Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (4)

Η θάλασσα τα πόδια σου χαϊδεύει
τα κύματα σε προσκαλούν.
Δεν φεύγεις,
στέκεσαι, κοιτάς και περιμένεις,
χρόνια και χρόνια στην ίδια ακτή,
μήπως και κάποτε η παλίρροια σε πάρει.
Μα τα μεγάλα τα ταξίδια
δεν περιμένουν την παλίρροια
κι ούτε φοβούνται τις φουρτούνες.

                  *
Πόρτες κλειστές.
Μάταια χτυπάς να σου ανοίξουν.
Έξω χιονιάς και παγωνιά,
μέσα το τζάκι να ζεσταίνει.
Κι ούτε κατάλαβες
πώς και γιατί σε κλείδωσαν απέξω.
Χτυπάς γερά, φωνάζεις, δε σ' ακούνε.
Μην περιμένεις,
πάρε τη βαριά.
Πόρτες που δεν ανοίγουνε τις σπάνε.

(Από τη συλλογή Πρόσωπα γνωστά, 2011)

                             ΤΡΟΧΑΙΟ
Στο δρόμο περνάνε τ’ αυτοκίνητα.
Ατέλειωτο κομβόι,
οι σκέψεις σου στην άσφαλτο τσουλάνε.
Ξαφνικά, ακούς φωνές,
τροχαίο δυστύχημα,
αίμα στην άσφαλτο
και σίδερα σπασμένα.
Οι σειρήνες σου σκίζουνε τα αυτιά.
Οι σκέψεις άναψαν τσιγάρο
μήπως και κρύψουνε τη θλίψη στον καπνό,
για τη ζωή που αδιάφορα κυλά
για να χαθεί το ίδιο αδιάφορα
μπροστά μας.


                     ΠΟΙΗΣΗ
Η θλίψη του ήταν μεγάλη
τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
που κύλησαν στα μάγουλά του.
Έπεσαν κάτω. Χάθηκαν
μέσα στη σκόνη.
Εκείνος πήρε ένα χαρτί.
Άφησε τα δάκρυα να στάξουν πάνω του.
Όταν σκούπισε τα μάτια του
στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποίημα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ : ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΑ

Α'

Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ
για το φτωχό μυαλό που είδε το τέλος.
τα λιγοστά λαμπυρίσματα.
Φύλλα που στροβιλίζονται με γλάρους
αγριεμένους με το χειμώνα.

Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος
οι χορευτές έγιναν δέντρα
ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δέντρα.

Β'

Καίγονται τ' άσπρα φύκια
Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα
σχήματα που άλλοτε χόρευαν
μαρμαρωμένες φλόγες.
Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο.

Δ'

Είπες εδώ και χρόνια:
"κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός".
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

Ε'

Ποιος βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;
Μείναμε στο βυθό.
Τρέχει το ρέμα πάνω απ' το κεφάλι μας
λυγίζει τ' άναρθρα καλάμια.

οι φωνές
κάτω απ' την καστανιά γίναν χαλίκια
και τα πετάνε τα παιδιά.


ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ (8)

Καθώς μεγαλώνει
αναχωρεί με περισσότερη άνεση.

Ίσως και κάποια έλξη.

             *


Στρώνει ένα κρεβάτι άδειο.
ήσυχα μελετάει την απόφασή της
μέσα στο φως.

              *


Με ροζ ομπρέλα κάποτε
διέσχιζε τον ψίθυρο και τη σιωπή

                *


Είχε μπλεχτεί στο νόημα
μιας άκαιρης λέξης
-τι σημασία έχει πια;
όταν γεμάτη φόβο και λύπη
γύρισε να κοιτάξει τους άλλους
η λέξη μεγάλωσε.

               *

Ήρθε κοντά του τρέμοντας
ώσπου φτάνει, φτάνει
κι ας πεθάνει καθένας μόνος του.

                *

Τρία ολόκληρα λεπτά προτού ουρλιάξει -
καθισμένη στο κίτρινο φως
ενός προχωρημένου απογεύματος
οι θάμνοι χρυσοί
ό,τι δεν αγαπούσε έλειπε
έμεινε εκεί ακίνητη
τρία ολόκληρα λεπτά προτού ουρλιάξει.
Όταν την ταρακούνησαν απάντησε:
Την επόμενη φορά
θα μπορούσα να μιλήσω με κάποιον
και ν' αγαπήσω, αν χρειαστεί.

