντας
ένα εκατοστό αέρα εκεί)και

χωρίς να σπάει τίποτα.

                           *

σε πείσμα κάθε πράγματος
που αναπνέει και κινείται,αφού ο Όλεθρος
(με λευκά μακρύτατα χέρια
συγυρίζοντας κάθε πτυχή)
θα λειάνει εντελώς τα μυαλά μας

-προτού αφήσω την κάμαρά μου
γυρίζω,και(σκύβοντας
μέσα από το πρωί)φιλάω
αυτό το μαξιλάρι,αγαπημένη μου
όπου τα κεφάλια μας έζησαν και υπήρξαν.

                                *

αφού το συναίσθημα έρχεται πρώτο
αυτός που προσέχει έστω και λίγο
τη σύνταξη των πραγμάτων
απόλυτα ποτέ του δε θα σε φιλήσει

απόλυτα να 'μαι τρελός
τώρα που η Άνοιξη είναι εδώ

το αίμα μου αποδέχεται,
και τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα
απ' τη σοφία
στ' ορκίζομαι κυρία σ' όλα τα λουλούδια.Μην κλαις
-η καλύτερη χειρονομία του μυαλού μου αξίζει λιγότερο απ' το
πετάρισμα των βλεφάρων σου που λέει

είμαστε ο ένας για τον άλλο:ύστερα
γέλασε,γέρνοντας στα χέρια μου
γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος

Κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι παρένθεση

                             *

ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που είναι τα μυστικά της ζωής
ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο από το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ' ακούσουν οι άνθρωποι είναι γέροι

ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
και άφοβο και διψασμένο και εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ' ένα χαμόγελο

                               *

πριν από ποτέ
ή μια ζωή
περπατώντας στο σκοτάδι
συνάντησα τον χριστό

ιησού)η καρδιά μου
αναπήδησε
και έμεινε ακίνητη
καθώς αυτός περνούσε(τόσο

κοντά όσο είμαι εγώ σε σένα
ναι πιο κοντά
φτιαγμένος από τίποτα
άλλο παρά μοναξιά

                                   *

απ' όλα τα πράγματα κάτω
από το πιο ξανθό από τα ξανθότερα αστέρια μας

το πιο μυστηριώδες
(ιλιένα,αγάπη μου)είναι αυτό

-πώς κάποιος τόσο εύθυμος
είναι δυνατόν να πεθάνει

Rene Magritte, the Schoolmaster

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός

FRANZ KAFKA (8)

                                            Στην Χέντβιχ Βάιλερ
                                                 29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες στο πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ' αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ' τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.
 
(Ποιήματα από την αλληλογραφία)
                 
                                            *

                                                       
Απ' της εξάντλησης
τα βάθη
ανεβαίνουμε
με νέες δυνάμεις

Κύριοι σκοτεινοί
προσμένουν
τα παιδιά
να εξασθενήσουν

                                          *

Αλλά αν γινόταν μέσα σ' ένα μυαλό
να συνυπάρξει χωρίς διχόνοια

                                           *

Άνοιξε πύλη άνθρωπε βγες
έξω
Τον αέρα ανάσανε και τη σιωπή

                                         *

Στο θολωμένο μυαλό χτυπά ένα ρολόι
Άκου το καθώς μπαίνεις στο σπίτι

                                         *

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
   το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ' αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ' την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.

Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.

Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
   τους το σώμα.

Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή.


(Ποιήματα από τα Ημερολόγια)


Όρθια τ' απομεινάρια,
τα λυμένα απ' τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά.

Λαχτάρα μου ήταν τ' αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ' όλα αυτά πεθαίνω σ' ένα μικρό φυλάκειο
                  στην άκρη του δρόμου
σ' ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ' ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.



                             *

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, στη
            μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σε έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ


(Ποιήματα από σκόρπια κείμενα)

Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

WILLIAM CARLOS WILLIAMS (9)

                      Η θλίψη της θάλασσας

Αυτή είναι η θλίψη της θάλασσας -
κύματα σαν λέξεις, όλα διαλυμένα -
μια μονοτονία ανύψωσης και πτώσης της διάθεσης.

