Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Νάνα Παπαδάκη (3)


ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

                      1

Συνέχισε να τον συναντά στο ίδιο πρόχειρα στημένο
σκηνικό όπου ο άντρας κρεμούσε τακτικά
το σακάκι του στη ράχη της καρέκλας
- υπολόγιζε σ' αυτό το ρυθμό που κατάπινε εκείνη
και τους νεκρούς της -
κι ύστερα ξελόγιαζε τη γυναίκα με τη βοήθεια μιας ιδέας,
προφανώς ενός ακόμη κατόπτρου,
μουρμουρίζοντας λέξεις χιλιοειπωμένες κι επαναλαμβάνοντας
κινήσεις που μόνο η άβυσσος μπορούσε ν' ανατρέψει.
Δε θα ξυπνούσαν ποτέ ο άντρας και η γυναίκα
κουλουριασμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.
Μάταια κρατούσε η νύχτα το ρυθμό στα βλέμματα
να κατέλθουν. Ξέχασε πως η ζωή που ζούσε δεν ήταν
η δική του. Έσκυψε να σβήσει το μοναδικό κερί
καθώς ο νους κοίταζε εκστατικά ως την αυγή.


                              2.

Ύστερα σηκωνόταν και βάδιζε με σταθερό βήμα προς
μια φανταστική έξοδο (άραγε έβλεπε το άδειο κλουβί που
έφεγγε στο βάθος της αφήγησης, τώρα μπορεί να το δει;)
ήξερε πως να φεύγει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
Εκείνη όχι. Έμενε καθηλωμένη στο κρεβάτι
με μια μαργαρίτα να ζυγιάζεται ανάμεσα στα χείλη.
Η σελήνη τριγυρνούσε με τα κουρέλια της παιδικής της
φορεσιάς στην κάμαρη, ενώ εκείνος τραγουδούσε.
Τίποτα ανθρώπινο δεν υπήρχε σ' αυτό το τραγούδι.


                               3.

 Θα μπορούσε να κάθεται ακόμη σ' εκείνη την παραλία
πίσω απ' τη μισάνοιχτη εφημερίδα
αν και σε απόσταση μπορείς να διακρίνεις
τον τίτλο του άρθρου στο δεξί φύλλο
"Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", στο βάθος ασμίλευτα
κύματα, μια λάμψη κωπηλατούσε χωρίς κόπο χωρίς
πυρετό, κάτι μέσα της όχι.

Λίγο πριν, παίζοντας, την είχε θάψει στην άμμο, ανάσκελη
μόνο το κεφάλι της έξω, ατάραχο σαν άγαλμα,
κανείς δεν του φιλούσε τα μάτια
το θεριό απρόσιτο, γεμάτο πτώματα, ο ήλιος
ανακάτευε τις σκέψεις μεταξύ τους σαν τράπουλα
με ολόλευκες φιγούρες, πουθενά αίμα
άλλο φως κατασπάραζε τη μέρα. Εκείνος
στάθηκε παράμερα και την κοίταξε
οριζόντια σα φράση στο χαρτί, χωρίς καμιά φιλοδοξία
και διαψευσμένη ελπίδα, να βυθίζει τις παλάμες
στην άμμο και να κλείνει τα βλέφαρα, δικό του
δημιούργημα.

Πριν ο ήλιος ρουφήξει τα είδωλα ως την καυτή του
σάρκα, κανένα παιδί, κανένα μαχαίρι, κανένα γέλιο κρυφό
δεν τάραξε την αρχέγονη σιωπή.

the day after- Edvard Munch


















ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

Ένα κλαδάκι που απλώνει μες στον ουρανό
δυο πουλιά που συναντιούνται σαν αντίθετες σκέψεις
Οι ξεχασμένοι καρποί ανοίγουν το δρόμο
στους άντρες να θάψουν τον πυρετό
στις γυναίκες να επιστρέψουν κάτω απ' τα ψάθινα καπέλα τους
πριν σβήσει ο χρόνος
και το χέρι πει πως είναι εδώ.

