Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ


Ο ποιητής είναι το υποκείμενο ενός παραληρήματος που εκπορεύεται από την αναντιστοιχία πραγματικότητας και γλώσσας.


Παγιδευμένοι σε γλωσσοστασία δηλώνουμε την πάσα οντότητα με τους όρους του λόγου, συμπεριλαμβάνοντας και τη λαγνεία του μηδενός.


Ο ποιητής που, σε αντίθεση με τον αριστοτελικό μιμητία, δεν φωτογραφίζει, ποιητικολογώντας την όψη του κόσμου ως έχει, αλλά που, με πρώτη ύλη τις λέξεις και με αρχιτέκτονα τη φαντασία του, την αναπλάθει, σίγουρα πορεύεται μες στη μοναξιά του. Είναι γιατί, σε αντίθεση με τον μιμητία, αναλαμβάνει την ευθύνη της "ασεβούς" παρέμβασής του και είναι που παραιτείται από κάθε άλλοθι που μπορεί να επικαλείται ο οποιοσδήποτε, ευλαβούμενος την αμετάλλαχτη τάξη, εξασφαλίζοντας, έναντι της ευλάβειάς του, διαβατήριο έγκριτης υπηκοότητας για όλες τις επικράτειες της κατεστημένης τέχνης.


Εξαρχής γίνεται αναφορά στην ιδεοληψία της "ενότητας". Τόσο σαν φιλοσοφικό όσο και κοσμολογικό όραμα, ομόλογο εκείνου του αριστοτελικού "καθόλου". Η εγκυρότητά του ελέγχεται με κριτήριο το τι αντανακλά αυτό το ζητούμενο: Μιαν αρχέγονη γονιδιακή μνήμη; Μια χαρακτηριστική ιδιότητα της αντίληψης; Ή το άγχος έναντι του αστάθμητου;
Συναντάμε τον διχασμό του εγώ από το υπόλοιπο σύμπαν, αυτή την αξεπέραστη νεύρωση. Η Ποίηση κινείται μέσα σ' αυτή τη νεύρωση, γαλουχείται απ' αυτήν, ζει μέσα της. Η επιστήμη αναζητά τρόπους να την προσπελάσει.


Από τον έναρθρο λόγο που δομείται σε ακουστική κλίμακα, περνάμε μέσω απροσδιόριστου μεταλλάκτη στην εικόνα, που δομείται σε ενορατική κλίμακα. Είναι πολύ σημαντικό να μελετηθεί η φυσιολογία και η λειτουργία αυτού του μεταλλάκτη.


Η Ποίηση εντάσσεται, σαν αντανακλαστικό, στην αδιέξοδη αγωνία του ανθρώπου να συλλάβει την πραγματικότητα διαθλασμένην από την απαράγραπτη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα.


Μας σέρνουν πίσω τους οι λέξεις.


Η μελέτη ενός φαινομένου με προϋπόθεση την ιδέα της αυτονόμησής του από την κατάσταση του περιβάλλοντος εντός του οποίου εξελίσσεται και η οποία περιλαμβάνει, ως εκ των ων ουκ άνευ, την παρατήρησή του, είναι μια, είς βάρος της ταυτότητάς του, οντολογική ουτοπία.


Η εικόνα του "Κόσμου" ιδρύεται μέσω του οργάνου που προσφέρεται από την ορθολογισμένη σκέψη μας.
Η εικόνα πλάθεται σαν συγκομιδή των όσων μπορεί να περιμαζέψει αυτό το όργανο από την πλησμονή των ειδών / μορφών, που ποιος ξέρει πόσες και ποιες διαφεύγουν από την ικανότητα, ευαισθησία και εμβέλεια αυτού του ψυχοδιανοητικού μας οργάνου - που λειτουργεί, όπως λειτουργεί με καταξιωμένη εξουσία χάρη στην ανυποψία μας για τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα ενός πιο τέλειου οργάνου, ικανότερου, ως ευαισθητότερου, στις ακτινοβολίες, δηλαδή πληροφορίες, που διαχέει ο "Κόσμος".


(Βραχέα και μακρά)

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ (7)


ΠΗΓΕΣ

Οι πηγές μου δεν είναι καθάρια νερά
σας ξεγελούν
τα γελαστα ρυάκια
στα χλωρά τοπία.
Οι πηγές μου κρυμμένες σε βράχους κλειστούς
σε σπηλιές που παγίδεψαν γλάρους
κι αγριοπερίστερα
κι ύστερα η σήψη ταξίδεψε με τα νερά
που δροσίζουν κλεισούρες ανύποπτες
οι πηγές μου χαμένες σε βράχους κλειστούς
από χρόνια παλιά
μολυσμένες.



ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Το βέβαιο είναι πως έρχομαι από πολύ μακριά
κι αυτός ο χάρτης καθόλου δεν με διευκολύνει.
Ανάμεσά σας θα μείνω απλός θεατής
χαζεύοντας στα πάρκα τους ήρωες
τους ζωντανούς και τους νεκρούς σας.
Θα μαθητέψω κοντά σας
μα δε θα διακριθώ
αυτή την ωχρή κηλίδα στην όραση
δε σας τη χαρίζω.
Πικρές φιγούρες αλαζονικές
τοπίο πολυεδρικό
απροσπέλαστο
είναι που έρχομαι από πολύ μακριά
κι ακόμα δε σας γνωρίζω.



ΤΟ ΔΟΚΑΝΟ

Δε θα περάσουν από δω οι κυνηγοί
δε θα ξαναπεράσουν
έστησαν τις παγίδες τους και χάθηκαν
ξεχάστηκαν μ' άλλα θηράματα
καινούριους τόπους.
Τώρα μετράς το χρόνο με τις εποχές
τις αποστάσεις με τον ίσκιο κάποιου δέντρου
κι ανασαίνεις
όσο το δόκανο σου επιτρέπει.
Πετάν ψηλά όταν περνάνε τα πουλιά
θα συνηθίσεις με τους τρυποφράχτες
τα μονοπάτια χάθηκαν
απρόσιτες οι ρεματιές
δε θα περάσουν άλλοι κυνηγοί
ούτε διαβάτες.


Η ΠΕΤΡΑ

Μια γκρεμισμένη πόλη
αναστηλώνεται
μέγαρα εκκλησιές μνημεία
θα 'βρουν την όψη την παλιά με τον καιρό.
Μια πέτρα
δεν υπακούει, σε τίποτα δε στέργει
ξεφεύγει από τα χέρια κι ανυψώνεται
προκλητικά σφηνώνεται στον ουρανό.



ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι με εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δε υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές

και το ταξίδι συνεχίζεται.



ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΗ

Τα παιδιά μου ακούν απόψε παλιά τραγούδια.

Κάτι η ένταση της μουσικής
κάτι τα γέλια
δεν άκουσαν τον πυροβολισμό.

Εγώ ανέλαβα να περιφρουρήσω το σπίτι.
Αυτό το πλήθος των αργόσχολων
πρέπει να διαλυθεί.

Κι εσύ γιατί κυκλοφορείς πάντα τη νύχτα
αφού εδώ και χρόνια έχουν όλα παραγραφεί;

Βήματα εναλλάσσονται μ' άλλα βήματα.
Νιώθω τις πασχαλιές π' ανατριχιάζουν.
Μη θορυβείτε
                         μην πλησιάζετε παρακαλώ
απόψε τα παιδιά μου διασκεδάζουν.




ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

                             ΙΙ

Μια μέρα ο Άγγελος Κυρίου θα 'ρθει σε μια YAMAHA
θα σταθεί εκεί με τα μαύρα γυαλιά το κράνος να φωσφορίζει
                                                                        στον ήλιο
η μηχανή θα μουγκρίζει θα κλειδώσω καλά την εξώπορτα
σαλτάροντας στο πίσω κάθισμα σαν κοριτσάκι,
                                                χωρίς αποσκευές
θα περάσω τα χέρια σφιχτά γύρω στο άτρωτο
                                                      πυρωμένο κορμί
κάτω απ' το πέτσινο σακάκι
κι εκεί θα σε ξεχάσω
                                    σε μια στιγμή
                                                          με το πρώτο
                                                           αγκάλιασμα
για πρώτη και τελευταία φορά
θα σε ξεχάσω.


(Το μπαλκόνι)

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

ΕΥΤΥΧΙΑ -ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ (5)


ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ


Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα.
Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη
όπως τα ντροπαλά παιδιά
πίσω από μια φούστα

για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκρόδια

την άνιση πάλη
και τη μάταιη ανταμοιβή

για την απόσταση.

Πώς μπλέξαμε νυχτιάτικα
σ' αυτή τη διαδήλωση;
Και να πεις ότι είχαμε άφθονο καιρό!

Μονάχα χέρια είχαμε
που απλωμένα έτρεμαν
αναζητώντας χειροπέδες
κι ίσως ένα προαίσθημα
πως το χρεόγραφο
εξάπαντος θα πληρωθεί
και τα κλειδιά
- το πιθανότερο -
δεν θα ταιριάζουνε στην πόρτα.


