Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ (7)

ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ

-Ποιο είναι το πρόβλημα Τζο;
-Δεν υπάρχει ζωή δεν υπάρχει έμπνευση...
-Καλά. Συνέχισε με τα ίδια χάπια κι εγώ θα το
                                 τακτοποιήσω το θέμα

ΚΑΙ ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕΤΑ

-Πώς πας Τζο;
-Σήμερα είδα στο θάλαμο μια μικρή μύγα
   να κάθεται ήσυχα κολλημένη πάνω στο τζάμι
   και μου 'ρθε να βάλω τα κλάμματα
-Δεν έπρεπε Τζο, δεν έπρεπε, ήταν απλώς μια μικρή
    μύγα
που καθόταν ήσυχα κολλημένη πάνω στο τζάμι

                                 *

Υπάρχει η αγάπη
Υπήρχε από πάντα
Σκάβει από μέσα τον πλανήτη
Σιγά σιγά ρουφάει τα σωθικά του
Κι όλο μας ονειρεύεται
Την ώρα που βουλιάζουμε στο τίποτα
Μια για πάντα
Κι ύστερα η σιωπή
Ώσπου να ξεπεταχτούν
Καινούργιες ράτσες
Για να μιλούν
Πώς κάποια πλάσματα
Προϊστορικά
Ζήσαν και βασίλεψαν
Στην πλάτη του θάνατου
Γεμάτη σπυριά
Γεμάτη αγάπη
Κι ούτε οι θεοί τους ξέραν
Τι εννοούσαν
Μ' αυτή τη λέξη



                     


                        *

τραυλίζω
και μπερδεύω τα λόγια μου
θέλω να πω εσύ
και λέω
ε-ε-ε-εγώ
θέλω να πω εσείς
και λέω
ε-ε-ε-εγώ
θέλω να πω
όλα μου πάνε στραβά
και λέω
ο-ο-όλα μου
πα-πα-πάνε
κα-κα-κα-καλά

(Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι, 1988)


                     ΜΠΑΛΩΜΕΝΕΣ ΑΠΟΧΕΣ

Θα 'ρθουν καιροί
Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά
Θα ανοίξουν
Τις φτερούγες τους
Και θα αποχωρήσουν περήφανα
απ' τις βιτρίνες μας.

Κι εμείς
Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι
Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας
Και θ' ανεμίζουν στον αέρα
Ανήμπορες
Οι μπαλωμένες μας απόχες

           
                     ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΚΑΚΟΜΟΙΡΟ ΚΟΡΜΙ

Θυμήσου
Και αν ακόμη υπάρχει αθανασία
Στο πνεύμα σου θα προσφερθεί
Ετούτο το κακόμοιρο κορμί
Να στηριχτεί
Ούτε μια τόση δα ψευδαίσθηση δεν έχει
Μόνο κρεβάτια καταβόθρες
Βάναυσα αγκαλιάσματα
Δαγκωματιές ρηχές
Λιποταξίες
Να προσδοκάς τη σκόνη
Αυτό δεν είναι άλλοθι

                 
                              ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
                   και κανέναν να με χαϊδέψει
                   και κανέναν να με μαστιγώσει
                   και κανέναν να με δεχτεί
                   και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
                        που θα μπορούσε να 'ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι


                         ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

Η πίκρα στο στόμα το πρωί
Δεν έχει να κάνει με τσιγάρα
Και χθεσινοβραδινά μεθύσια
Χρόνος προδομένος είναι
Που αργά και σταθερά
Σου σφίγγει το λαρύγγι
                                     
                                   Τ' αδέσποτα σκυλιά κείτονται ψόφια
                                   Πάνω στο λεπτό παγωμένο δέρμα της λίμνης
                                   Ονειρεύονται τη θάλασσα
                                   Κι ευτυχώς ευτυχώς ευτυχώς
                                   Κανείς πια δε μπορεί
                                   Να τα ξυπνήσει


(Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε; 1999)





Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ (6)

Η μονοσήμαντη φύση

Η φύση
με ρομαντική μονοτονία σχεδιάζει
την άνοιξη της ζωής μας
αντιγράφοντας τα δικά της
εφηβικά όνειρα.