Γέρνω και προσέχω τη λεπτομέρεια
της εύθραυστης νεροκορφής, τον ατελή
ευαίσθητο αφρό, τις άκρες των κίτρινων
φυκιών απαράλλαχτες -

Δεν υπάρχει ελπίδα -εκτός κι αν ένα κοραλλιογενές
νησί σχηματιστεί αργά
για να προσμένει τα πουλιά να ρίξουν
τους σπόρους που θα το κάνουν κατοικήσιμο.


                  Ανοιξιάτικο τραγούδι

Όντας νεκρός 
έχει κανείς πλεονέκτημα μεγάλο
σε σχέση με τους συνανθρώπους του -
μπορεί να ισχυριστεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν,
η μυρωδιά της γης
να είναι πάνω κι από σένα -
ισχυρίζομαι

υπάρχει κάτι
δελεαστικά άγνωστο
κάποια ξεχωριστή διαφορά,
μια τελευταία αγάπη

να χωρίσει λόγω
των νεκρικών μας περιδέραιων, όταν
θα κείτομαι εντέλει
μες στο χώμα μαζί με σένα χέρι χέρι.


                     Απολογία

Σήμερα γιατί γράφω;

Η ομορφιά των
τρομερών προσώπων
της ανυπαρξίας μας
με υποκινεί:

γυναίκες έγχρωμες
εργάτες -
έμπειροι και γερασμένοι -
γυρίζουν το σούρουπο στο σπίτι
με τα ρούχα βγαλμένα
πρόσωπα ίδια
με παλαιά Φλωρεντιανή βελανιδιά.

Επίσης

τα κομμάτια που
συνθέτουν τα πρόσωπά σας με υποκινούν
ανώτατοι πολίτες -
μα όχι
με τον ίδιο τρόπο.


                      Ο κύριος

Νιώθω το χάδι των δικών μου δακτύλων
στο δικό μου λαιμό καθώς φοράω το κολάρο
και σκέφτομαι με λύπη
τις στοργικές γυναίκες που γνώρισα.


Ο κόσμος συρρικνώθηκε σε αναγνωρίσιμη μορφή

γιατρεμένος σχεδόν από μια αρρώστια
υπήρχε ένας πίνακας
πιθανόν Γιαπωνέζικος
που μου γέμισε το μάτι

ένας πίνακας ηλίθιος
αν αφαιρέσεις πως μέσα του αναγνώρισα
τον τοίχο που υπήρχε για μένα
που πάνω του κόλλησα σαν μύγα.


               Η διάρκεια

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
περίπου στο ύψος

και τον φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
στροβιλιζόταν με τον

άνεμο αργά ξανά
και ξανά μες στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο πέρασε
από πάνω του και
το τσαλάκωσε στο

χώμα επάνω. Σε αντίθεση
μ' έναν άνθρωπο σηκώθηκε
πάλι και στροβιλίστηκε

με τον άνεμο ξανά
και ξανά για να γίνει
όπως πριν ήταν.


                        Η πράξη

Τα τριαντάφυλλα ήταν εκεί, μες στη βροχή.
Μην τα κόψεις, την παρακάλεσα.
                         Δε θα κρατήσουν, μου είπε.
Μα είναι τόσο όμορφα
                              εκεί που βρίσκονται.
Ω, όλοι μας ήμασταν όμορφοι κάποτε,
                         είπε,
και τα έκοψε και στο χέρι
                          μού τα 'δωσε.


                      Ο δύσκολος ακροατής

Ο ανίσχυρος αυτοκράτορας
αποβλακώνεται
γράφοντας ποιήματα στον κήπο
ενώ τα στρατεύματά του
πυρπολούν και σκοτώνουν. Εμείς όμως,
φτωχοί στου έρωτα την έλλειψη,
βαστάμε κάποια επαφή
με την αλήθεια της ανθρώπινης
δυστυχίας: ας πούμε
τα όψιμα λουλούδια, απείραχτα
από έντομα και αναμένοντας
το ψύχος μονάχα.


