Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ:ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ



 Και βέβαια δε θα σας απασχολήσω για πολύ, καλέ μου φίλε. Ναι,
το βλέπετε κι εσείς, ούτε το κάθισμα είναι απαραίτητο.
Φανταστείτε, φανταστείτε όμως
έναν άσπλαχνο δρόμο.
Φανταστείτε έναν περίβολλο που συστέλλεται.
Ή επιτέλους, σκοινιά και ξύλα και πανιά
αλλά όχι καράβια.
Και ποια η γνώμη σας αν δίχως ίχνος γαλάζιου τον ανατρέπαμε
τον καταργούσαμε τελικά τον ουρανό.
Ναι, η ώρα εργασίας. Καταλαβαίνω. Φυσικά.
Οπωσδήποτε μιαν άλλη φορά. Οπωσδήποτε
την άλλη φορά που δε θα μπορώ πάλι να πεθάνω
να ζήσω. Και για το κάθισμα σωστά, σωστά
περαστική άλλωστε είμαι κι εγώ
στα δημόσια γραφεία συμπεριφέρομαι ακριβώς σαν κάπου αλλού
να με περιμένουν, βαθιά στις τσέπες μου κρύβω τα μαντήλια
κρύβω τα χέρια μου, σέβομαι ξέρετε τον ξένο χρόνο
σέβομαι τις επιχειρήσεις
κι εσας σας επισκέπτομαι μόνο
με το θάρρος της παλιάς γνωριμίας.
Επιτρέψτε μου απλώς να παρατηρήσω
πώς το ωραίο αυτό δερμάτινο κάθισμα...
λοιπόν...
το ωραίο αυτό δερμάτινο κάθισμα...
όχι βέβαια πως θα διέθετα τον καιρό...
και όχι ότι θα πίστευα ποτέ βεβαια πως ένας άνθρωπος όρθιος
κι ένας άνθρωπος καθιστός... ω, ποτέ. Ωστόσο -
και προπαντός αν η αγωνία δεν αφήνει λεκέδες από ιδρώτα...
Χα!Χα! Μην θορυβείστε.
Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι λιποθυμία.
Κι άλλωστε εσείς, τι -

Πιστέψτε, όλο και πιο συχνά τελευταία
θέλω να πω "καλημέρα"
και φωνάζω "νερο, νερο!"


Arshile Gorky


(από τη συλλογή "Ακούστε")


Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ : ΚΗΠΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

  Διαλεκτική στον κήπο

Υπάρχει μια αρχαία πληγή
Περνάει από χώμα σε χώμα.

Μια αβέβαιη μάχη
Ένας θεός έτοιμος
Δεν ξέρεις τι να του ζητήσεις
Γιατί αναρωτιέσαι
τι επιτρέπεται.

Πόθος βαθύς για την ήττα
Μητέρα τόσων τραυμάτων
Έμπειρη προξενήτρα.

Υπάρχει ένα απόγευμα
Αφημένο στην άκρη
Διάστικτο μ' αγκάθια.

Αυτό μου απαντά η σιωπή σας, λουλούδια.

Μια νύχτα

Δεν υπάρχουν κρεβάτια ξέστρωτα σεντόνια πεταμένα ρούχα
Δεν υπάρχουν δείπνα εκδρομές γενέθλια φωτογραφίες δώρα
Δεν υπάρχουν ονόματα τηλέφωνα

Μόνο χέρια σφίγγουν φτερά χτυπούν κατευθείαν στην καρδιά
Αγκαλιάζουν

Μόνο χέρια κλείνουν κρατήσου

Μετά

Μετά θα γίνω άμμος.
Κόκαλα άσπρα κελύφη
Δόντια μαργαριτάρια.
Θα βάψει το αίμα μου κοράλλια
Ψάρια τα σπλάχνα μου θα ταΐσουν.
Και τα μαλλιά θα κολυμπούν με φύκια
Και των μαλλιών μου η λάμψη στα ρηχά θα παίζει.
Κι όλο το δέρμα μου άμμος
Ζέστη, απαλή στα πόδια των παιδιών.
Χάδι δροσιάς τη νύχτα στων εραστών τις πλάτες
Υγρή αγκαλιά των κοχυλιών, αστρόσκονη.
Και πρώτη ύλη παλατιών που ο άνεμος γκρεμίζει.