Λουλούδια, λουλούδια
με λίγες διαφορές στο χρώμα
    τη στιγμή άνθησης
που με την κίνησή τους σημαίνουν
την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου
ή την αγριάδα της φύσης.
Αέρηδες ταξιδεύουν, ανεμίζουν
στήθη ξανοίγονται στον ήλιο
κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ' τα φιλιά.

Άνοιξη τόσο κοντά στην αρχή
πράσινο, μέλισσες, νεανική πάντα
   του σύμπαντος η φωνή
αλλ' όμως τι μονοτονία, τι πλήξη
όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής
που να κόβεται ποτέ σου δε θα δεις
κι όσο επαναλαμβάνεται, τόσο
   το ευγνωμονείς.

Ενώ η δύση έχει τόση ποικιλία
κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται
κι αλλιώς αυτή θα 'ρθει
σε άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη
κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως.
Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα
κι όταν αυτά υποκύψουν στον μαύρο
                                            εαυτό τους,
νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες
πως εσύ ποιητικά συνέλαβες
  μιαν άλλη ουτοπία.

Στην ουσία, το τέλος είναι αυτό
που δε γνωρίζει τη μονοτονία της ύπαρξης.
Δε γνωρίζει την επανάληψη του εγώ.


Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.


Θέλω να γράψω ένα ποίημα


Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πραγματικότητα
αυτή που δεν έζησε ποτέ κανείς
αφού ο καθένας
στη δική του βρέθηκε φυλακισμένος
αιώνες τεντώνοντας τα χέρια προς τα έξω.
Την πραγματικότητα
που ίσως γνωρίζουν οι πεθαμένοι
εκεί στις βαθιές χαράδρες
της ανυπαρξίας
όπου κανένα σαρκικό παραμύθι
δεν πείθει
κι άχρωμα μούρα
πέφτουν σ' αναίσθητα σώματα.
Την πραγματικότητα
που αν σ' άγγιζε ποτέ
θ' αναγνώριζες αμέσως σαν τη μόνη αλήθεια
έξω απ' της δικής σου επιβίωσης
τις φαντασιώσεις.
Θα 'ταν ζεστή άραγε, θα 'χε του πελάγου τη μυρωδιά
ή αμετάκλητη χωρίς να δωρίζει
ούτε μια ώρα προθεσμία;
Θα 'θελα να γράψω ένα ποίημα
για μια πραγματικότητα
που δεν θα με είχε περιλάβει
αλλά τρομάζουν οι στίχοι...
Ούτε το σκέφτονται
ούτε προσπαθούν.



Ο οίστρος του θανάτου (από την Άδεια Φύση)

Ε

Θα είναι κάποιος άγνωστος
μηχανισμός τέλους
ή θα θυμηθούμε την αρχή
οδεύοντας προς την έξοδο;
Μήπως όμως το νερό, το χώμα
το σπέρμα, πράγματα απαραίτητα
μα που με την υπερβολή τους
μπορούν να σε πνίξουν,
έτσι κι η ζωή σα γίνεται πολλή
πεθαίνεις;

Γέλασε ο νέος κι ήταν σαν όλες τις υποσχέσεις Του
σε μια στιγμή αδυναμίας
να τήρησε
ο Θεός.



Ημερολόγιο πολέμου

15η μέρα ή Το μάθημα

Είπαμε σήμερα να μην κάνουμε πάλι μάθημα
σαν να μην... σαν να μην...
όλοι μας άνθρωποι χωρίς "ισχύ"
"εντολή λαού"
ή κάποιο "ιερό καθήκον" να μας καλεί.
Η γλώσσα, λέγαμε,
η γλώσσα είναι αιώνια παιχνιδιάρα!
Τι θα πει mascara
Το επιπλέον πρόσωπο! Τι αστείο!
Μικρές εκπλήξεις οι λέξεις
με το απλό τους νόημα, τη σύνθετη δουλειά τους...
Μας κόπηκαν όμως απότομα τα γέλια.
σκεφτήκαμε πως ως και η γλώσσα
ηχεί παράλογα τούτες τις μέρες...
Νύχτωσε, ανάψαμε φως και φάνηκε
το σκοτεινό μας βλέμμα.
Η πραγματικότητα δίνει τα πιο βαθιά διδάγματα
κι η γνώση αυτή είναι πρώτα σύννεφο βαρύ
που σε πλακώνει,
πριν γίνει σεντόνι ελαφρύ
να σε σκεπάσει.