Μικρές ρωγμές του χρόνου εμφανίζονται στη ζωή μας
άλλοτε ανέμελες, άλλοτε απόγνωση γεμάτες
για να μας υπενθυμίσουν ότι τίποτε δεν κρατάει
όσο εμείς περαστικοί στις ζωές των άλλων και στις δικές μας
πεθυμήσαμε την ειρήνη, μα όλο για πόλεμο
σπαταλήσαμε τη φωτιά μας.

Κάθε τέλος αρχή για ένα άλλο τέλος
όσο οι σελίδες μαύρες
περιμένουν την άμπωτη μιας ανθρώπινης χειρονομίας

οι τοίχοι μας γεμάτοι τρόπαια
το πάτωμα σπαμένο ήττες.

Ή και ανάποδα.



ΑΓΡΑΦΟ

Κάτι σαν πεπρωμένο παραμονεύει μες στο χέρι
ατελέσφορες ιστορίες κι ερμητικοί στίχοι
μαδούν τα βλέφαρα του θεού
και προσγειώνονται στις σελίδες
χαρίζοντας στην αποτυχία μια πρόσκαιρη λάμψη.
Καμία πληγή δε σε κάνει σοφότερο
όσο το δέντρο γυμνό νοσταλγεί τα φύλλα του
μα και το να αφήσεις κάτι να χαθεί
θα 'ταν πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας
που ίσως να μην ταιριάζει σε βλέμματα υγρά.
Αν έστω κι ένα χιλιοστό θάλασσα φύτρωσε στον ήλιο είναι αρκετό.

Το λευκό και η τυφλότητα ελάχιστα απέχουν.


(Τα δώρα της αγρύπνιας)

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

πασχαλης χριστοδουλίδης - στο δρόμο


Στο δρόμο
Τα κέρματα χτυπάνε στην τζέπη μου.
Παράγουν ήχο.
Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων μου.
Στην άλλη τσέπη ένα δεκάευρο.
Πρέπει να σηκώσω χρήμα
– κάτι έχω ακόμα.
Όσο δεν προκύπτει
κάνα μεγάλο έξοδο – κάνα δόντι,
κάνα νοσοκομείο, χτύπα ξύλο –
είμαστε καλά.

Να’το!
Το ΑΤΜ!
 

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (6)


ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Αγαπούσε, σπάνια μεν,
αλλά αγαπούσε.
Ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;
Την είδαν στον κήπο
μιλούσε χωρίς να κινεί τα χείλη
του εξηγούσε τα μπερδέματά της
του έδινε κάποιες απ' τις αγωνίες της
γινόταν πολυ μικρούλα.
Περίμενε να την πιάσει εκείνη
η γλυκιά κούραση
αυτή του λεωφορείου στο σχόλασμα.
Πού πήγαν οι θυμωμένοι;
Πόση υπομονή έχουν ακόμη οι ανυπόμονοι;
Κρατιέται από κάποια μεσημέρια.
Έχει ανάγκη να θαρρεί
πως βρίσκεται στη μέση.
Μισούσε βουβά
περίμενε να το πει
κάποιος άλλος
με λόγια, με αιτίες, με σχόλια.
Τον άκουγε και χαμογελούσε.
Χωρίς να κινεί τα χείλη.



ΠΑΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ

Ο κηπουρός επέμενε: "θα πιάσει".
Πάντως αν και κατσιασμένο ακόμη
ο μικρός το μασουλούσε με λύσσα.
Φωτιά στα χείλη... Ένα κοριτσάκι έκανε
τη μάνα.
Ένας γιατρός μιλούσε αργά.
Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια
μόνον εγώ, περνώντας, κοίταζα τον αφύλακτο κήπο
εμπορικός αντιπρόσωπος, με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

"Τι δουλειά κάνεις;"
"Πουλάω... παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω".
Σ' ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού:
πολύ μικρή για μεζές
πολύ -πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, εφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
"Όλοι θέλουν ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι -οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες".
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι' αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
"Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου".