    Στοιχειό

Τ' αόρατο φοβάμαι
Που δεν έχει ανάπαυση
Μονάχο πάνω από λευκούς καμβάδες
Και σελίδες άγραφες

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ : Οι ειδικές συνθήκες



Επικρατούν ειδικές συνθήκες
στις ράγες των τρένων
στις μαύρες μέρες που φθάνουν σφυρίζοντας
στον σταθμάρχη με την απαγορευτική πινακίδα
που φωνάζει «όχι επαφή»
τα τρένα μπορεί να συγκρουστούν
οι γραμμές δεν παραβιάζονται
οι άνθρωποι είναι ριγέ και σιωπηλοί
το βάδισμα χήνας παραμένει στη μόδα
τα μηνύματα αναστατώνουν
τα τηλεφωνήματα εξαρτώνται
από την ποσότητα του πάγου
στην ραχοκοκαλιά.
Επικρατούν ειδικές συνθήκες
σε ένα κρεβάτι
δύο άνθρωποι
ο ένας νυστάζει
o άλλος φοβάται
είναι τελείως ειδικές οι συνθήκες
οποιαδήποτε συνέχεια καταλύεται.
Είναι στ' αλήθεια παράξενο
πόσο είναι πάντα οι συνθήκες ειδικές
όταν δύο άνθρωποι,
σε ένα κρεβάτι,
ο ένας φοβάται
ο άλλος φοβάται.    


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (8)


B' ΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ

Δευτέρα

Εγώ να φεύγω, είναι αργά.
Έγινα τελικά ένα μονοδιάστατο συναίσθημα.
Εσύ βυθίστηκες. Απλώνουν κύκλοι.
Κύκλοι φιλικοί, κύκλοι γύρω στα μάτια μου
Το παιχνίδι του ρολογιού,
Το χείλος του πηγαδιού,
Οι εποχές, το φοβισμένο ποντίκι τυλιγμένο
Στην ουρά του.
Τέλος πάντων, ένα σοφό σχήμα
Μια αναπόδραστη θέση. Τέλος πάντων, εγώ
Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

Α, καλά. Να κι η νύχτα με τα σκυλιά της
Με διασχίζει. Στην παράνομη περιοχή μου.
Η ερημιά δε, ανοίγεται ευφάνταστα
Σαν τη -χα- σαν την ουρά του παγωνιού.
Συνωστίζονται κιόλας
Τα πλάσματα από παγωνιά
Κρυστάλλινα, λαμπερά, πεντακάθαρα.
Θα μ' αγγίξουν να σπάσουν
Θα μιλήσω να σπάσουν.

Ακροβατώντας πάνω στις δύσκολες έννοιες
Των δέντρων και της μνήμης:
Τα δέντρα έχουν μια κίτρινη εξουθένωση.

Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

(Σχεδόν χωρίς προοπτική δυστυχήματος)


Ξανάρθε με κεφάλι λύκου

Ξανάρθε με κεφάλι λύκου
Ίδρωνε θειάφι, τον ήξερα καιρό.
Καληνύχτα, είπα. Το δέρμα μου
Είναι επώδυνο.
Με δυσκολεύει μια παλιά
Χειρονομία εγκαρτέρησης.
Πολύ είχα λυπήσει
Εκείνο με τα ραγίσματα κι έπρεπε να 'ρθεις.
Ένα σταχτί φίδι παλλόταν πάντα απ' την οροφή-
Το ξέρω, είπε.
Δεν έχει άλλο τίποτα να δεις
Απ' αυτή τη μεριά.
Όμως, κι η έχθρα για το πιο τίποτα
Δεν είναι πια επίκαιρη. Με χάιδεψε ήμερα.
Είδα ένα όνειρο με συχνούς
Αποκεφαλισμούς. Και μια χοάνη
Μεγάφωνα πουλιά αδειάζοντας
Στο χάος, να τρελαίνονται.
Ζήσε μια αναστολή ακόμα, είπε.