Ποιήματα παύσης: Προς τον Άγιο

Τόσο πολύ φως
σαν να 'σπασε αμπούλα
και να χύθηκε βάλσαμο
ή κρυφό δηλητήριο.
Τα ραχητικά κυπαρίσσια
κοιτάζουν αφηρημένα την ουρά.
άνθρωποι ανεβαίνουν προς τον Άγιο
γδέρνοντας με τα τακούνια τους
τις πολύπαθες πέτρες.
Η ένρινη φωνή του φωτισμένου ποιμένα
έλεγε για τους πτωχούς τω πνεύματι
που κάτι θα κληρονομήσουν
κι έλαμπε μες στο πρωινό
η ζακέτα με τα στρας
της πιστής νοικοκυράς.
Η ελπίδα ανάστασης
και η εγκατάλειψη στα στενά όρια της ζωής
συνταξίδευαν στο λεωφορείο
ενώ από ψηλά στην αγιασμένη κορφή
τα νησιά έμοιαζαν με χαμόγελα
σε γαλάζιο πρόσωπο.
Πότε λοιπόν θα μάθω
κάτι να κρατάω
απ' τις υποσχέσεις του θείου
και να μην αλαφιάζομαι
όταν το σύννεφο πάει
να με κόψει στα δύο;
Η γύμνια με το χορταράκι δοξάζεται
κι η δόξα δεν είναι άλλο
από μια ανεχτή ζωή.
Όλο μου το κορμί στρέφεται
προς τα πάνω.
να 'ναι τα λουλούδια στο ψηλό
πεζούλι που γυαλίζουν
ή η ένρινη φωνή
που τώρα μιλάει για δίψα
και δικαιοσύνη...
Για άλλη δίψα θα λέει, σκέφτηκα,
κοιτώντας το μπουλούκι
με τα σκούρα ρούχα.
τα τρία δάχτυλα όλο να ακουμπάν στο μέτωπο
τους καθημερινούς καβγάδες
γραμμένους γύρω απ' τα μάτια
και τη συνήθεια καλοραμμένη
να στρώνει στην πλάτη.
Είναι γιατί έχουν όλοι έναν έρωτα
κι έρχονται εδώ,
μου ψιθυρίζουν τα φύλλα,
έναν έρωτα που σταλάζει μέλι
στο κέντρο της σκέψης τους
και τους κάνει να διψάνε,
να διψάνε...




ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (5)

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETTI
                        ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Άκου!
σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

-Όχι μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέμματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες -Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες -Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέμματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
- Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να το ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι' αυτό μπόρεσες κι έζησες
γι' αυτό μπόρεσα κι έζησα

ΑΥΓΗ

                     
                                    ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraulen Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, ποιητή
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

(Χρωμοτραύματα, 1980)


                             ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό


                                    Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ

Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
θα τη σκοτώσω.




                                  ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ

Στα νησιά που δεν μπόρεσα
                               να πάω
πέταξε και πήγε
ο Άγιος -πεταλούδα.

(Έκτοτε, 1996)

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (6)

                               Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

(Παραλογαίς, 1948)


                          Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
                                          κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
             να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
                                                   κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Ο ι  μ έ ρ ε ς  π ε ρ ν ο ύ ν
Τ ο  χ ι ό ν ι  μ έ ν ε ι

(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)


                    Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

       
                 Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

(Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)


                          Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θα έχει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί από πάνω, θα απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

(Τα στίγματα, 1962)


                     
                     Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
το 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

-Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

το 'ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος στους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

(Το σκεύος, 1971)