                         Σήμερα η εποχή

Σήμερα η εποχή
           είναι ασφαλέστερη για τους συνουσιαστές
                                                     τα των ηθικών
καθώς επιλέγεις μα το μυαλό
                δεν έχει ανάγκη από σήψη
                                                            ή παράλυση
λόγω του φόβου μιας αφροδίσιας νόσου
                 παρεκτός κι αν πας γυρεύοντας

"αφέσου απόλυτα στον έρωτα"
                   όσο είσαι ακόμα νέος
                                                       άντρας ή γυναίκα
(αν έχει νόημα για σένα)
                           και χορεύεις τσα τσα τσα
                                             μπορεί να πιστεύεις πως το μυαλό
θα μπολιαστεί
                              σε κάποια καλύτερη φάρα



                 Μέσα σ' αυτό το δυνατό φως

μέσα σ' αυτό το δυνατό φως
η άφυλλη οξιά
λάμπει σαν σύννεφο

μοιάζει να ακτινοβολεί
από μόνη της
με ένα απαλό διάχυτο φως
αγάπης
πάνω στην εύθραυστη
χλόη.

Υπάρχουν όμως
αν καλύτερα κοιτάξεις
λίγα κίτρινα φύλλα
που σκιρτούν ακόμα

χώρια μακριά

ένα εδώ κι ένα εκεί
ριγώντας έντονα


Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ANDRE BRETON -PAUL ELUARD

Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ

Η θεωρία των πιθανοτήτων συγχέεται με το παιδί, μαύρο σαν το φυτίλι μιας βόμβας βαλμένης στο πέρασμα ενός ηγεμόνος που είναι ο άντρας, από έναν αναρχικό ατομιστή του χειρίστου είδους που είναι η γυναίκα. Η γυναίκα δεν είναι, εκτός τούτου, παρά ένας κυκλικός οδικός κόμβος. Ένα παρόμοιο φωτοστέφανο στο κεφάλι του υιού του ανδρός και της γυναικός δεν κινδυνεύει να κάνει να
φανούν λιγότερο άνοστες οι γλώσσες ποντικού που του 'χουν ετοιμάσει και η κούνια σαν υπόνομος 
που μέσα σ' αυτήν τον αδειάζουν μαζί με τα βρωμόνερα και το άλας της βλακείας που άφησε να περιμένουν την άφιξή της σαν να 'ταν ο υπάκουος φοίνιξ.
   Ο γείτονας υποστηρίζει πως επλάσθη κατ' εικόνα του πυρός, η γειτόνισσα υποστηρίζει πως δεν
μπορούμε να τον συγκρίνουμε καλύτερα παρά με τον αέρα των αεροπλάνων και η εκφυλισμένη
μάγισσα που διάλεξε για κατοικία της το κατώι θέλει να του δώσει για πρόγονο το μυτερό γύψο
που πατάει με το ένα πόδι στην τεμπελιά και τ' άλλο στη δουλειά. Για όλους κρατάει τις υποσχέσεις
του. Καθένας θέλει να μάθει τη θυγατρική του γλώσσα και ερμηνεύει τη σιωπή του. Παντού λένε 
ότι ευνοεί με την παρουσία του έναν κόσμο που δεν μπορούσε πια να κάνει χωρίς αυτόν. Είναι ο 
κλειδούχος, στα τέσσερα, αυτός που προκαλεί τον εκτροχιασμό του τρένου με θέα τη γέφυρα, και
τον έκανε διάσημο το Petit Journal Illustre. Φοράει στο λαιμό του μενταγιόν τη διάσωση. Ο "Μπαμπάς"
είναι δίσκος με τη μορφή σελήνης, η "Μαμά" τώρα είναι κοίλη σαν τα πιατικά.
   Για να αναστείλει την επίδραση μιας παρουσίας τόσο πεισματικής όσο του χαλκώματος πάνω στο
τζάκι από νίτρο, μια ακτίνα μέλιτος έρχεται να χτενισθεί μέσα στο δωμάτιο. Όλες οι ευγένειές μου
υπήρξαν ανώφελες. Δεν υπάρχει κανείς εδώ. Δεν υπήρξε ποτέ κανείς εδώ.


Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ

Το τραπέζι είναι στρωμένο στην τραπεζαρία. τα ρουμπινέτα μοιράζουν το καθαρό νερό, το γλυκό νερό, το δροσερό νερό, το αρωματισμένο νερό. Το κρεβάτι αρκετά μεγάλο και για δυο όσο και για
ένα. Μετά το μπουμπούκι θα 'ρθει το φύλλο και μετά το φύλλο θα 'ρθει το λουλούδι, και μετά τη 
βροχή η καλοσύνη. Επειδή είναι η ώρα, τα μάτια ανοίγουν, το σώμα ορθώνεται, το χέρι τεντώνει,
η φωτιά ανάβει, ο αναστεναγμός διαφιλονικεί απ' τις ρυτίδες της νύχτας τις άδολες καμπύλες της.
Οι δείχτες του εκκρεμούς ανοίγονται, ορθώνονται, τεντώνουν, ανάβουν και χτυπούν την ώρα του
χαμόγελου. Η ακτίνα του ήλιου κάνει τον κύκλο του σπιτιού με λευκή μπλούζα. Θα χιονίσει πάλι,
θα πέσουν μερικές σταγόνες αίμα στις πέντε, αλλά δε θα 'ναι τίποτα. Ω! φοβήθηκα, πίστεψα ξαφνικά
πως δεν υπήρχε πια δρόμος μπροστά στο παράθυρο, μα ναι, είναι εκεί. Ο φαρμακοποιός μάλιστα
τώρα ανοίγει τα σιδερένια ρολά του. Σε λίγο θα υπάρχει περισσότερος κόσμος στον τροχό παρά 
στο μύλο. Η εργασία κατορθώνεται, πλάθεται, σμικρύνεται, υπολογίζεται. Το χέρι ξαναβρίσκει
μ' ευχαρίστηση μέσα στο συνηθισμένο εργαλείο του την ασφάλεια του ύπνου.
   Φτάνει να κρατήσει!
   Ο καθρέφτης είναι ένας υπέροχος μάρτυς, που μεταβάλλεται ασταμάτητα. Καταθέτει, ήρεμα, 
δυνατά, αλλά όταν πάψει να μιλάει, τα ανακαλεί όλα. Είναι η τρέχουσα προσωποποίηση της
αλήθειας. 
   Πάνω στον κυματιστό δρόμο πεισματικά συνδεδεμένο με τις κνήμες εκείνου που ξαναφεύγει
σήμερα όπως θα ξαναφύγει αύριο, πάνω στα ελαφρά κοιτάσματα της αφροντισιάς, χίλια βήματα 
κάθε μέρα σμίγουν με τα βήματα της προηγουμένης. Ήρθαμε κιόλας, θα ξανάρθουμε χωρίς να
μας παρακαλέσουν. Καθένας πέρασε από κει, πηγαίνοντας απ' τη χαρά του στην τιμωρία του. 
Είναι ένα μικρό καταφύγιο μ' ένα τεράστιο μπεκ γκαζιού. Βάζεις το ένα πόδι μπροστά απ' τ' άλλο
και φέυγεις.
   Πίνακες σκεπάζουν τους τοίχους, οι γιορτές γεμίζουν μπουκέτα, ο καθρέφτης είναι γεμάτος
αχνούς. Τόσοι φάροι σ' ένα ρυάκι και το ρυάκι είναι μες στο αγγείο του ποταμού. Δυο μάτια 
όμοια, προς χρήση του προσώπου σου και μόνον -δυο μάτια σκεπασμένα με τα ίδια μυρμήγκια.
Το πράσινο είναι σχεδόν ομοιόμορφα απλωμένο πάνω στα φυτά, ο άνεμος ακολουθεί τα πουλιά,
δεν υπάρχει φόβος να δούμε τις πέτρες να πεθαίνουν. Αυτό που παράγεται δεν είναι ένα ζώο
εκπαιδευμένο, αλλά ένα ζώο που εκπαιδεύει. Μπα! είναι η απαράγραπτη τάξη μιας τελετουργίας,
τόσο πομπώδους ήδη, επιτέλους! Το επαναληπτικό πιστόλι κάνει να φανούν τα λουλούδια στο
ανθογυάλι, τον καπνό στο στόμα.
   Ο έρωτας, με τον καιρό, δε χρειάζεται καθόλου να βλέπει καθαρά τη νύχτα.
   Όταν δεν είσαι πια εδώ υπάρχει το άρωμά σου που μ' αναζητεί. Δεν κατορθώνω παρά μονάχα
να πάρω το χρησμό της αδυναμίας σου. Το χέρι μου μέσα στο χέρι σου έμοιαζε τόσο λίγο με το
χέρι σου μέσα στο χέρι μου. Η δυστυχία, βλέπεις, ακόμα και η δυστυχία κερδίζει σαν τη γνωρίζουν.
Σε δέχθηκα μισή, δεν μπορείς να είσαι εδώ, είσαι η απόδειξη πως εγώ είμαι εκεί. Κι όλα συμφωνούν
μ' αυτή τη ζωή που έφτιαξα για μένα για να 'μαι σίγουρος για σένα.
   -Τι σκέπτεσαι;
   - Τίποτα.