                    *

Ξάπλωνε με τα μάτια ανοιχτά
κανένας δεν κατάλαβε ότι δεν ήτανε αυτή.

                     *

Εκεί, ψιθύρισε,
εκεί την έβλεπα τη θάλασσα.





(Από τη συλλογή Δικό της)

ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ : ΟΧΙ ΕΓΩ

ΟΧΙ ΕΓΩ

                                                            Όταν το μυαλό σταματάει
                                                            το μυαλό σταματάει
                                                            εμπρός είναι ώρα
                                                            το νύχι της ώρας

απλώς σάρκα
όχι δικό μου
όχι το δάσος
όχι εγώ

όχι ο κήπος
οι φράουλες όχι

όταν εγώ φεύγω
το παιδί φεύγει
μέλισσες φεύγουν
πηγαίνουν στον ήλιο

γυρίζουν
βγάζουν τη γύρη απ' το στόμα τους
ταϊζουν τη βασίλισσα

το κουτί εκεί

Το κορμί πηγαίνει
εγώ πηγαίνω
κρατώ τα δάχτυλά μου
δεν τ' αφήνω

λοιπόν;

πήγαινα
έβγαζα απ' το στόμα μου
φωνές έβγαζα

Όταν το ζώο πηγαίνει
σκύβει
στο νερό σκύβει
πίνει
το μάγουλό του τρέμει
αλλού κοιτάζει
ξαφνικά κοιτάζει
σηκώνει τα μάτια
και είναι τότε κοντά ο λαιμός
δε φεύγει

Το δάσος μυρίζει
έχει σκούρο σκοτάδι
αλλού βγαίνει φως
κίτρινες πεταλούδες
φτάνουν στο χώμα


Περνάει καιρός
περνάει στο χέρι μου
η ώρα καμιά δεν περνάει
θα μπορούσα
να ζήσω για πάντα.

εγώ είμαι
σαν έπειτα
σαν άλλοτε είμαι
αλλιώς εδώ σαν ίδια
είμαι
σαν κάτι που δε γίνεται να γίνει
σαν να το πήρες στο χέρι σου
σαν να το σήκωσες
ωχρό

και τώρα;

Δεν έχει
σάρκα γύρω
απ' το κουκούτσι
στο βάθος
τίποτα
δεν όλο
ούτε μοιάζει
ομορφιά
ή
λύπη


Τι έμεινε
εκείνα τα χρόνια
ποιος
αστείος σαν σύννεφο
άσπρο;
γαλάζιο;
γλιστράει
φεγγάρι

Μόλις τώρα
μπαίνει στη θάλασσα
αισθανόμουν
τα δόντια
τον κορμό
την ημέρα
τεντωμένη σαν δάχτυλο

υπήρχε θάλασσα
εκεί καθόμουν
στην κοιλιά
κολυμπούσα
μαλλιά στο βυθό
άκουγα
τον παφλασμό της πέτρας
κοντυλένια πλάσματα
έβλεπα
εξαίσια
με τις κεραίες

λοιπόν;

Η μητέρα μου κοίταζε
κεντούσε
είχε τον νου της
σε άστοργα λουλούδια

ψέματα
έλεγε
αργά κουνιόταν
καθισμένη
περίμενε
την ήσυχη ώρα
και τώρα;

λυπημένη
ξαπλώνει εκεί

στο κουτί
ξαπλώνει

ήσυχα δοκιμάζει
τη χάντρα
της σκόνης
στο λαιμό
γλυκά
βεντάλια
ανοίγει
στον ήλιο


Όταν γίνομαι
όταν η ώρα γίνεται
μέλισσες φεύγουν
πηγαίνουν στον ήλιο
όχι η σάρκα
όχι εγώ
η μητέρα μου όχι

