Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

ΗΛΕΚΤΡΑ ΛΑΖΑΡ (4)


ΕΡΩΤΗΣΗ

τι είμαστε
ληγμένοι στη βιτρίνα
το πανταχού παρόν αδιάφορο
το άκομψο ανήλιαγο τραπέζι
τι είμαστε
κρυμμένα χέρια στους ύπνους
και χώμα πυροβολημένο
γιατί τέτοια αγωνία για μας
και προοριζόμαστε στο άθεο τούτο σμήνος
γιατί με σιγανή φωνή κι όπως οι βροχές ατέλειωτοι
γιατί μας ξαποστέλνουν δίχως να μας ανοίξουν
κι εγώ κανείς ποτέ
γιατί ηλίθιος παραληπτης


                                                      *


ΤΡΙΒΗ | ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒΟ

Με ονόματα μες σε κελιά
πολύ μόνοι
Δίχως γραμμές στο χώμα
πολύ ριζωμένοι
Λείπουν όλοι όσοι μας έκοβαν
πολύ το κρύο
Και οι γονείς έχουν πεθάνει χρόνια
πολύ άχρηστοι
Καθόλου σώμα μόνο καμένα τσόφλια
Καθόλου προσκυνημένοι
μόνο αδελφοκτόνοι
πολύ γιορτασμένοι
Καθόλου στις πέτρες
μόνο γκρεμίσματα
Με μια βραγιά λιμάνι χάμω
Λες και θα μας σκοτώσουν
Μ' έναν γναφέα με ένα σκοτάδι
κομμένο σαν ξάρτι
πολύ σκοτωμένοι
Με μια εικόνα μάτια με κόμπους μάνας
Λες και θα μας νανουρίσει
πολύ γελοίοι
Με τον πανικό της καταιγίδας
με στενόμακρες τσουγκράνες
νοτιονανατολικά μας
πολύ ανεπιθύμητοι
Έτσι ώστε να μας καλύψουν
πολύ το χώμα
Δίχως στυλώματα δίχως να γερνάγαμε
και δεν θα μας αραιώνανε
πολύ τρέμουμε
Και δεν θα μας έσπαγε ο άνεμος
καθόλου ζωύφια
Θέλαμε σκέπασμα
Ούτε η βροχή να πέφτει απάνω μας
Ούτε το μοιρολόι συρματόσχοινο
πολύ κουρασμένοι

Αυτό το χώμα έχει ασθένεια
Έχει μαχαίρια για στηρίγματα
Και μέρες ισοπεδωμένες
Έχει τους πατημένους τους λαιμούς
Πολλοί πεταμένοι
Έχει το βάρος της θάλασσας
Πολλοί πνιγμένοι
Έχει τους φίλους όλους μου
Πολλοί θλιμμένοι
Έχει τον κήπο αταξίδευτο
Και έχει τους άγριους σπόρους
Πολλοί θαμμένοι


                                                     *


ΣΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ


Εδώ το χώμα ασύρματος
Οι άνθρωποι μισές ζωές
Τα μεσημέρια οδύνη
Τα παγκάκια χώρες κλειστές
Τα πουλιά μαρμάρινα
Οι βελανιδιές νυκτόβιος τρόμος
Οι ίσκιοι παράθυρα
Οι γάτες αιώνια λύπη
Οι πιλοτές δαγκωματιές
Η δυστυχία καλλωπισμένη
Κι ο θάνατος θάνατος



                                                        *


ΑΝΘΕΜΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ


Συλλέκτες της επόμενης μέρας
ζωάκια που μεταφέρουμε δυο κόσμους
παραισθήσεις
και φίλους παλιατζήδες
Άνθρωποι αξιότιμοι
λευκότεροι κι από κιμωλία
πειθήνιοι λες και είμαστε χειμώνες
σπασμωδικές κινήσεις όχι
όνειρα δοξολογίες όχι
από 'να τέτοιο όνειρο ξυπνάμε πάντα σακατεμένοι
και πάντα οι ίσκιοι μας
ομόκεντροι φονιάδες
Χώματα χώματα οι βραδινές μας ώρες
με έναν στραβό ορίζοντα
με τα τέσσερα σημεία του πνιγμένα



Άγια Νήπια, εκδ. Άπαρσις 2019


Artist: Max Ernst

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ (4)

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που κόβαμε τα μέσπιλα απ' τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.




ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ


Συναντιόμαστε τυχαία μια -δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
-Είναι γιος και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
-Α, ναι.
Παύση.
-Είναι καλά;
-Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
-Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφιχτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.

Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.

Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
"Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;"




ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Υπάρχει ένας ασφαλής τρόπος
για να αφανιστεί μια οικογένεια
μια ολόκληρη γενιά
ένας πανάρχαιος τρόπος
απόλυτα πετυχημένος
δεν έχει καταχωρηθεί σε επίσημα αρχεία
οι φήμες φθίνουν με τον καιρό
πληρωμένοι δούλοι αποσιωπούν τα γεγονότα
ενώ σε κάθε εποχή
ένας ποιητής επινοεί μιαν αλήθεια
που μοιάζει με ψέμα
ο τρόπος είναι η γνήσια φτώχεια
μέρες φυματικές, αδιέξοδες καταστάσεις
που επαναλαμβάνονται διαδοχικά
χωρίς αυτόπτες μάρτυρες
επειδή όλοι οι συμμετέχοντες είναι νεκροί
πάντα σε διαφορετικούς αιώνες
σε άλλους τόπους
σε ξένα σπίτια
και το παιδί αρρωσταίνει βαριά
ο γιατρός δεν έρχεται επειδή δεν θα πληρωθεί
φάρμακα πουθενά
το παιδί γλιστρά και λιγοστεύει
μετά από μια εβδομάδα πυρετού
ενώνεται με τις στωικές σκιές
ο πατέρας ζητά άδεια και αυτοκτονεί
η μητέρα πίνει δηλητήριο
και οι νιφάδες του χιονιού
που πέφτουν αργά
μας υπενθυμίζουν ότι εμφανίζεται
  κάποτε στον κόσμο
ένα είδος αδιάφορης αθωότητας.




ΟΧΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΣ


Ήρθαν όλοι οι φίλοι μου
όμως μου φάνηκε
πως δεν το χάρηκαν.
Απέφευγαν τα ευμενή σχόλια
τις κρίσεις επί του προκειμένου
ωστόσο ήταν ευγενικοί και συγκαταβατικοί.
Δεν πειράζει φίλοι μου
ήμουν οργισμένος
αλλά τα ποιήματά μου
δεν είχαν αρκετή οργή
ήμουν θλιμμένος
αλλά στα ποιήματά μου
δεν κατοίκησε αρκετή θλίψη
ήμουν νυχτερινός τραυματίας
αιμορραγώντας
χνούδια και ψίχουλα
κι έτσι
έφτασα με ασφάλεια ώς το πρωί
κατάφερα να σηκωθώ.
Μόνο οι πραγματικά σκοτωμένοι
γίνονται σπουδαίοι ποιητές.



(Πληγείσες περιοχές Γυμνές ιστορίες, Μελάνι 2016)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (7)


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Δ’ ΑΡΚΟΖΙ
                                                                           
                                                                           Στον Νίκο Εγγονόπουλο

Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι που πέθανε
–«εν ζωή»-και αναστήθηκε μόλις νυχτώνει
κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του –γίδια βόδια και
πρόβατα πολλά –πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει
τα ποτάμια του και πάνω στον κατάμαυρο σταυρό
που ‘χει στημένο καταμεσίς στο δωμάτιό του
σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος
στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του
φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να ‘χε
κι αυτός κοπάδια βόδια γίδια και πρόβατα πολλά
να ‘χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά
να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών
να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας




ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Νύχτα ήταν
και λαλούσαν τα κοκόρια
καρφωμένα γύρω –γύρω
σ’ ένα φεγγάρι
από μπαμπάκι
φωσφορικό

Όλοι προσμέναν το θαύμα
γιατί κάποιο θαύμα
θα γινόταν απόψε
στην καρδιά του βιολιού

Όμως κι οι τρεις κοπέλες
ήρθαν μαυροντυμένες
κρατώντας την άδεια
μαύρη θήκη του βιολιού

Κλαίγαν και λέγαν
πως κανένα θαύμα
τώρα πια δε γίνεται
στον ουρανό




Η ΜΑΧΗ

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
στα μπαλκόνια βοηθούσες τους  αρρώστους
να κατεβαίνουν
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα λουλούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
ό λ ο ι   π υ ρ ο β ο λ ο ύ σ α ν

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
όπου ψηλά βουνά κι όπου μεγάλοι  δρόμοι
μεγάλοι δρόμοι με φωτιές και με περίστροφα
μ’ έναν φτωχό που μοίραζε βίους αγίων
με μια τσιγγάνα που ΄θελε παράφορα ένα αυγό
να κάνει μέσα του την πλάση να στενάξει

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου
και μέσα στη βροχή στεκόταν Προσοχή
ο κρεμασμένος
με τα χρυσά σειρήτια το βιολί και το μαντίλι του
με δέκα σύννεφα από λάσπη μέσα στην καρδιά του
κι από τη λάσπη παίρναν τα μικρά παιδιά
και χτίζαν δέκα πολιτείες ονείρου

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
κι οι άρρωστοι τώρα είχαν χαθεί κάτω στους δρόμους
με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα τραγούδια τους
ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα
ό λ ο ι  π υ ρ ο β ο λ ο ύ σ α ν

(Παραλογαίς)




Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


Μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ΄λεγες
θα πλύνω από τα χέρια μου
το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά
από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο
πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ΄λεγες
τότε
θα είσαι ένα πουλί
ίσως να είσαι  έ ν α  π α γ ώ ν ι
εγώ

θα έχω αθωωθεί

(Με το πρόσωπο στον τοίχο)





ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
                                Στον Θάνο Κωνσταντινίδη


Σταθείτε! Φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας ΄βλέπαν
Θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
να, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε το άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό


(Όταν σας μιλώ)




ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ

Ματωμένο μοσχάρι
φράζει
τον ουρανό
συνήθισαν
δεν τους πειράζει
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
μόνο ζητούν
συνήθισαν
τα σιδερένια λουλούδια
να φέγγουν στον ύπνο τους
τις σιδερένιες μύγες
να βουίζουν
να πρήζουν τα μάτια τους
συνήθισαν
μονάχα ζητούν
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
και ματωμένο μοσχάρι
να φράζει
τον ουρανό




Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα

Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

(Ο περίπατος)


Αποτέλεσμα εικόνας για αμεντέο μοντιλιάνι
Amedeo Modigliani-The Blue-eyed boy


Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΝΙΑΝΑΚΗΣ (2)


              ΦΙΛΜ ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΚΟΜΜΕΝΟ  


Σαν κάποιο φιλμ που κόπηκε στη μέση·
το τέλος, βέβαια, το ξέρουμε
μα ποιος αντέχει να το δει;
Εσύ, Θωμά, το είδες...
                    Τι ειρωνεία 
φύλακας νεκροταφείου (στην ταινία)
και βοηθός παραγωγής.

Α, Θωμά, θυμάσαι;  Είχαμε wrap party
ηθοποιοί και τεχνικοί χορεύαμε και πίναμε 
Somebody put something in my drink.
Αίφνης, κάποιος σου έριξε κάτι στο πιοτό.
Ήταν η Λύπη, γνώριμη και ξένη.

Την άλλη μέρα στο τηλέφωνο, είπαμε να τα πούμε.
Όμως αλλιώς το θέλησε.

Μήνες μετά με ειδοποίησαν, το είδα και στο διαδίκτυο
            η μηχανή…  εξετράπη της πορείας…
            καρφώθηκε κυριολεκτικά…
διαβάζω βιαστικά σαν να περνώ σκηνές κακής ταινίας.

Βουβά τα χείλη. Κάτω από την άσφαλτο πενθεί
ένα λιβάδι που ανθεί από ασφοδίλι. 





       ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΡΗΜΟ ΤΟ ΔΩΜΑ ΣΟΥ, ΜΙΧΑΛΗ



Δεν είναι έρημο το δώμα σου, Μιχάλη·
το καθετί και κάτι έχει κρατήσει
τα ηχεία είναι νοτισμένα από νότες
τα ποτήρια ποτίσανε ξενύχτι
το τραπεζάκι τράβηξε
τις ατελείωτες κι ατέλειωτες κουβέντες.

Οι δίσκοι τα περιοδικά και τα βιβλία
έτσι ανάκατα βαλμένα φτιάχνουν λόφους
κι άνθη της θύμησης στο φως ανηφορίζουν.

Οι τοίχοι μείνανε όπως τους άφησες
ντυμένοι με αφίσες, στη γύμνια του λευκού
ζωγραφισμένα σύμβολα συνθήματα γραμμένα
χρονολογίες-χαρακιές γυμνώνουν μνήμες.

Τα χειρόγραφά σου, θαρρείς, έχουν μια θέρμη
κόντρα στο μάταιο και την υποκρισία
είναι η Dreamland από τον Mad Wizard
μια χώρα όνειρα και μάγεμα αγάπης.
Γιατί το όνειρο είναι στα χέρια μας
όταν δυο χέρια χαίρονται
και χάνεται όταν χωρίζουν
You don’t remember I ’ll never forget.
                       
Δεν είναι έρημο το δώμα σου, Μιχάλη…

Κι αν έχεις φύγει
τα cd  και οι κασέτες είναι στο ράφι
τα riff στο αρμόνιο και στις κιθάρες
τα πλήκτρα κι οι χορδές υφαίνουν μελωδίες·
τα αποτυπώματα ταυτοποιήθηκαν
στο λίγο φως του φεγγαριού.

Φίλε μου, τα τραγούδια σου μ’ αγγίζουν
–για λίγο–,  την απώλεια επουλώνουν.

Άραγε τι ράγισε και ποιες εικόνες πήρες;
Δεν ξέρω. Αλλά λέω το βλέμμα σου θα ήταν
ένας ήλιος χαμηλός την ώρα που βραδιάζει.

Και να, κάτω από την πόρτα σου που έκλεισε
ένας μικρός ορίζοντας χαράζει.



(Τι είπε το Ποτάμι, Στιγμή 2018)


Maurice de Vlaminck, Bateaux sur la Seine



Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΑΜΟΣ (5)

                                            
                                                         ΤΟ ΣΤΟΜΑ


Τόσα χρόνια το χρησιμοποιεί για να μασάει την τροφή, να δέχεται εύκολα φιλιά και να λέει ναι. Σήμερα, λίγο πριν τη δεκάτη πρωινή το στόμα θα γίνει πύλη και ποντίκια θα ξεπηδούν απ' τα έγκατά του και θα τρέχουν να ξεφύγουν, παράπονα και πόνος κι αυτά θα βγαίνουν τρέχοντας κι ο καθηγητής του της Χημείας που τον μισούσε θα βγει κι αυτός, και το στόμα θα φωνάξει πιο δυνατά να βγούνε και τα χαρτιά που υπέγραψε για να μπει στη δουλειά κι ο φίλος του που του 'φαγε τη θέση, και δυο καμήλες θα βγουν κι αυτές, και η μάνα του θα πεταχτεί έξω κι αυτή η ρουφιάνα και κεραυνούς και φωτιά και βουητά βιβλικά θα ξεράσει παντού.

Μετά, το στόμα θα σχηματίσει τη λέξη "καληνύχτα" και δεν θα ξανανοίξει ποτέ.




                ΤΕΤΡΑΚΙΝΗΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ


Μακάρι να μπορούσα να ρωτήσω τη μητέρα
γιατί επιμένει να το βλέπει ως τρακάρισμα
όταν μ' έναν και μόνο ελιγμό
έδωσα κατάλυμμα
σε τόσα πουλιά του χειμώνα.




                      Η ΕΣΤΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΝΕΙ


Στο σπίτι μας έσπασε η βρύση.

Εμείς λουζόμασταν στην αρχαία βροχή,
ο πατέρας είπε πως αυτά συμβαίνουν
κι η μάνα προσπαθούσε να γλυτώσει κάτι εικόνες
από βέβαιο πνιγμό.

Στο κέντρο του σπιτιού ακόμα τρεμοπαίζει μια λίμνη
οι επισκέπτες στέκονται τριγύρω της
και χαίρονται τη φοβερή ερμηνεία.

Κάτι βράδια εγώ
κατεβαίνω στα δάχτυλα
της πετάω στεφάνια
και προσεύχομαι.



Dorothea Tanning, Portrait de famille


                                  ΛΕΩ ΝΑ ΒΑΨΟΥΜΕ ΤΟ LIVING-ROOM


Ένας βεδουίνος με άμμο στις δυο χούφτες που τη φυσάει και χρυσόσκονη πετάγεται στα μαλλιά της δεκαεξάχρονης που χορεύει στην Times Square παραμονή Πρωτοχρονιάς με φουστάνια κόκκινα κίτρινα και μπλε ψάρια που κλαίνε γιατί δεν μπορούν να σκαρφαλώσουνε στο δέντρο της ζωής να δουν τις τρεις πανσελήνους που συγχρονίστηκαν μετά από χίλια χρόνια κι ένας χάρτινος πρίγκιπας ζητάει από μια τελεία να τον παντρευτεί κι εκείνη γίνεται θαυμαστικό από την έκπληξή της και μια μαμά γεννάει μια κόρη με πέντε μάτια και ουρά και της λέει "κοριτσάκι μου τι όμορφο που είσαι" κι όλα αυτά μες στο φλυτζάνι του καφέ που πίνουμε με τον αγαπημένο μου κι ακουμπάμε σε μαύρα σουβέρ, "μα αγάπη μου δεν είναι σουβέρ αυτά, είναι τ' αυτιά του Μίκυ".




                        ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΑ


-Διάλεξε ένα χέρι. Τ' αριστερό ή το δεξί;
-Λέω να πάρω το δεξί.
-Είσαι σίγουρη ότι θέλεις το δεξί;
-Δεν ξέρω, εσύ ποιο λες να πάρω;
-Εγώ λέω να πάρεις το αριστερό.
-Καλά. Το αριστερό τότε.
-Δε θα πεις μετά πως σου άλλαξα γνώμη;
-Όχι δε θα το πω.
-Κρίμα. Πάλι το άδειο χέρι διάλεξες.
-Το βαρέθηκα αυτό το παιχνίδι. Πολύ δεν κράτησε;
-Στα δέκα χρόνια είμαστε μόνο, δεν είναι πολλά.
-Δεν είναι πολλά λες ε;
-Όχι βέβαια, δεν είναι πολλά. Θα είσαι πιο τυχερή τώρα, θα δεις.
-Αλήθεια θα είμαι;
-Ναι, θα είσαι. Θέλεις να διαλέξεις ένα χέρι;
-Θέλω.
-Ποιο θα πάρεις αυτή τη φορά;
-Λέω να πάρω το δεξί.
-Είσαι σίγουρη ότι θέλεις το δεξί;



(Η στάση απέναντι, Γαβριηλίδης 2016)

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΡΔΕΛΛΑ



Η Μόσκω η Μοσκούλα ξύπνησε με τον Αυγερινό.

- Ο πετεινός κοιμάται ακόμα στην ελιά, της είπε η μάνα της, στον ουρανό ακόμα βόσκει των άστρων το μελίσσι, κ' είσαι ξύπνια από τώρα κατσικούλα μου;

Η Μόσκω η Μοσκούλα πηγαίνει κι ακουμπάει απάνω της.

- Γιατί τα σκουλαρίκια του λαιμού σου τρέμουν τόσο, ρωτά η μάνα της, γιατί μου βελάζεις ανήσυχα, Μόσκω Μοσκούλα;

- Στον ύπνο μου έβλεπα, μάνα μανούλα μου, πως ήρθε ξένος άνθρωπος που με κοίταξεν άγρια πολύ κι ύστερα μου φόρεσε στο λαιμό μια κόκκινη κορδέλλα.

- Μόσκω Μοσκούλα, περίμενε να δώσει ο ήλιος και θα ρθει η ξανθή κοπέλα της κυράς να σου φέρει στην ποδιά της τ' άγριο τριφύλλι.

- Στον ύπνο μου την είδα την ξανθή κοπέλα και δε μου 'φερε τ' άγριο τριφύλλι, μόνο κοιτώντας την κόκκινη κορδέλλα μου σήκωσε την ποδιά στα μάτια της και σφούγγιξε τα δάκρυά της που 'τρεχαν νερό.


(Πεζοί Ρυθμοί, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, εκδ. 1980)