la pierre philosorhale-Brauner Viktor



Η ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ    (αποσπάσματα)

Μη διαβάζεις. Κοίταζε τις λευκές μορφές που σχεδιάζουν τα διαστήματα που χωρίζουν
τις λέξεις πολλών σελίδων βιβλίων και εμπνεύσουν  απ' αυτά.

Δώσε στους άλλους να κρατήσουν το χέρι σου.

Μην κοιμάσαι στις επάλξεις.

Βάλε την τάξη στη θέση της, ξεκούνησε τις πέτρες του δρόμου.

Μην προετοιμάζεις τις λέξεις που φωνάζεις.

Κατοίκησε τα έρημα σπίτια, Μόνο εσύ τα κατοίκησες.
 
Μίλα κατά την τρέλα που σε σαγήνευσε.

Σ' όποιον γυρεύει να δει τη χούφτα του χεριού σου, δείξε τους πλανήτες τ' ουρανού
που δεν τους ανακάλυψαν ακόμα.

Για να αποκαλύψεις τη γυμνότητα εκείνης που αγαπάς, κοίτα τα χέρια της. Το 
πρόσωπό της είναι σκυμμένο.

Κάνε μου τη χάρη να μπαινοβγεις στις μύτες των ποδιών.

Μην έχεις προφανή σκοπό, όταν πρόκειται να τρυπήσεις την καρδιά σου με 
το βέλος.

Κάνε το θαύμα για να τ' αρνηθείς.

Φυλάξου απ' τους καλόγουστους αμαξάδες.

Ζωγράφισε στη σκόνη τ' ανιδιοτελή μάτια της ανίας σου.

Μην αρπάζεις την ευκαιρία να ξαναρχίσεις.

Υποστήριζε ότι το κεφάλι σου, αντίθετα με τις ινδικές καρύδες, είναι απολύτως
αβαρές γιατί δεν έχει πέσει ακόμα.

Γράψε το άφθαρτο πάνω στην άμμο.

Διόρθωνε τους γονείς σου.

Μην κρατάς απάνω σου ό,τι δεν τραυματίζει τη λογική.

Μην παραλείπεις να λες στο περίστροφο: χαίρω πολύ αλλά  μου φαίνεται πως
ήδη σας έχω συναντήσει κάπου.

Οι πεταλούδες του εσωτερικού δε ζητούν παρά να συνενωθούν με τις πεταλούδες
του εσωτερικού : μην αλλάζεις μέσα σου ούτε ένα σπασμένο κρύσταλλο του
φαναριού του δρόμου.

Παρατήρησε το φως μέσα στους καθρέφτες των τυφλών.

Θέλεις να 'χεις ταυτόχρονα το πιο μικρό και το πιο ανησυχητικό βιβλίο του κόσμου;
Βιβλιοδέτησε τα γραμματόσημα των ερωτικών σου επιστολών και κλάψε, όπως και
να 'χει υπάρχει λόγος.

Μην περιμένεις ποτέ.

Καμάρωσε αυτά τα δυο σπίτια: μέσα στο ένα είσαι νεκρός και μέσα στ' άλλο είσαι\
νεκρός.

Η ελευθερία σου που μ' αυτή με κάνεις να γελώ είναι η ελευθερία σου.