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Εμφανίστηκε μπροστά στο βασιλιά:
"Ελέγχω κάθε τι που σας απειλεί Μεγαλειότατε".
Μετά είχε δουλειά να κάνει,
κατέβηκε στο Πέραμα για μεροκάματο.
Του ήρθε το μεσημέρι
ένα γράμμα για πανευρωπαϊκή συνάντηση.
Με το τρένο πέντε μέρες για Παρίσι¨
έπρεπε να πάει.
μια πιο γενική εικόνα είναι πάντα χρειαζούμενη.
Για γυναίκα είχε κάποια με μια σάρκινη μπάλα για κεφάλι
χωρίς στόμα, μαλλιά, τίποτε.
"Δεν κάνει παιδιά, αλλά δε με νοιάζει.
Είναι τόσο φορτωμένο το πρόγραμμά μου.
Εξ άλλου ακόμη έχω τόσα πολλά παιδιά,
δικά μου".


ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΖΟΡΙΚΟ

Η κόρη μου βγαίνει τα βράδια.
Πηγαίνει με πολλούς και την ξεφτιλίζουν.
Επιστρέφει αξιοπρεπής μετά.
Κάποιοι νάνοι είπαν: "καλά που χάσατε"
"Καλά που σας έσφαξαν, καλά που πεινάσατε"
"Καλά που γίνατε πράγμα, καλά που τρελαθήκατε"
"Καλά που τα σπίτια σας έχουν χώμα για πάτωμα"
"Καλά που τα μωρά σας παίζουν με νεκρές κούκλες"
"Καλά που τα έντερά σας έσπασαν απ' το στρίψιμο"
"Καλά που ψόφησαν οι γάτες που σας γδάραν"
"Καλά που νίκησαν οι σάπιοι τούς ανεπαρκείς".
Η κόρη μου δεν τα κάνει αυτά.
Ακόμη και για τον τελευταίο που την πήρε στο δρόμο μαζί
                                                            με δυο κολλητούς του
μου είπε: "Είναι όμως παίδαρος".



ΚΑΠΟΥ ΠΙΟ ΠΕΡΑ

Ποιος να είναι ξύπνιος στο χωριό των μόνων;
Μάλλον τους πήρε ο ύπνος.
Τους πήρε όπως τα τελευταία παιδιά τους τα μικρά
-αγέννητα και γεννημένα-
χρόνια πριν.
Άλλαξαν τις συνήθειες καιρό τώρα:
Ο παπάς, με την εκκλησία ολόκληρη,
τους επισκέπτεται έναν -έναν κάθε Κυριακή.
Η μικρή χαμογελαστή κοπέλα,
δείχνει άφοβα τα κουφάρια των δοντιών της.
Έρώτες πλέκονται συχνά, μα με κουβέντες μόνο.
Κανένα σώμα δε θέλει να χάσει την αυθυπαρξία του.
Ο πιο μικρός πηγαίνει στην πόλη,
να φέρει και να πει σε όλους τα νέα.
Οι πιο πολλοί βέβαια δεν ακούνε τα νέα.
Είναι ο μικρός παραστατικός και γουρλώνει τα μάτια σαν μιλάει
είναι και η ευκαιρία -η μόνη - να βρεθούν όλοι μαζί
οι μόνοι.
Αγαπούν πολύ το φωτογράφο στο χωριό
έτσι που φυλακίζει τη μορφή, ενώ περνούν τα χρόνια.
Πάνε πολλά που ένας γέροντας -νεκρός από τότε-
είχε πει πως τα ζωντανά πλάι στους ανθρώπους
είναι γρουσουζιά.
Δε βλέπεις σκύλο, γάτα, κότα, κατσίκι.
Άλλωστε όλοι τρώνε περίεργες ώρες,
περίεργα πράγματα,
και λίγο...
Μόνοι
Λιπόσαρκοι
Ολιγαρκείς
Λιγότεροι μέρα τη μέρα.
Ήρεμο -θαρρείς ακίνητο - χωριό
σαν φτιαγμένο από άγγελους τρέλας.