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ : πεζά ποιήματα

Κινήσεις πνιγμού, που σημαίνει εντελώς ανίδεη τώρα
που ξέρω, αλλεπάλληλες αναγγελίες ορίζουν παρακαμπτήριο
το ανάστημά μου, επί μέρες βήχω σαν διάολος, ανασαίνω σα
ν' ανοίγω δρόμο με το φτυάρι, σαν η περισσότερη να μην είμαι
μυημένη στο μυστικό μου παραμένω φυγόκεντρη απ' το -

κάποιος λέει κοντά μου κάτι, μάλλον τραβάει ένα μάνταλο με κρότο
συντριπτικό κι αναχωρεί κρατώντας με παραμάσχαλα, όσο κι αν
κάποιος άλλος (πιθανότατα! πιθανότατα! εγώ) επικαλείται λόγους
ανωτέρας βίας, τριπλασιάζει τετραπλασιάζει το βάρος του, αναπτύσσει
χαρά παρά φύσιν, προβλέπει τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, έχει
λησμονήσει το σημειωματάριό του.

Μάταια όλα, πρέπει να ξανακοιτάξω, κοιτάζω το μαύρο σαν φώτα από
μακριά, με άλλα δάχτυλα παίρνω ακροαστικά με άλλα κάνω τον
σταυρό μου, εχθρικά είδος κράμπα συμπεριφέρομαι προς το στομάχι
μου, ό,τι διαστέλλεται (ή κινείται απλώς) με τα λοιπά φαρμάκια το
εμφιαλώνω.

Επιπλέον
στο στρίψιμο της σκάλας σπάω τα μούτρα μου,
αντί να κατευθυνθώ προς την έξοδο
κουλουριάζομαι στον κεντρικό διάδρομο ή
καθώς από τέταρτο σπόνδυλο και πάνω απουσιάζοντας δια παντός,
στο πολύχρωμο μωσαϊκό σκάβω λάκκο.

(Φεβρουάριος, 1978)


Το τραίνο (απόσπασμα)

Εκκεντρική ώστε, μ' ένα ουρλιαχτό που διατρέχει όλες τις τονικές
κλίμακες κι ολισθαίνει στο χάος, ή προσπαθώντας να εννοήσω,
προσπαθώντας να ζήσω, αρπάχτηκα απ' τη σιδερένια λαβή κι άρχισα
τρέχοντας να παρακαλάω:
-Κύριε διοικητά! κύριε διευθυντά! κύριε κλινικάρχα! στρατηγέ μου!
αγάπη μου!
Κι όπως το τραίνο ανέπτυσσε ταχύτητα βιάζοντας τις προσληπτικές
μου ικανότητες με ανελέητους όρους και τα σπίτια αραίωναν κι
άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα τηλεγραφόξυλα, να ενσωματώνεται
στην αντοχή μου το τετελεσμένο, τα μηλίγγια μου κι ό,τι άλλο επάνω
μου είχε χρεωθεί να μεταφυτέψει το ρίγος στην άκρη του κόσμου,
έσπαγε σε αγροτεμάχια.
Σαϊτα πες, που όπου να 'ναι απογειωνόταν.
Κι ούτε σκέψη να ξεσφίξω το χέρι απ' τη λαβή. Εκείνη κρατούσε
εμένα, όχι εγώ αυτήν. Δεν με κρατούσε, με έσερνε σε προθεσμίες
που εξέπνεαν η μια κατόπιν της άλλης, μου ακύρωνε αυτή την
ολοκληρωτική μου υπόθεση, τη ζωή μου. Άσχετο αν εγώ δεξιά
αριστερά πετούσα τα πλοκάμια μου τα γεμάτα μικρές και μεγάλες
βεντούζες, εκείνο το κουδουνάκι των λεπρών χτυπούσα, σε βαθύ
λαγούμι να κρύβονται οι ρομαντικές μου πεποιθήσεις.
Και καθώς έτρεχα, τ' απανωτά πανωφόρια που φορώ εκ γενετής
κόντρα στην παγωνιά .του κόσμου, άρχισαν να φουσκώνουν σαν
καραβόπανα. Κι αφού αντιστέκονταν, το καθένα κατά τη φτιάξη
του και τη χρονιά του, πετούσαν πίσω μου ένα ενα σπάζοντας με
πάταγο τα κουμπιά τους. Και νόμιζε κανείς πως άνθρωποι πολλοί
έτρεχαν να προφτάσουν αυτό το τραίνο.