Παίρνεις τον τρίτο δρόμο δεξιά, μετά τον πρώτο αριστερά, θα φτάσεις σε μια πλατεία,
στρίβεις κοντά στο καφενείο που ξέρεις, παίρνεις τον πρώτο δρόμο αριστερά, κατόπιν
τον τρίτο δρόμο δεξιά, ρίχνεις κάτω το άγαλμα και μένεις εκεί.

Χωρίς να ξέρεις τι θα την κάνεις, μάζεψε αυτή την βεντάλια που αυτή η κυρία άφησε
να πέσει.

Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πριν πεθάνεις

(Η άμωμος σύλληψις)

Μετάφραση: Στέφανος Ν. Κουμανούδης


Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Μαρία Φιλιππακοπούλου, Άτιτλο

CARLOS EDMUNDO DE ORY (9)

                Εναρκτήριο μάθημα της σειράς μαθημάτων
            Ανατολικής Μυθολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή
                            του Πανεπιστημίου Χ


                    Κύριε Πρύτανη
Κύριε Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής
              Κύριοι Γενικοί Πρόξενοι
                 Κύριοι Καθηγητές
           Κυρίες Δεσποινίδες Κύριοι
                        Παιδιά
                    Υπηρέτριες
            Εργάτες εργαζόμενοι
               Γάτες και Σκύλοι
                   Μυρμήγκια



                  Πετάξτε μου ένα μαύρο φέρετρο

Ας γυρίσουμε στη Γη
Αρκετά εξέθεσα τον εαυτό μου στων γλαυκών τον γέλωτα
Όταν κλειδωμένος στ' όνειρο
Έφυγα προς το επέκεινα
Είμαι ένα μαργαριτάρι που 'πεσε στο βόρβορο.

Είμαι κουρασμένος κουρασμένος θα 'θελα να 'μαι νεκρός
Χιονίζει ρίχνει χαλάζι φυσάει ο άνεμος
Είμαι κρύος σαν το κρύο
Τα ποτάμια του μυαλού μου έχουν παγώσει.


                        Ύμνος στον Θεό

Αντίο Θεέ μου αντίο Δράκε
Έλα, μην πηγαίνεις στο Μηδέν
Εσύ 'σαι το πελώριο κάτι μου
Και όλων, ω δεν έχεις χέρια
Αντίο Θεέ Σου λέω αντίο
Έλα μην πηγαίνεις στο Μηδέν
Εσύ είσαι το Μαντήλι της ψυχής μου
Το σεντόνι της συνείδησής μου
Το μαντήλι Σού λέω αντίο
Με το μαντήλι μου του θανάτου
Θα Σε δω να κοιτάζεις
Θεέ χωρίς χέρια


                         Και πονάμε

Και πονάμε
Στριφογυρνάμε ξανά και ξανά στη δύστυχή μας κλίνη
Και κάτω απ' αυτή την κλίνη
Είναι ο ουρανός και δεν το ξέρουμε


                        Άλλο πράγμα

Τέλειωσα μια μέρα με τη λύπη μου
Ήμουν εμβρόντητος
Μου 'ρθε η συνείδηση σαν φως από κοντά
Δεν έχω σε τι να γονατίσω
Δεν θ' αγοράσω δε θα πουλήσω πια τίποτα
Να υπάρχεις βρήκα θα πει να υπάρχεις
Άμεσα γνωρίζω τη ζωή
Δεν υπάρχει μύηση ούτε φώτιση
Σ' έναν γυμνό ουρανό είμαι αστέρι
Βαθιά η μοναξιά μου και στο κέντρο της
Μιλάω με το μύχιο ακτινοβολώντας
Ο Κόσμος είναι μύχιος όπως κάθε τι πελώριο
Τον λατρεύω δίχως στεναγμούς ούτε χρυσάφι
Η εσώτερη οδύνη μου ήταν τιμόνι
Καταλαβαίνω τα πάντα μονάχος μου
Και πίνω στων πεζών το πρόσωπο
Μέχρι να χάσω την ενότητά μου
Είμαι σαν τους άλλους είμαι όπως όλοι
Ο Κάρλος δεν είναι ο Κάρλος Είμαι ευτυχισμένος
Ως πραγματικός και αληθινός Κανένας
Ξέρω πως πέθανα και ξέρω τώρα ότι ζω