(Τα μωρά των αγγέλων άσπρα και τυφλά)


Ασφάλεια

Ευτυχώς, το σπίτι είναι πάντα εδώ.
Χτισμένο πάνω μου.
Ελίσσομαι με λαγνεία στα δωμάτια
Νηστικό, περιμένοντας.
Θα έρθουν επισκέψεις. Ή η καταστροφή
Ή το φθινόπωρο.


Κλειστό κύκλωμα

Τώρα τελευταία, συχνά, στον τοίχο
Τρέχει μια προβολή. Κόκκινη κι άγρια
Σπαστικά. Με διαλείψεις.
Φοβάμαι. Πρόκειται για το μέλλον μου
Που συντονίζεται σ' άλλη συχνότητα.
Φοβάμαι. Δε θα 'πρεπε να βλέπω, όμως
Ακόμα συμμετέχω. Φαίνεται, από λάθος,
Μ' έχουνε μόνο κατά διαστήματα
Αποσυνδέσει.

(Τα υστερόγραφα)


2
Νάνι νάνι, μη φοβάσαι μωρό μου. Είναι γενική δοκιμή. Αποστηθίζει
τα λόγια του. Κάνει θόρυβο. Κάνει πως κάτι κάνει. Νανουρίζεται.
Νάνι νάνι. (Θα πεθάνει. Τη νύχτα στον ύπνο του. Το πρωί
πάλι βήχοντας, θ' ανοίξει τα μάτια. Σε άλλη ζωή. Σε άλλη,
παράλληλη ζωή.)

Είναι κάτι
Που μόλις κοιμηθώ, ξυπνά.
Σηκώνεται, πάει στο μπάνιο, πέφτει απ' το παράθυρο,
Πληγώνεται στην άσφαλτο, ξανασηκώνεται,
Βιάζεται να προλάβει, παίρνει τον υπόγειο.
Χρόνια, τυφλά, παλινδρομεί
Σε μάταιη διαδρομή
Υπονομεύοντας ανεπανόρθωτα την πόλη.
Πάει άτα. Πάει στο σχολείο. Πάει στο γραφείο.
Πάει στο γιατρό. Πάει στο δικηγόρο.
Πάει στο διάβολο.
Γυρνάει.
Είναι κάτι που μόλις κοιμηθεί,
Ξυπνώ.

(Καρτ ποστάλ)


Max Ernst, Day and Night

Τότε μεγάλωσα ξανά και είπα:
Σα να 'ζησα κιόλας πολύ.
Σ' αναίτιες ζωές, σ' αλλόκοτες αιρέσεις.

Καιγόμουνα παντού. Καπνίζω ακόμα.
Με το πρόσωπο ωχρό απ' αυτά
Που δεν μπορώ να δω
Και με κοιτάνε.

Είχα μια πόρτα πρώτα.
Μετά, ένα παράθυρο.
Τώρα, καταπακτή.

Και το πηγάδι είμαι
Κι αυτό που σκύβει μέσα
Και τ' αντλούμενο

Κι αυτό που έρχεται
Να σπρώξει-
(...)

(Ο ένοικος)


η ιστορία (το μεσοδιάστημα) 3:

Οξυκόρυφα δέντρα κατά μήκος, μίκραιναν και μεγάλωναν,
παλινδρομώντας σαν έμβολα, κι αθόρυβα. Οι θόρυβοι, συ-
μπυκνωμένοι σε μια μάζα μαλλιαρή, παραμόνευαν στους
υπόνομους.
(Φυσικά η εικόνα ήταν ελλιπής, επειδή τίποτε δεν είχε
ξαναγραφτεί γι' αυτήν).
Άνοιξα το παράθυρο. Έπεσε μέσα φουρφουρίζοντας ένα
μεγάλο κομμάτι ξένου αέρα. Οι κουρτίνες απομακρύνθηκαν
ενοχλημένες, με τοπικές αναφλέξεις και συριστικά. Οι
θόρυβοι ελευθερώθηκαν. Το άνοιγμα γέμισε αμέσως
τριχοειδή, πλοκάμια ήχων και ριζόποδα. Έσκυψα αιφνιδιαστικά,
αλλά το τζάμι είχε την ετοιμότητα να συγκρατήσει το είδωλό μου
απ' το πλάι. Να τρέμει, μέχρι τα γόνατα κομμένο, στη βαθύτερη
επιθυμία του τζαμιού.
Κοιτάζοντας, άρχισε πάλι έξω η κυκλοφορία. Όλο αγωνία,
επειδή κανένας δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Αρχίσανε
επίσης οι χρόνιες μετακομίσεις στα υπόγεια. Βαριές ψυχές
να σέρνονται, να χάνουν τα κομμάτια τους, ακόμα και συρτάρια
ολόκληρα με μυστικά ανώφελα.

(Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο)


Κορίτσι χωρίς μάτια, όλο μια σκιά.
Το φόρεμα θα 'ταν μεταξωτό.
Σκούρο, βαρύ μεταξωτό.
Όλο σσσς και ψιθυρισμούς.
Αμέτρητα κουμπάκια σιντεφένια
Απ' το λαιμό ως τον ποδόγυρο
(Τι κουμπωμένα μυστικά, τι σφίξιμο.
Άλλα κουμπάκια στα μποτίνια - δε διακρίνονται).

Ο κήπος θέλει να αναληφτεί.
Η φούστα θέλει ν' ανεμίσει, το κορίτσι αδρανεί
Στο αναπόδραστο.

Έντεκα έμβρυα πίσω απ' την φούστα την πολύπτυχη
Θα ζήσουν τα εννιά (δε διακρίνονται).
Θα παντρευτεί τον δολοφόνο της (δεν τον γνωρίζει).
Θα γίνει η άλλη μου γιαγιά (δε με γνωρίζει).

Μια σφαίρα στο λαιμό
Μια στην κοιλιά
Θα έχει ήδη ξεκινήσει απ' το μέλλον η τροχιά τους.
(Δε διακρίνεται).


Από τη συλλογή Το μάυρο άλμπουμ

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ (7)

3 κύβοι ζάχαρης -πρωί
1 κύβος κνορ -μεσημέρι
1300 κυβικά -απόγευμα
1 κιβώτιο μπύρες -βράδυ
Μερικά κυβικά εκατοστά χώμα -αιωνιότητα















μετάθεση

Έστειλα τις ανάγκες μου για υιοθεσία.
Θα με ειδοποιήσουν είπαν όταν βρεθεί ο κατάλληλος.
Η αλήθεια είναι πως δε με νοιάζει και πολύ ποιος θα τις πάρει
αρκεί να αντέξει και να μην τις επιστρέψει.
Ειδικά αυτή την τελευταία που με έκανε να κυνηγάω χίμαιρες.
Αυτήν ήθελα να ξεφορτωθώ πιο πολύ απ' όλες.
Ίσως τώρα, ελεύθερη συνδρόμου εφικτής ουτοπίας
Να καταφέρω να κυνηγήσω κάποιον Κώστα, Γιώργο, Θανάση...

(από τη συλλογή Τετράδιο Πειραμάτων, εκδόσεις Χαραμάδα)


                      Κατά βάθος

Θέλω πολύ να ουρλιάξω
μιας δραχμής πόνο
στο στερέωμά σου

να αντισταθμίσω
την άνοιξη
το πένθος του χειμώνα
το αλλοπρόσαλλο
της συντριβής.

Καινούριος ήχος
στο αλφαβητάρι του φόβου
οι ανάσες μας.

Γεννιούνται καινούριες
εκδορές
στα φύλλα που στέκονται
γυμνά
στον άνεμο.

Η πτώση
Ω ναι! Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.