(Δρόμοι με ματωμένα γόνατα)

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Εκείνη η γυναίκα, που υποτίθεται πως ήμουν εγώ, προχωρούσε μέσα στα αστικά τοπία, περιπλανιόταν για να 
ανακαλύψει αυτόν που αγαπούσε. Αυτός, που δεν είχε ούτε σχήμα ούτε όνομα και που το πρόσωπό του αποτελούνταν από μικροσκοπικές κουκκίδες, οι οποίες συνέθεταν ένα αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα, αυτός κρατούσε στα χέρια του το νήμα του δρόμου. Η άσφαλτος ήταν μια γκρίζα λεπτή κλωστή και κει πάνω έτρεχαν αυτοκίνητα με δυο μονάχα ρόδες, που ισορροπούσαν σα στρογγυλά κέρματα. Η άσφαλτος έμοιαζε με σκοινί ακροβασίας κι αυτός κρατούσε την άκρη του καθώς οι διαβάτες το διέσχιζαν ανυποψίαστοι και κουρασμένοι. Τότε ήταν που μου ήρθε η ιδέα να ξαπλώσω στη μέση αυτής της κλωστής και ν’ αρχίσω να ταλαντεύομαι πάνω –κάτω. Τότε ήταν που ξάπλωσα στη μέση αυτής της κλωστής ανοίγοντας τα χέρια σε σχήμα σταυρού για να ισορροπήσω το θώρακά μου πάνω σ’ αυτή την ίσια γραμμή που τέντωνε όπως τεντώνει το χέρι όταν προσπαθεί να ακουμπήσει κάτι μακρινό. Αυτός που δεν είχε ούτε όνομα ούτε μορφή και που το πρόσωπό του μεταβαλλόταν ολοένα, σα σύννεφο που άλλαζε σχήματα και μεγέθη, άρχισε να τραβάει προς το μέρος του αυτό το λεπτοκαμωμένο σκοινί μέχρι που το μάζεψε όλο στη φούχτα του. Εκεί μέσα ήμουν κι εγώ, ήμουν υποτίθεται εγώ αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι, που δε σκεφτόταν τίποτα, που δεν μπορούσε καν να αναλογιστεί πώς κατέληξε εκεί, σ’ αυτή την πανάρχαια φυλακή, σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι.



leonora carrington- queria_ser_pajaro_


(δημοσιευμένο στο frear.gr 16-12-2014)

ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ (5)


ΕΠ ' ΑΟΡΙΣΤΟΝ

                         στη Γιολάντα Πέγκλη


Κι όμως ακόμα μας κατοικούν λέξεις
    που γυρεύουν τη σημασία τους
στη σιγή των ίσκιων και σ' εκείνο που όσο ζυγώνει
     ακόμα τόσο απέχει.
Λέξεις απλές
που η ρίζα τους πάει βαθιά
      εκεί που τ' αόριστο ποτέ δεν απέφερε γεύση.

Λέξεις που από καταβολής λόγου ασκούν εξουσία
       αίρουν τη σιωπή
όχι για να κομματιάσουν τη φωνή,
       ούτε για να συντάξουνε το χρόνο,
αλλά για να συνθέσουν εκείνη τη μία,
       την αέναα νεογέννητη,
             που πρόσταξε "Φως!".



ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Στο προσκλητήριο των αριθμών
εγώ θα παρουσιάσω μόνο γράμματα.
Θα ορθώσω το όνομά μου
σε αριθμούς ζυγούς και περιττούς
στον αριθμό δελτίου ταυτότητας
τηλεφώνου, μητρώου, λογαριασμού τραπέζης,
στον αριθμό προτεραιότητας που είναι απόλυτος.

Ο πρώτος αριθμός του λαχείου δε θα 'μαι ποτέ
μα σαν κάποιος που διαρκώς απ' το μηδέν ξεκινάει
μικρές κινήσεις αντίστασης θα αποπειραθώ,
χειρονομίες που ακυρώνουν τις εντολές
που κατάντησαν στρεψοδικία τη ζωή
και πληθύνθηκαν στη γη μεροδούλοι μεροφάγοι υποτελείς.

Κι ας ξέρω, κατά βάθος, ότι
οι αριθμοί δεν παίρνουν εύκολα τα γράμματα.



ΚΑΘΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

     Οι μέρες μου
άγονη γραμμή μαθαίνουν τρόπους εξορίας,
απαγορευτικά για πράγματα καθημερινά και μελλοντικά σχέδια,
βήματα που αποφεύγουν συστηματικά τους ίσιους δρόμους
κι αναβάλλουν διαρκώς δρομολόγια για ό,τι είναι επόμενο.

     Τις νύχτες
άγγελοι γυρίζουν μέσα στον ύπνο μου
άρρωστα παιδιά που ψήνονται στον πυρετό
κι αποζητώ και το άλλο μου χέρι
που άυπνο στήνει μνήμες στον τοίχο,
να το βάλω κι εκείνο μέσα στο όνειρο
για να τραβήξω, να βγάλω επιτέλους,
      τη φτέρνα μου,
να τη θάψω ολομόναχη,
      δίχως το βέλος της,
δάκρυ οριζόντιο να το ξαπλώσω
      δίπλα στα μεγάλα κάθετα όχι.


ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

Κουράστηκαν τα λόγια μας και έγειραν
- αιώνες που τα μαστίγωναν οι βοριάδες -
κι η γλώσσα μας ό,τι ήταν να ειπωθεί,

                            το είπε¨

Μέσα σε νεκρική σιωπή μονολογεί η αγωνία.

Έφοδο κάνανε οι συμφορές
- εκείνες που θέλαμε να νομίζουμε νεκρές -
κι έχουνε χαραγμένο στο άγριο φρύδι τους
τη δική τους τελευταία λέξη που εκκρεμεί,

τη λέξη που κι από θάνατο περισσότερο τρομάζει.

Κι εκείνος που έψαχνε στον κόσμο
μια ήσυχη γωνιά ν' αναπαυτεί,
         μαθαίνει τώρα

πόσο τρομακτικά αναπόδραστη επικράτεια
         είναι η στρογγυλή γη.

Γιάννης Στεφανάκις - Προσμονή

 ΜΗ ΤΗΡΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΩΝ

Δεν υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη
και πιο δύσβατη διαδρομή
από το χέρι ως το χαρτί.

Βγαίνω να περπατήσω βέβαια,

                     αλλά

δεν υπάρχει δάσος σκοτεινότερο
και πέρασμα πιο στενό
από τα πράγματα ως τ' όνομά τους.


(Από τα πράγματα στο όνομά τους)

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ


Ο ποιητής είναι το υποκείμενο ενός παραληρήματος που εκπορεύεται από την αναντιστοιχία πραγματικότητας και γλώσσας.


Παγιδευμένοι σε γλωσσοστασία δηλώνουμε την πάσα οντότητα με τους όρους του λόγου, συμπεριλαμβάνοντας και τη λαγνεία του μηδενός.