                    Μου είπε ο Κάφκα

Μου είπε ο Κάφκα:
- Ήρθα στον κόσμο με μια υπέροχη πληγή
Τούτο ήταν όλες μου οι αποσκευές


                     Μηχανή οδύνης

Μηχανή οδύνης είναι πια το Είναι μου
Και πολύ καιρό δουλεύει τώρα
Έχω μέσα μου ένα νέο κινητήρα
Που δεν μπορεί κανείς να δει ούτε ν' ακούσει

Κάνω μεγάλο θόρυβο μόλις ξυπνώ
Και τρομερό βγάζω καπνό όλη μέρα
Σαν τρένο χωρίς φρένο σ' ένα δρόμο
Κρυμμένο σε μακρύ τούνελ κάτω απ' τη θάλασσα

Ανθρωπίνως εκτίω μια καταδίκη
Και η μοίρα μου είναι μια ατμομηχανή
Που δεν τελειώνει το κάρβουνό της

Μόνο τη νύχτα είμαι μια φάλαινα
Σε μεγαλειώδες όνειρο υποβρύχιο
Που η καρδιά μου κολυμπάει ευτυχισμένη

Rene Magritte, The meaning of night


                         Άλλο ποίημα

Άγρια άγρια άγρια είναι η ύπαρξη
Και δεν προσαρμόζομαι σ' αυτόν τον κρύο πλανήτη
Γυρίζω την πλάτη στον άνθρωπο που οργανώνει
Την εγωιστική ζωή του σε μια βρώμικη καρέκλα

Χάος κι εφιάλτης  Λυπημένος είμαι
Και βάζω το κεφάλι μου στα γόνατα
Όλα είναι πόλεμος και προδοσία Και κανείς δεν ακούει
Τη φωνή ενός παιδιού, έναν ήχο ακορντεόν


                    Ένας δάσκαλος του Ιώβ

Οι φίλοι μου φέρονται φριχτά
Οι φίλοι μ' έχουν για τρελό
Την ημέρα είμαι όλος αναφιλητά
Τη νύχτα κολυμπώ στα δάκρυα
Τι σου έκανα Θεέ, εσύ δεν φταις
Για ό,τι μου συμβαίνει;
Για μήνες: είμαι κραυγές
Για χρόνια: η λύπη είναι το κοστούμι
Και η πιτζάμα μου
Όταν τρώω επικαλούμαι το όνομα της θεάς
Έτσι πιστεύω πως η δόξα του Θεού
Θα 'ρθει σε μένα
Θα 'ρθει σε μένα


Μετάφραση: Κώστας Βραχνός

BERTOLT BRECHT (14)

                        Ο,ΤΙ ΣΕ ΣΕΝΑ ΗΤΑΝ ΒΟΥΝΟ

Ό,τι σε σένα ήταν βουνό
Το ισοπέδωσαν
Και σκέπασαν
Την κοιλάδα σου.

Από πάνω σου περνάει τώρα
Ένας δρόμος άνετος.


                      ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΠΡΩΙ ΚΑΙ ΒΡΑΔΥ

Αυτός που αγαπώ
Μου είπε
Ότι με χρειάζεται.

Γι' αυτό
Προσέχω τον εαυτό μου
Βαδίζω με προφύλαξη
Και φοβάμαι κάθε στάλα βροχή
Μηδά και με σκοτώσει.


                      ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟ ΔΕΙΚΤΗ
                         ΕΝΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΥ



Εμείς που φτιάξαμε αυτό το δρόμο
Πάνω του θα ταξιδέψουμε
Με τανκς μονάχα και φορτηγά.


                        ΚΑΚΗ ΕΠΟΧΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

Το ξέρω καλά: τον καλότυχο μονάχα
Αγαπάνε. Τη δική του φωνή
Ακούν ευχάριστα. Το δικό του πρόσωπο είναι ωραίο.

Το σακατεμένο δέντρο στην αυλή
Δείχνει τη χέρσα γη, κι όμως
Οι περαστικοί σακάτη το φωνάζουν.
Και με το δίκιο τους.