                     Ευχές

Η μέρα ξημέρωσε με πολλαπλά πρόσωπα
τα πολλαπλά της πρόσωπα.
Σε κανένα δεν αναγνωρίζω
τα χαρακτηριστικά μου.
Φωνές που χτυπούν στους τοίχους
επιστρέφουν στο στόμα μου.

Εισπνοή -εκπνοή -εισπνοή -εκπνοή

Θλίψεις με πλατύγυρα καπέλα περνούν έξω
απ' το παράθυρο. Οι σκιές τους
κατηφορίζουν ξοπίσω.

Δεξί -αριστερό -δεξί -αριστερό.

Στο κλάσμα του φόβου ο παρανομαστής
συρρικνώνεται.

Απ' το πρωί χιονίζει νεκρούς
μες στο δωμάτιο.
Τους κερνάω κονιάκ με παγωμένα δάχτυλα
και γελάω με την όψη τους.
Είμαι πιο χλωμή κι απ' το χιόνι.

Πιο παγωμένη.
Το μπουκάλι αδειάζει χωρίς να πίνω.
Το δωμάτιο γεμίζει χωρίς να μπαίνει κανείς.

Κάπου στο βάθος
ένα σαξόφωνο παίζει το let's get lost.

Σκορπάω ευχές στο πάτωμα
που αμέσως πραγματοποιούνται.

Ας χαθούμε επιτέλους.


                      Liberty

Όρθια, στην αποβάθρα
σήκωσα το χέρι μου
γνέφοντας ασυναίσθητα
στο άπειρο.

Μέσα μου, νοερά,
αποχαιρετούσα
όλα τα ποιήματα
που ξέφυγαν από μένα.

Ακόμα λίγο

Η νύχτα ξεχείλωσε.
Τραβάει προς το φως με κουτσό βήμα.

Δεν λέει να ξημερώσει απόψε.
Σαν όλα, εκτός από τα μάτια μου, να
Διψούν για λίγο πένθος ακόμα.


                 Βεβαιότητες

Εκεί κρύβεται
-το ξέρω-
στης νύχτας το γαλάζιο βλέφαρο,

το τέρας που ξορκίζω
με αϋπνίες

εκεί κρύβεται
-το ξέρω-
στης άνοιξης το στρίφωμα,

το μέσα φως μου
που
αρνείται να δεχτεί
τη βεβαιότητα-

ή έστω πιθανότητα-

να σβήσει.


             Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν
κι εγώ είπα το τέλος.
Μέγα μέγεθος σε θεωρούν
εγώ, το απόλυτο μηδέν.

Δε σε έχουν συναντήσει
παρά μονάχα σε βιβλία
και διδασκαλίες μυστικιστικές.
Δε ρώτησαν κι εμένα
που ένα πρωί μου χτύπησες
την πόρτα κι είπες

-χαιρέτα τον πατέρα σου
φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

(από τη συλλογή Το μερίδιο των αγγέλων, αυτοέκδοση

http://www.scribd.com/doc/91793206/%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CE%A4%CE%BF-%CE%9C%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CF%89%CE%BD

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΤΣΑΡΔΑΚΑΣ (6)

                       
                                        Ο ΒΑΛΤΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ" ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Κάτω απ' το κρεβάτι μου είν' ένας βάλτος
που δεν ξεραίνεται ποτέ.
Δεν τον φτάνει η βροχή.
Ούτε έχει διαρροή κανένας σωλήνας.
Ούτε του τοίχου η υγρασία φτάνει ως εκεί.
Όμως δεν ξεραίνεται ποτέ ο βάλτος αυτός.
Τα έντομα και τα ερπετά των γειτόνων μαζεύονται γύρω του.
Η βλάστηση αγριεύει κάτω απ' το κρεβάτι μου
κι αρχίζω να φοβάμαι
πως ίσως είμαι εγώ ο υπαίτιος
πως ίσως είναι η ψυχή μου που κάθε νύχτα στάζει

και σιγά σιγά στερεύει.