αυτό το μαύρο
που λάμπει τώρα
με δυνατή βροχή
με χέρια

λίγο
πολύ λιγότερο
την καρδιά μου τρώει
σκορπίζει
κίτρινη σκόνη
γύρω

σ' ένα λεπτό
μικρό λεπτό
μέσα στο δάσος
το δάσος
το στήθος του δάσους

μίλα
πες τώρα
τώρα, ναι τώρα
το κλάμα
το όρθιο κλάμα

η αφοσίωση
στην αμαρτία
η κόρη
ναι


Κρύο φως της αυγής
βλέπω
μαλλιά να γίνονται φύκια

Δύσκολα θυμάσαι
ότι το τώρα
δεν θα ξανάρθει.
όλο τον καιρό
και τον επόμενο
σαν πέτρα
σαν χιόνι σαν ήλιος στην πέτρα

Τι έχω έρθει να κάνω λοιπόν;
τι στο καλό ήρθα να κάνω;


απλώς σάρκα
όχι το αίμα
όχι το χνώτο
η μητέρα μου όχι


                                                           
Το σκοτάδι σ' αφήνει
μόλις νυχτώνει
δεν σ' αφήνει
το σκοτάδι
κολυμπάει
γύρω του κολυμπάει όλο
γίνεται

φοράει δαχτυλίδι
με χέρια
με δυνατή βροχή
ρίχνει
το καθαρό του χρώμα
στο φλιτζάνι
φωτίζει
ξένο

το πέρασμα είναι
του ξένου χρόνου
σαν νύφη
σαν δόντι
στα κεραμίδια
ούτε άλλο
ούτε δικό σου
έχει


Στο τέλος ξαναφαίνονται τ' άστρα
και η σιωπή είναι μεγάλη

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Η ΑΥΤΟΨΙΑ

Λοιπόν, ευρέθηκε ο χρυσός της λιόριζας
να 'χει σταλάξει στα φύλλα της καρδιάς του,

Κι από τις τόσες φορές όπου ξαγρύπνησε, σιμά στο κηροπήγιο,
καρτερώντας τα χαράματα, μια πυράδα παράξενη του ΄χε αρπάξει
   τα σωθικά.

Λίγο πιο κάτω από το δέρμα, η κυανωπή γραμμή του ορίζοντα
έντονα χρωματισμένη. Και άφθονα ίχνη γλαυκού μέσα στο αίμα.

Οι φωνές των πουλιών, που 'χε σε ώρες μεγάλης μοναξιάς
αποστηθίσει, φαίνεται να ξεχύθηκαν όλες μαζί, τόσο που
δεν εστάθη βολετό να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος το
    μαχαίρι.

Μάλλον η πρόθεση άρκεσε για το κακό

Που τ' αντίκρυσε -είναι φανερό- στη στάση την τρομαχτική του αθώου.
  Ανοιχτά, περήφανα τα μάτια του κι όλο το δάσος να σαλεύει ακόμη
πάνω στον ακηλίδωτον αμφιβληστροειδή.

Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού κατεστραμμένη.

Και μονάχα στην κόγχη από τ' αριστερό του αυτί, λίγη λεπτή,
ψιλούτσικη άμμο, καθώς μέσα στα όστρακα. Όπου σημαίνει
ότι πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος,
με το μαράζι του έρωτα και τη βοή του ανέμου.

Όσο γι αυτά τα ψήγματα φωτιάς πάνω στην ήβη, δείχνουν ότι στ'
αλήθεια πήγαινε ώρες πολλές μπροστά, κάθε φορά όπου έσμιγε γυναίκα.

Θα 'χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.


(Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, 1960)

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

                        ΖΕΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ;

καίω τα νιάτα μου
που είναι κιθάρα
που είναι κινάρα
που είναι κινύρα

λέω το άθροισμα
που είναι Μερόπη
που είναι μετόπη
που είναι με τόπι

κλαίω τις θύμησες
σαν το κοράκι
σαν το Κοράνι
σαν το κοράλλι

 κι είμ' ο Μινώταυρος
μες στο σεντούκι
μες στο σεντόνι
μες στο σεντέφι



                    ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

ερώτησα
κάποτε γιατί
τάχατες
η τραγική
και σεμνή παρθένα
που λεγόταν Πουλχερία
την παραμονή του
γάμου της
σφουγγάρισε προσεχτικά όλο
το σπίτι
και την επόμενη
απέθανε;

μια
που καθάρισε και νοικοκύρεψε
τα πάντα
γιατί δε χάρηκε
κι αυτή
τις μακριές λευκές νταντέλες
τους λευκούς πολύπλοκους φαρμπαλάδες
και τα πολύχρωμα
μεγάλα
φτερά
του γάμου;