Τα πράσινα πλεούμενα και τα χαρούμενα πανιά του καναλιού
Δεν τα βλέπω. Απ' όλα
Ξεχωρίζω μονάχα των ψαράδων το σκισμένο δίχτυ.
Γιατί μιλάω μόνο
Για τη σαραντάρα νοικοκυρά που έχει καμπουριάσει;
Τα στήθια των κοριτσιών
Είναι ζεστά όπως πάντα.

Μια ρίμα στο τραγούδι μου
Σχεδόν αυθάδεια θα τη θεωρούσα.

Μέσα μου μάχονται
Ο ενθουσιασμός για τη μηλιά που ανθίζει
Και ο τρόμος από τα λόγια του μπογιατζή
Μα είναι το δεύτερο μονάχα
Που στο γραφείο με καθίζει.


                    ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ

Σε ό,τι αισθάνεσαι
Δώσε τη μικρότερη σημασία.
Είπε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εσένα.
Υπολόγισε λοιπόν πως όταν τον ξαναδείς
Θα σε θυμηθεί.
Κάνε μου λοιπόν τη χάρη να μη μ' αγαπάς πάρα πολύ.
Την τελευταία φορά που μ' αγάπησαν
Δε μου 'καναν όλο τον καιρό
Την παραμικρή φιλική χειρονομία.


                     ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Δεν είναι τυχαίο
Που κάθε καινούργια μέρα
Ξημερώνει με το λάλημα του πετεινού
Που μαρτυράει από παλιά
Μια προδοσία.


                    ΕΓΩ ΠΟΥ ΕΠΕΖΗΣΑ

Το ξέρω βέβαια: τυχαία μονάχα
Επέζησα απ' όλους τους φίλους. Μα απόψε στ' όνειρό μου
Άκουσα τους φίλους να λένε για μένα:
Οι δυνατοί επιζούν.
Και μίσησα τον εαυτό μου.


                     ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Μ.

Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ' έφαγαν όμως
Οι κοριοί.


                       ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Όταν ξαναγύρισα
Είδα πως τα μαλλιά μου δεν είχαν ασπρίσει
Και χάρηκα.

Τις δυσκολίες των βουνών τις ξεπεράσαμε.
Τώρα μας περιμένουν
Οι δυσκολίες των πεδιάδων.


                        ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ

Εσύ δεν είχες καμία
Εγώ είχα μία:
Αγαπούσα.


                         ΑΛΛΑΓΗ ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στην άκρη του δρόμου.
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δε μου 'δωσε χαρά ο τόπος που έμενα.
Δε μου δίνει χαρά ο τόπος που πάω.
Τότε γιατί κοιτάω την αλλαγή του τροχού
Μ' αδημονία;


                         Ο ΚΑΠΝΟΣ

Το μικρό σπιτάκι στη λίμνη κάτω απ' τα δέντρα.
Από τη στέγη του υψώνεται ο καπνός.
Αν έλειπε
Πόσο γυμνά θα φαίνονταν
Το σπίτι, τα δέντρα και η λίμνη.


               
                    ΚΙ ΕΓΩ ΠΑΝΤΑ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ

Κι εγώ πάντα σκεφτόμουν πως τα πιο απλά λογια
Πρέπει να φτάνουν. Όταν λέω τι γίνεται
Η καρδιά του καθενός πρέπει να σπαράζει.
Ότι είσαι χαμένος αν δεν αμυνθείς
αυτό πια πρέπει να το καταλάβεις.


   
                      ΟΠΩΣ ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ

Όπως ξέρω καλά
Οι αμαρτωλοί πηγαίνουν στην κόλαση
Διασχίζοντας τον ουρανό.
Τους μεταφέρουν με αμάξια διάφανα
Και τους λένε: Ετούτος από κάτω σας είναι ο ουρανός.
Ξέρω ότι το λένε αυτό
Γιατί σκέφτομαι
Πως ειδικά ανάμεσα σ' αυτούς
Θα υπάρχουν πολλοί που δε θα τον γνωρίσουν.
Γιατί αυτοί ειδικά
Πίστευαν πως είναι πιο λαμπερός.


Emil Nolde, Lake Lucerne


Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης