Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

MANOΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (6)



ΑΔΕΙA

με φίλους μετά από τόσο καιρό
στρογγυλό τραπέζι καφέδες τσιγάρα
χαμογελαστά πρόσωπα
προβληματισμένα κεφάλια
αισθάνομαι χαρούμενος που είμαι κοντά τους
                                και είναι δίπλα μου

τέτοιες στιγμές το μόνο που σκέφτομαι
                                                είναι
                                                ο θάνατος

αλλά για στάσου,
                όλοι αυτό δε σκέφτονται;




AΘΩΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

η σχετικότητα του χρόνου που έφευγε με άφησε ανέγγιχτο
«...πάντα θα φεύγει» σκέφτηκα

η γυναίκα συνέχισε να χορεύει δίπλα στη λίμνη
το θανατερό χορό της
σκουριά τρέχαν τα μπλε της μάτια κάτω απ’ το σεληνόφως
«...είμαι προδομένη, είμαι προδομένη» φώναξε υστερικά
«και ποιος δεν είναι;» γέλασα
η φιγούρα της έγινε διάφανη και τα μάτια της ξεθωριάζουν
πεθαίνει γλυκά γλυκά όπως όλες τους



   ΑΤΟΝΗ ΕΞΟΔΟΣ 717

μετά από πολύ καιρό βγήκα βράδυ, πήγα σε μια συ-
ναυλία του Morrisseyστη λιοσίων με ένα φίλο ήρθαν και
μια φίλη με τη φίλη της φιληθήκαμε με τη φίλη μου
όμως ήμουν ψυχρότερος σε σχέση με παλιά εκείνη ήταν
το ίδιο ψυχρή πάντα εγώ ήμουν ψυχρότερος όμως
άθελά μου μετακινήθηκα στο χώρο έμεινα μόνος σε
αποπνικτικά συναισθήματα και ατμόσφαιρα κόμπος
σφίξιμο

όταν τελείωσε η συναυλία βημάτισα προς την έξοδο κα-
τεβαίνοντας τις σκάλες πήρα το λεωφορείο της παλα-
τιανής το 717 όταν έφτασα στη στάση καληνύχτισα τον
οδηγό μπαίνοντας στο σπίτι η μάνα μου ρώτησε αν ήρθα
απ’ το κρεβάτι ξαπλωμένη και της απάντησα αρνητικά



Ernst Ludwig Kirchner


 ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

είπες: «άλλο η ηλικία άλλο τα χρόνια
η ηλικία είναι το πώς έχεις φερθεί στο σώμα σου
κι αυτό δεν έχει να κάνει με τα χρόνια
μπορεί να είσαι νέος αλλά μέσα σε ένα γέρικο σώμα
τα χρόνια είναι όλα αυτά που θες να κάνεις
όλες οι φιλοδοξίες σου
κι αυτό δεν έχει να κάνει με την ηλικία

μπορεί να είσαι γέρος κι ανήμπορος
αλλά μέσα σου να καίει μια φλόγα άσβεστη
και να θες να κάνεις τόοοοσα πράγματα...»

«είσαι πολύ νέα!» είπα




ΧΑΡΑΜΑΤΑ

σατανικές μάσκες
προσωπεία εκφραστικά
σχεδόν αχαλίνωτα
πάνω απ’ τις μάζες
ήλιοι σκοτεινοί
στο θόλο τ’ ουρανού
μίζερες φάτσες
φάτσες του χαμού
μηνύματα θανάτου
και σαπίλας
από τα σωθικά
της παναγιάς
με τράβηξαν τα γοερά τους κλάματα

χαράματα ήταν
όταν έχασα το θεό μου
και σκύβοντας
στον τάφο του
πατέρα μου
καθρεφτίστηκα
στα ολάνοιχτά του
μάτια



Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

«η θάλασσα μου αρέσει περισσότερο» είπες
«το βουνό είναι κάτι συγκεκριμένο
                κάτι στρογγυλό» (κι έκανες μια αγκαλιά με τα
χέρια σου)
                                «που σε τυλίγει
                                και απλώς είσαι μέσα του
ενώ η θάλασσα!