Ο ποιητής που, σε αντίθεση με τον αριστοτελικό μιμητία, δεν φωτογραφίζει, ποιητικολογώντας την όψη του κόσμου ως έχει, αλλά που, με πρώτη ύλη τις λέξεις και με αρχιτέκτονα τη φαντασία του, την αναπλάθει, σίγουρα πορεύεται μες στη μοναξιά του. Είναι γιατί, σε αντίθεση με τον μιμητία, αναλαμβάνει την ευθύνη της "ασεβούς" παρέμβασής του και είναι που παραιτείται από κάθε άλλοθι που μπορεί να επικαλείται ο οποιοσδήποτε, ευλαβούμενος την αμετάλλαχτη τάξη, εξασφαλίζοντας, έναντι της ευλάβειάς του, διαβατήριο έγκριτης υπηκοότητας για όλες τις επικράτειες της κατεστημένης τέχνης.


Εξαρχής γίνεται αναφορά στην ιδεοληψία της "ενότητας". Τόσο σαν φιλοσοφικό όσο και κοσμολογικό όραμα, ομόλογο εκείνου του αριστοτελικού "καθόλου". Η εγκυρότητά του ελέγχεται με κριτήριο το τι αντανακλά αυτό το ζητούμενο: Μιαν αρχέγονη γονιδιακή μνήμη; Μια χαρακτηριστική ιδιότητα της αντίληψης; Ή το άγχος έναντι του αστάθμητου;
Συναντάμε τον διχασμό του εγώ από το υπόλοιπο σύμπαν, αυτή την αξεπέραστη νεύρωση. Η Ποίηση κινείται μέσα σ' αυτή τη νεύρωση, γαλουχείται απ' αυτήν, ζει μέσα της. Η επιστήμη αναζητά τρόπους να την προσπελάσει.


Από τον έναρθρο λόγο που δομείται σε ακουστική κλίμακα, περνάμε μέσω απροσδιόριστου μεταλλάκτη στην εικόνα, που δομείται σε ενορατική κλίμακα. Είναι πολύ σημαντικό να μελετηθεί η φυσιολογία και η λειτουργία αυτού του μεταλλάκτη.


Η Ποίηση εντάσσεται, σαν αντανακλαστικό, στην αδιέξοδη αγωνία του ανθρώπου να συλλάβει την πραγματικότητα διαθλασμένην από την απαράγραπτη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα.


Μας σέρνουν πίσω τους οι λέξεις.


Η μελέτη ενός φαινομένου με προϋπόθεση την ιδέα της αυτονόμησής του από την κατάσταση του περιβάλλοντος εντός του οποίου εξελίσσεται και η οποία περιλαμβάνει, ως εκ των ων ουκ άνευ, την παρατήρησή του, είναι μια, είς βάρος της ταυτότητάς του, οντολογική ουτοπία.


Η εικόνα του "Κόσμου" ιδρύεται μέσω του οργάνου που προσφέρεται από την ορθολογισμένη σκέψη μας.
Η εικόνα πλάθεται σαν συγκομιδή των όσων μπορεί να περιμαζέψει αυτό το όργανο από την πλησμονή των ειδών / μορφών, που ποιος ξέρει πόσες και ποιες διαφεύγουν από την ικανότητα, ευαισθησία και εμβέλεια αυτού του ψυχοδιανοητικού μας οργάνου - που λειτουργεί, όπως λειτουργεί με καταξιωμένη εξουσία χάρη στην ανυποψία μας για τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα ενός πιο τέλειου οργάνου, ικανότερου, ως ευαισθητότερου, στις ακτινοβολίες, δηλαδή πληροφορίες, που διαχέει ο "Κόσμος".


(Βραχέα και μακρά)

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ (7)


ΠΗΓΕΣ

Οι πηγές μου δεν είναι καθάρια νερά
σας ξεγελούν
τα γελαστα ρυάκια
στα χλωρά τοπία.
Οι πηγές μου κρυμμένες σε βράχους κλειστούς
σε σπηλιές που παγίδεψαν γλάρους
κι αγριοπερίστερα
κι ύστερα η σήψη ταξίδεψε με τα νερά
που δροσίζουν κλεισούρες ανύποπτες
οι πηγές μου χαμένες σε βράχους κλειστούς
από χρόνια παλιά
μολυσμένες.



ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Το βέβαιο είναι πως έρχομαι από πολύ μακριά
κι αυτός ο χάρτης καθόλου δεν με διευκολύνει.
Ανάμεσά σας θα μείνω απλός θεατής
χαζεύοντας στα πάρκα τους ήρωες
τους ζωντανούς και τους νεκρούς σας.
Θα μαθητέψω κοντά σας
μα δε θα διακριθώ
αυτή την ωχρή κηλίδα στην όραση
δε σας τη χαρίζω.
Πικρές φιγούρες αλαζονικές
τοπίο πολυεδρικό
απροσπέλαστο
είναι που έρχομαι από πολύ μακριά
κι ακόμα δε σας γνωρίζω.



ΤΟ ΔΟΚΑΝΟ

Δε θα περάσουν από δω οι κυνηγοί
δε θα ξαναπεράσουν
έστησαν τις παγίδες τους και χάθηκαν
ξεχάστηκαν μ' άλλα θηράματα
καινούριους τόπους.
Τώρα μετράς το χρόνο με τις εποχές
τις αποστάσεις με τον ίσκιο κάποιου δέντρου
κι ανασαίνεις
όσο το δόκανο σου επιτρέπει.
Πετάν ψηλά όταν περνάνε τα πουλιά
θα συνηθίσεις με τους τρυποφράχτες
τα μονοπάτια χάθηκαν
απρόσιτες οι ρεματιές
δε θα περάσουν άλλοι κυνηγοί
ούτε διαβάτες.


Η ΠΕΤΡΑ

Μια γκρεμισμένη πόλη
αναστηλώνεται
μέγαρα εκκλησιές μνημεία
θα 'βρουν την όψη την παλιά με τον καιρό.
Μια πέτρα
δεν υπακούει, σε τίποτα δε στέργει
ξεφεύγει από τα χέρια κι ανυψώνεται
προκλητικά σφηνώνεται στον ουρανό.



ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι με εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δε υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές

και το ταξίδι συνεχίζεται.



ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΗ

Τα παιδιά μου ακούν απόψε παλιά τραγούδια.

Κάτι η ένταση της μουσικής
κάτι τα γέλια
δεν άκουσαν τον πυροβολισμό.

Εγώ ανέλαβα να περιφρουρήσω το σπίτι.
Αυτό το πλήθος των αργόσχολων
πρέπει να διαλυθεί.

Κι εσύ γιατί κυκλοφορείς πάντα τη νύχτα
αφού εδώ και χρόνια έχουν όλα παραγραφεί;

Βήματα εναλλάσσονται μ' άλλα βήματα.
Νιώθω τις πασχαλιές π' ανατριχιάζουν.
Μη θορυβείτε
                         μην πλησιάζετε παρακαλώ
απόψε τα παιδιά μου διασκεδάζουν.




ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

                             ΙΙ

Μια μέρα ο Άγγελος Κυρίου θα 'ρθει σε μια YAMAHA
θα σταθεί εκεί με τα μαύρα γυαλιά το κράνος να φωσφορίζει
                                                                        στον ήλιο
η μηχανή θα μουγκρίζει θα κλειδώσω καλά την εξώπορτα
σαλτάροντας στο πίσω κάθισμα σαν κοριτσάκι,
                                                χωρίς αποσκευές
θα περάσω τα χέρια σφιχτά γύρω στο άτρωτο
                                                      πυρωμένο κορμί
κάτω απ' το πέτσινο σακάκι
κι εκεί θα σε ξεχάσω
                                    σε μια στιγμή
                                                          με το πρώτο
                                                           αγκάλιασμα
για πρώτη και τελευταία φορά
θα σε ξεχάσω.


(Το μπαλκόνι)