γιατί
εναπόθεσε έτσι σιωπηλά
χάμω στα
σανίδια
τη μεγάλη κίτρινη πεταλούδα
και τα χάρτινα λουλούδια
που ήτανε μέσα
στο κεφάλι της;
το μπαλσαμωμένο
πουλί
που ήτανε μέσα στο κλουβί
του θώρακά της;

γιατί;

διότι
-είπε ίσως ο πατέρας μου-
διότι
πρέπει να έχει
ο στρατιώτης το τσιγάρο του
το μικρό παιδί
την κούνια του
κι ο ποιητής
τα
μανιτάρια
του

διότι πρέπει
να έχει
ο στρατιώτης την
πλεκτάνη του
το μικρό παιδί
τον τάφο του
ο ποιητής τη
ροκάνα
του

διότι πρέπει
να έχει
ο στραθιώτης
το σκεπάρνι του
το μικρό παιδί το
βλέμμα του
ο ποιητής
το ροκάνι του

(Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

                             ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

                                            ΧΧV

Ανάμεσα στα χέρια η απόσταση μεγάλωσε. Οι αγαπημένοι
δε σφίγγουν πια τα χέρια, μήπως και προδώσουν τη μοναχική τους
παγωνιά, μήπως
μες στις σφιγμένες τους παλάμες ακουστεί η κραυγή της απουσίας.
Μένουν έτσι
σαν κάτω από βαθιές στοές κοιτάζοντας τον αντίπερα χρόνο
ή τ' απομακρυσμένα, αόρατα τραπέζια
που αλλάξανε το σχήμα και τη θέση τους με συμπαγή σιωπή.
Μονάχα
πάνω στο κομοδίνο το μικρό ξυπνητήρι
σαν παιδικό, πρόωρα σοφό, μεγαλωμένο μάτι
δείχνει ένα χρόνο κοντινό, απλησίαστο, παρωχημένον κιόλας.

Και λίγο λίγο ο θάνατος μαραίνεται
σαν άχρηστη, αχρησιμοποίητη συγγνώμη.

                                               

                                                 ΧΑΡΤΙΝΑ

                                                Σειρά τρίτη
                                                      Ι

Μια γυναίκα μόνη
ρημαγμένη
σε μια καρέκλα.
Πλάι της
το μέγα φέρετρο.
Έξω
οι πυρκαγιές οι πυροβολισμοί.
Ο κόσμος ο κόσμος.


                         Παραδοχή 

Άγνοια θετική, αναπαυτική, παραδεγμένη.
Μουσεία, βιβλιοθήκες, διαστημόπλοια, αστεροσκοπεία.
Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνος (ώρες τον
   θαυμάσαμε).
Το εδώ, το εκεί, το ανυπέρβλητο. Τι να μάθεις,
    παιδί μου;
Κόβω τα νύχια των ποδιών μου. Έτσι σκυμμένος
σα να ζητάω να προσκυνήσω κάτι. Τι λαμπρά
   προσωπεία
εκάλυψαν απελπισμένα πρόσωπα, εκάλυψαν
συνωμοσίες του χρόνου, του θανάτου. Κι αυτός
   ο περήφανος
στην κορυφή του βουνού, διάτρητος από άστρα,
επιχειρεί το τελευταίο του χαμόγελο
ευδιάθετος δήθεν, αιώνιος δήθεν. Μην ξεχάσεις -
  είπε -
να πάρεις μαζί σου την ομπρέλα σου. Μπορεί να
   βρέξει.


                          Στιγμές

το λυπημένο μυωπικό παιδί κάθεται μπρος στην
  πόρτα
κοιτάζοντας από μακριά τ' άλλα παιδιά που παίζουν.
   Τα γυαλιά του
είναι δυο στρογγυλά μικρά παράθυρα
ανοιχτά προς τη θάλασσα. Ένα λευκό ιστιοφόρο
περνάει αδιόρατο μες στην ομίχλη. Κοίτα, στην
   προκυμαία,
ο μικρός κλόουν μ' ένα μπαλάκι πλαστελίνη στη
    μύτη του
και δυο ζωγραφισμένα δάκρυα στα μάγουλά του.
   τον βλέπεις;
Μα γιατί κλαις; Εγώ σου το 'πα για να γελάσεις.