(Όμορφος Κόσμος, 1984)

Ποτέ δεν μπήκα σπίτι μου δωρεάν

Άναψα το τσιγάρο μου και πέταξα το κουτί με τα σπίρτα στο δρόμο, δεν
ήταν το κουτί με τα σπίρτα ήταν η κατάσταση που μου έφυγε απ' τα
χέρια, συνεργώντας τα μάλλινα καφέ μου γάντια, σε χίλια σκαλιά
φωταγωγημένα οι νευρώσεις μου τρίζοντας. Κι αν είπα γραφικότητα
τέτοια παραζάλη ήταν γιατί, ώσπου να βάλω το κλειδί στην πόρτα,
η γλώσσα της καμπάνας πρήστηκε, ξανάγινε η φάτνη των αλόγων
σταύλος, στο πεζοδρόμιο κατρακύλισε η αιωνιότητα που μου ανήκε,
τα συγκλίνοντα περιστατικά -και τα φάρμακα- παρατάσεις.

Ως πότε κωδωνωστάσιο η με τέτοια μελαγχολία ευθυτενής και
πώς άρα εξαιρετέα η φύρα μου. Λέω ν' αρκεστώ στο δάνειο, στο
λίγο πράμα, θελήματα και βοηθητική, όπου κλειστό παράθυρο να
βρίσκομαι σπίτι μου. Να μην είμαι πάρεξ ένα δαδί που καπνίζει,
φέρνει δάκρυα στα μάτια. Ανίδεη τι θα γίνει τη νύχτα αν δέσω τις
όχθες μου όπως σταυρώνω τα χέρια.

Σ' αυτό το δούναι αν δεν είσαι πλάστιγγα δε μετράς.
Σ' αυτή τη γη αν είσαι δέντρο παλεύεις με την άσφαλτο.
Σ' αυτόν τον αιώνα είσαι δεν είσαι γελωτοποιός πνίγεσαι στα δάκρυα.

(Λέηζερ -Στεφανιαία, 1989)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΥΡΛΗΣ (9)

Συμπτώματα μέθης

Μια έντονη επιθυμία
       να εξιστορήσω τη ζωή μου
                    στον πρώτο περαστικό

Απολογία

0.

Θα μιλήσω
            για τη σιωπή

Είναι
        σελήνη,
                       χιλιάδων λυσσασμένων ημερών

1.

Με μια όμορφη και μοιραία κίνηση, όπως αυτές των ουράνιων σωμάτων,
με μάτια σαν καταιγίδα να λάμψουν, να ψελλίσω το μηδέν στους ανθρώπους
που απάντησα στη ζωή μου, στο πρόσωπο της οργής και της μέθης, λέξεις
πιο φοβερές απ' τη σιωπή, να βλασφημήσω, να ρίξω πέτρες στους ουρανούς
κάθε ψυχής να γίνουν άστρα,
γιατί σέρνω πίσω μου, σαν σκιά, το πτώμα της αγάπης.

2.

Μια νύχτα σηκώθηκα και σταμάτησα τον άντρα που μπαινόβγαινε
στον καθρέφτη. Τον έπιασα απ' το σακάκι, "ποιος είσαι", του είπα,
"και τι γυρεύεις εδώ;". Από τότε τα πρωινά βρίσκω ένα περίστροφο
παρατημένο στο τραπέζι, στο οποίο συστήνομαι κάθε φορά με άλλο
όνομα. Έτσι η κάθε μέρα γίνεται μια διαφορετική μέρα,
όμως τις νύχτες πυροβολώ το φεγγάρι και πέφτω νεκρός.

3.

Τώρα θα πρέπει να εξηγηθώ, γιατί πολλά πράγματα, ακόμα
και η πιο απλή υπόθεση, μπορεί να κρύβει μια βαθιά παρανόηση.
Όπως όταν έπαιρνα τα τσιγάρα μου κι έβαζα το χέρι στην τσέπη
να πληρώσω, έντρομος έβγαζα βότσαλα, φύλλα δέντρων και
θρυμματισμένα κοράλλια από ταξίδια μακρινά που δεν έκανα.
Έτσι γρήγορα μαθεύτηκε πως ήμουν απένταρος και από τότε
άρχισα να ντύνομαι όπως με βλέπεις:
σαν μόλις να έμεινα για πάντα μόνος.





Η πλατεία Κωνσταντίνου Καρυωτάκη

Ένα βράδυ, μην έχοντας πού αλλού να κρυφτεί,
στάθηκε ακίνητος, παριστάνοντας το άγαλμα.
χρόνια μετά έφτιαξαν γύρω του μια πλατεία.



Όμορφο βράδυ

Καμιά φορά, όταν γυρίζεις
το κλειδί στην πόρτα,
ανταμώνεις πόλεις που χιλιάδες χρόνια
αγωνίστηκες να κατακτήσεις
και τις έκαψες ένα βράδυ
όμορφο σαν απόψε.


Παιδικό

Τυφλές, αστείες κινήσεις των χεριών μας
να αγγίξουμε απεγνωσμένα ο ένας τον άλλον.
Τι άλλο γίναμε από τάφους παιδιών
που κάποτε υπήρξαμε.
Και στο γέλιο μας στάλες απ' το αίμα τους
θεέ μου, το επικίνδυνο γέλιο των νεκρών!
στις απέραντες εκτάσεις της σιωπής.


Τα βράδια πριν κοιμηθώ

άκουγα τα βήματά μου βιαστικά στο σαλόνι,
όπου έπρεπε να βγω από μια μυστική πόρτα
για να προφτάσω τον άνθρωπο στη γέφυρα
που χρόνια κάθε βράδυ έπεφτε στο κενό.


Το χρέος

Πλησίαζα λοιπόν αργά τον ξενοδόχο να πληρώσω το χρέος,
κρατημένος δήθεν απ' το χέρι μιας όμορφης κοπέλας,
ενώ μετά βίας έσερνα όλη την έρημο της ζωής μου,
μήπως αν κοιμόμουν μαζί της
επιτέλους σωζόμουν.


F# minor

Ανάμεσα στην κραυγή από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής
και στην απέραντη γαλήνη των άστρων,
υπάρχει μονάχα ο ανοιχτός ουρανός.

Τίποτε άλλο.


Ταπείνωση

Σαν όταν αυτός που είσαι
δεν έχει πια καμιά σημασία,
όπως ακριβώς εκείνος
που δεν έγινες.

(Κονσέρτο για σιωπή, 2013)

ΛΙΖΕΤΑ ΛΑΓΟΥΡΗ (ανέκδοτα ποιήματα)


Παίρνω κάθε τόσο το φάρμακό μου.
Άλλοτε ασυναίσθητα κι άλλοτε
χωρίς να πρέπει.
Μα αυτό που με ανησυχεί
είναι πως η φύση μου
με προτρέπει
να το δίνω και στους άλλους.

              *

Κοίταξα τον καθρέφτη
και είπα
"φοβάμαι".

Δεν είμαι πια δειλή;

               *

Αν κρυφτείς σε οποιοδήποτε μέρος
του σπιτιού
θα σε βρω.

Γιατί δεν το καταλαβαίνεις
και μένεις;

               *

Γνωρίζω αρκετούς 
που 'σκάψαν το λάκκο τους
για να προστατευτούν.
Ναι, τόσο κοντά στα σπίτια σας
που το νωπό χώμα 
λερώνει τα παπούτσια
Κι εσείς αυτό το χώμα 
συνεχίζετε να το 
καθαρίζετε.
Δεν έχετε δικαιολογία.

             *
Θα με βρει η Άνοιξη
Στο πεζοδρόμιο
να κυνηγώ το Φως
κι εκείνο 
να μου κρύβεται
Κοροϊδευτικά.
Θα μεγαλώσω
σαν τα φυτά
στο παράθυρο
που ψάχνουν λίγα 
από τα δώρα του.