η θάλασσα είναι το απρόβλεπτο
είναι το κύμα που» (κι έκανες μια κίνηση να απλώσεις τα
χέρια σου λες και μπορούσες να αγκαλιάσεις τη θάλασσα)
«αλλάζει
κι αλλάζουν μαζί οι διαθέσεις
και δεν ξέρεις ποια θα είναι η συνέχεια...»


(Είδα μέρα μόνο με πλήθος)

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Μέτραγε τα χρήματά της, είχαν απομείνει ελάχιστα, οι τσέπες της έχασκαν σα φθαρμένα καραβόπανα, ηρωικά χέρια πετούσαν κέρματα στον αέρα. Πήγε και κρύφτηκε στο Παλιό Σπίτι, έξω φυσουσε ένας αέρας βαρύς που δεν αφηνε τις πόρτες να κλείσουν, έσπαγε τα πατζούρια στα παράθυρα. Και ύστερα θόρυβος, όλα χτυπούσαν πάνω σε όλα, εκκωφαντικοί κρότοι από συγκρούσεις έσκιζαν τη νύχτα. Τής είχαν απομείνει τρία μονάχα κέρματα του ενός λεπτού, τα εσφιγγε στο χέρι της ενώ έξω μαινόταν η φωτιά. Απ' το παράθυρο ορμουσαν στροβιλίζοντας τα φλεγόμενα χαρτονομίσματα, μεσα  σ'  ένα λεπτό γίνονταν στάχτη. Άνοιξε τότε το χέρι της και είδε τρία μικροσκοπικά φαναράκια. Σκορπούσαν τριγύρω ένα απαλό χρυσοκίτρινο φως.
Τι καλά, σκέφτηκε χαρούμενη, άναψαν ακριβώς την ώρα που κόπηκε το ρεύμα.


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία φυσικής. Όλα μιλούσαν για Νόμους, Κανόνες, Φαινόμενα. Το Πρότυπο Thomson, το Πρότυπο Rutherford, την Κρούση και τη Διέγερση. Το σώμα της βάραινε, γινόταν σιγά –σιγά μολυβένιο. Μια φωνή έβγαινε από μέσα του που δεν ήταν δική της, μιλούσε σαν κι αυτούς που λένε στην τηλεόραση τις ειδήσεις. Τα δέντρα ψήλωναν κι έμοιαζαν με σκηνή κινηματογράφου. Άνοιξε το στόμα να ζητήσει βοήθεια κι από μέσα ξεχύθηκαν πέτρες και φύλλα. Τα πουλιά στα κλαδιά, τής απευθύνονταν σαν ψυχολόγοι.



(Ανάγλυφη, εκδόσεις Ρώμη 2021)





Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΙΚΑΛΗΣ (2)

Φευγαλεο

Τα μελη μας καιγονται απο επιθυμιες πεπερασμενες
Υψωνονται ανυπομονα καθως ανοιγουν τα παραθυρα
Σαν τους μοχλους,που γερνοντας
γυρευουν την εκκινηση
Κι ας εχουν δοκιμασει
Την αβασταχτη ενδεια
Των εξω
Τοπων


Τα ψαρια που μας σερβιρουν, ειναι προτηγανισμενα

Ο αερας φυσουσε μανιασμενα στα ακροβολα κυματα των επιθυμιων μου. Απο μεσα θολος και απεξω προθυμος σηκωθηκα να φυγω. Η βαλιτσα μου ηταν γεματη φωτια και θανατο. Σηκωθηκα να φυγω και τα ματια μου εκαιγαν απο σιωπηρες διεκδικησεις. Μετα απο λιγο, διαπιστωσα πως κανεις δεν καταδεχοταν τη φυγη μου. Παρεμενε μονη και φθισικη στο αδειο της δωματιο. Μονο μια γατα σκαρφαλωσε στο σκουριασμενο σωληνα, μ εκεινη την αθορυβη ικανοτητα που απειλει οσους δεν εχουν καπου το κεφαλι τους ν ακουμπησουν. Μολις την ειδα αρχισα να γαβγιζω, διατρεχοντας τις ευθειες σαν παραλληλογραμμο.

Υστερα απο λιγο η δαδα εσβησε, αφηνοντας τα χερια μου να γραφουν κυκλους μεσα στο  ιδιο σκοταδι.

Γελιο! Πολυ γελιο! Η ζωη τρεμει, το κλαδι τριζει, ο ηλιος ειναι μια ενδειξη  καινοφανους απουσιας κι εγω επαναλαμβανομαι, τρωγοντας τα σκατα της νιοτης μου.





Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

1,2,3...

Να μην τρέμει. Να μην σκοντάφτει. Να μη γλιστρούν από τα χέρια της τα αντικείμενα και πέφτουν κάτω με κρότο. Να μην ιδρώνει. Να μην κομπιάζει πριν ξεκινήσει ή ολοκληρώσει μια πρόταση. Να μην ακινητοποιείται λόγω δυσκαμψίας. Να μη λυπάται όταν κάποιος τη μέμφεται για κάτι αλλά να προσπαθεί να γίνει καλύτερη. Να μένει ψύχραιμη στους εφιάλτες. Να μη λυγίζει στις δυσκολίες. Να μην παραχώνει στα συρτάρια της χαρτιά και άλλα μικροαντικείμενα που δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Να μην αμελεί την εμφάνισή της. Να μην κρατάει την αναπνοή της και να μη σφίγγει το στομάχι και τους μύες της όταν κάποιος της απευθύνει το λόγο. Να μη διστάζει μπροστά στις εισόδους των πολυσύχναστων κτηρίων. Να μην αποφεύγει τις διασταυρώσεις. Να μην περιφέρεται άσκοπα σε ερημικούς δρόμους που φέρουν τα δυσσάρεστα χαρακτηριστικά μιας κακής πολεοδομίας.



 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Νάνα Παπαδάκη (3)


ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

                      1

Συνέχισε να τον συναντά στο ίδιο πρόχειρα στημένο
σκηνικό όπου ο άντρας κρεμούσε τακτικά
το σακάκι του στη ράχη της καρέκλας
- υπολόγιζε σ' αυτό το ρυθμό που κατάπινε εκείνη
και τους νεκρούς της -
κι ύστερα ξελόγιαζε τη γυναίκα με τη βοήθεια μιας ιδέας,
προφανώς ενός ακόμη κατόπτρου,
μουρμουρίζοντας λέξεις χιλιοειπωμένες κι επαναλαμβάνοντας
κινήσεις που μόνο η άβυσσος μπορούσε ν' ανατρέψει.
Δε θα ξυπνούσαν ποτέ ο άντρας και η γυναίκα
κουλουριασμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.
Μάταια κρατούσε η νύχτα το ρυθμό στα βλέμματα
να κατέλθουν. Ξέχασε πως η ζωή που ζούσε δεν ήταν
η δική του. Έσκυψε να σβήσει το μοναδικό κερί
καθώς ο νους κοίταζε εκστατικά ως την αυγή.


                              2.

Ύστερα σηκωνόταν και βάδιζε με σταθερό βήμα προς
μια φανταστική έξοδο (άραγε έβλεπε το άδειο κλουβί που
έφεγγε στο βάθος της αφήγησης, τώρα μπορεί να το δει;)
ήξερε πως να φεύγει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
Εκείνη όχι. Έμενε καθηλωμένη στο κρεβάτι
με μια μαργαρίτα να ζυγιάζεται ανάμεσα στα χείλη.
Η σελήνη τριγυρνούσε με τα κουρέλια της παιδικής της
φορεσιάς στην κάμαρη, ενώ εκείνος τραγουδούσε.
Τίποτα ανθρώπινο δεν υπήρχε σ' αυτό το τραγούδι.


                               3.

 Θα μπορούσε να κάθεται ακόμη σ' εκείνη την παραλία
πίσω απ' τη μισάνοιχτη εφημερίδα
αν και σε απόσταση μπορείς να διακρίνεις
τον τίτλο του άρθρου στο δεξί φύλλο
"Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", στο βάθος ασμίλευτα
κύματα, μια λάμψη κωπηλατούσε χωρίς κόπο χωρίς
πυρετό, κάτι μέσα της όχι.

Λίγο πριν, παίζοντας, την είχε θάψει στην άμμο, ανάσκελη
μόνο το κεφάλι της έξω, ατάραχο σαν άγαλμα,
κανείς δεν του φιλούσε τα μάτια
το θεριό απρόσιτο, γεμάτο πτώματα, ο ήλιος
ανακάτευε τις σκέψεις μεταξύ τους σαν τράπουλα
με ολόλευκες φιγούρες, πουθενά αίμα
άλλο φως κατασπάραζε τη μέρα. Εκείνος
στάθηκε παράμερα και την κοίταξε
οριζόντια σα φράση στο χαρτί, χωρίς καμιά φιλοδοξία
και διαψευσμένη ελπίδα, να βυθίζει τις παλάμες
στην άμμο και να κλείνει τα βλέφαρα, δικό του
δημιούργημα.

Πριν ο ήλιος ρουφήξει τα είδωλα ως την καυτή του
σάρκα, κανένα παιδί, κανένα μαχαίρι, κανένα γέλιο κρυφό
δεν τάραξε την αρχέγονη σιωπή.

the day after- Edvard Munch


















ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

Ένα κλαδάκι που απλώνει μες στον ουρανό
δυο πουλιά που συναντιούνται σαν αντίθετες σκέψεις
Οι ξεχασμένοι καρποί ανοίγουν το δρόμο
στους άντρες να θάψουν τον πυρετό
στις γυναίκες να επιστρέψουν κάτω απ' τα ψάθινα καπέλα τους
πριν σβήσει ο χρόνος
και το χέρι πει πως είναι εδώ.

Μικρές ρωγμές του χρόνου εμφανίζονται στη ζωή μας
άλλοτε ανέμελες, άλλοτε απόγνωση γεμάτες
για να μας υπενθυμίσουν ότι τίποτε δεν κρατάει
όσο εμείς περαστικοί στις ζωές των άλλων και στις δικές μας
πεθυμήσαμε την ειρήνη, μα όλο για πόλεμο
σπαταλήσαμε τη φωτιά μας.

Κάθε τέλος αρχή για ένα άλλο τέλος
όσο οι σελίδες μαύρες
περιμένουν την άμπωτη μιας ανθρώπινης χειρονομίας

οι τοίχοι μας γεμάτοι τρόπαια
το πάτωμα σπαμένο ήττες.

Ή και ανάποδα.



ΑΓΡΑΦΟ

Κάτι σαν πεπρωμένο παραμονεύει μες στο χέρι
ατελέσφορες ιστορίες κι ερμητικοί στίχοι
μαδούν τα βλέφαρα του θεού
και προσγειώνονται στις σελίδες
χαρίζοντας στην αποτυχία μια πρόσκαιρη λάμψη.
Καμία πληγή δε σε κάνει σοφότερο
όσο το δέντρο γυμνό νοσταλγεί τα φύλλα του
μα και το να αφήσεις κάτι να χαθεί
θα 'ταν πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας
που ίσως να μην ταιριάζει σε βλέμματα υγρά.
Αν έστω κι ένα χιλιοστό θάλασσα φύτρωσε στον ήλιο είναι αρκετό.

Το λευκό και η τυφλότητα ελάχιστα απέχουν.


(Τα δώρα της αγρύπνιας)

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

πασχαλης χριστοδουλίδης - στο δρόμο


Στο δρόμο
Τα κέρματα χτυπάνε στην τζέπη μου.
Παράγουν ήχο.
Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων μου.
Στην άλλη τσέπη ένα δεκάευρο.
Πρέπει να σηκώσω χρήμα
– κάτι έχω ακόμα.
Όσο δεν προκύπτει
κάνα μεγάλο έξοδο – κάνα δόντι,
κάνα νοσοκομείο, χτύπα ξύλο –
είμαστε καλά.

Να’το!
Το ΑΤΜ!