                                      Η ΑΥΛΗ

Ξυπνάω αγκαλιά με ένα γεμάτο όπλο.
Έξω στην αυλή παίζουν φωνάζοντας και γελώντας
οι υψηλοί μου στόχοι
τα μεγαλεπήβολα σχέδια
τα όνειρα τα αδιαπραγμάτευτα.
Μικρά παιδάκια ακόμα
παίζουν τα μήλα και το κουτσό.
Σκαρφαλώνουν στο δέντρο.
Είναι ένα απόγευμα απροετοίμαστο για τόσο πολύ κόκκινο.

(Για κάτι τέτοια εγκλήματα οι ποινές είναι πολύ βαριές
κι απ' ότι ακούω

σε καθαρίζουν συνήθως οι συγκρατούμενοί σου...)


                               ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ

Θα τρυπήσω μια νύχτα το ταβάνι.
Πριν χαράξει τα πουλιά θα κελαηδούνε.
Το φεγγάρι θα δύει.
Τα φανάρια στους δρόμους θ' αναβοσβήνουν άσκοπα.
Το δέντρο θα συνεχίζει τη σιωπηλή του ανάπτυξη.
Θ' ακούω τους ήχους των αναφιλητών σου ακόμα
και θα πετάξω ψηλά.
Ένα χέρι αγγέλου θα με κρατά στοργικά.

Ω! Τότε θα ζήσω
     Τότε θα ζήσω

μέσα σ' ένα τόσο ωραίο ποίημα!


                       ΟΥΙΣΚΙ ΙΔΙΟ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Το χρώμα του σκοτσέζικου ουίσκι στο ποτήρι
ίδιο με τα μάτια σου.
Κοντά κοντά στριμωγμένοι οι δυο μας στο μπαρ
σαν δυο παράλληλες ευθείες,
σαν σίδερα ενός κλουβιού διπλανά.

Είμαστε καταδικασμένοι να μη συναντηθούμε ποτέ
εκτός κι αν κάτι
αρκετά δυνατό κι αρκετά φυλακισμένο

μας λυγίσει για να δραπετεύσει από μέσα μας.


                                       ΠΛΗΓΜΑ

Καλοί ήταν οι πόνοι μας πρέπει να πω.
Κι οι στεναχώριες μας
φιλήσυχες.
Ποτέ δεν έκαναν κάποια μεγάλη έκρηξη.
Είχανε δευτερεύοντα ρόλο.
Απαρατήρητες περνούσαν.

Πώς μας γονάτισαν; Πώς μας τσάκισαν έτσι;
Δεν τις είδα να έρχονται.

Δεν τις είχα ικανές για τέτοιο πλήγμα.


                          ΠΕΤΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Πετώ την καρδιά μου στο χάρτινο πιάτο
μαζί με τα κοτόπουλα και τις πατάτες.
Δε θα μου χρειαστεί στο κοντινό μέλλον
αυτή η χαλασμένη πυξίδα.

Γύρω μου ένας άγνωστος κόσμος.
Ανακοινώσεις αναχωρήσεων και σπαραχτικές αγκαλιές.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα κι έρχομαι να σε βρω
μωρό μου
μ' ένα μαχαίρι στην τσέπη κοφτερό.

Πριν μπω στο τρένο σου αγόρασα δυο σοκολάτες
έτσι για να μην έρθω με άδεια χέρια,

έτσι για να μην καταλάβεις το θάνατο.


(από τη συλλογή  Το σκοτεινό αγγελάκι και το δέντρο)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ : ΠΛΗΓΕΣ

ΟΜΟΝΟΙΑ
Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.


Είναι κάτι βράδια ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πώς να τα γιατρέψει.


Δυο διαθέσεις
δυο βάσανα.
Το ένα παλεύει να ξεσκίσει το άλλο.
Κάπου εκεί υπάρχω κι εγώ.
Στο ενδιάμεσο,
στο κενό.


Κι αυτή η μέρα πέρασε.
Μέτρησα την αξία της με την ομορφιά της ανατολής.
Χωρίς αναστολές την απέρριψα
αδημονώντας για το πρωινό φως.


(Ασημίνα Ξηρογιάννη, Πληγές)