ΥΠΕΚΦΥΓΗ

Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό
πως συστηματικά αποφεύγαμε
- και στα κουρεια ακόμα -
τους καθρέφτες
ότι μονίμως λείπαμε
πάντα απ' το ίδιο μάθημα
και με την πλάτη
στον κρύο τοίχο κολλημένη
σφιχτά στην τσέπη μας
το βότσαλο κρατούσαμε.

Μόνο που ο ορίζοντας στενός
και οι λίμνες γύρω ξαφνικά
σε πλήρη ξηρασία
πώς να πληγώσεις το κενό
ποιοι κύκλοι να σχηματιστούν
μες στην ανυπαρξία.

Κι όχι...
δεν είν' νερό αυτό που κυματίζει
μα η κακή απομίμηση
του βουλιαγμένου χρόνου
ή κέδρων αντανάκλαση
μες στη δική σας αυταπάτη.

Κοιτάξτε πιο προσεκτικά.
Δεν έχει λίμνη πουθενά
κι αφήστε πια αυτή την εμμονή
δεν είν' νερό αυτό που κυματίζει.


ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί
απ' τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
- με σαλεμένα παραμιλητά -
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ' την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα το δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό μου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι' αυτό.
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.



... ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ


Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν' ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.



ΣΩΤΗΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ

Και μόνο ένας νέος κίνδυνος
ίσως να μας παρηγορήσει.
Μιλω για μια απειλή κανονική
με αρχή, μέση και τέλος
όπως αυτές που διεκδικούν το χρόνο μας
μες στην αδράνεια του απογεύματος.

Νωθροί κι εγωπαθείς οι ριζωμένοι λογισμοί
μιμούνται τότε πειστικά
παλιές, οικείες ερημώσεις
σκηνοθετούν μέλλοντα απρόοπτα, ασαφή
με πρωταγωνιστές
κάτι θνητούς και ταλαιπωρημένους
απ' αυτούς
που μοιράζουν τη συγκίνηση αφειδώς
όταν υποχωρούν αμίλητοι
κύριοι της αμηχανίας τους.

Όμως εκείνο που τους κάνεις
τόσο αξιοθρήνητους και τόσο ερωτικούς
είναι που έχουν επάξια κερδίσει
τον τίτλο του "εντελώς απροετοίμαστου".

Κυκλοφορούν βράδυ πρωί
χωρίς ένα επιχείρημα
τυλιγμένοι ένα παμπάλαιο μυστικό
που κρύβει την ουλή του αναπόφευκτού
- εκ γενετής θαρρείς πως τη φορούν -
ελάχιστα διαφέροντας
απ' τα βαλσαμωμένα σπάνια πουλιά
που ξέρουν λεπτομέρειες φριχτές
για αίθουσες ακροάσεων
ή δικηγορικά γραφεία.

Με τέτοια και μ' εκείνα
σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο
θα επινοεί συνέχεια
η αφανισμένη μας καρδιά
ώσπου να εκτίσει επιτυχώς
τούτη την εξορία.


(Το επιδόρπιο)


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (7)


ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας
Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.
Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.
Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος
Που να μπορεί να την περιμαζέψει.
Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος
Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,
Αφού μ' έφερε ως εδώ ολομόναχος,
Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.
Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,
Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος
Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου
Μέσα στ' αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.



Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ


Γέλια σαν άτακτα κρίνα
Απ' το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου
Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης
Που δεν καταφέρνω να δέσω.
Σκόρπια τ' αφήνω στο μελάνι
Αυτών των αβέβαιων στίχων.

Ο κόσμος χαμογελά μουδιασμένα
Μπροστά στο θέαμα της πληγής.
Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος
Ή δεν φαντάζεται τίποτε,
Αγάπησε τ' άνθη του τάφου του.
Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,
Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,
Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια
Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.

Μ΄ έναν καγχασμό σαν βηχάκι
Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη...
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
Όλη η πόλη κατάμονη.


Ο ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ

Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο
Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,
Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου
Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:
Θα έπρεπε να λείπω από δω!

Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή
Μέσα σ' ανατιναγμένα τζάμια.
Χαρτιά σφραγίζονται μ' ένα φτυάρι,
Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,
Σ' ένα πηγάδι ξερό.
Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.
Του χώνουν ένα μαντήλι στο στόμα,
Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.




ΚΟΥΙΝΤΕΣ

Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας
Ο ήρωας του δράματός του.
Παίρνει μαζί του στα βαθιά
Το ρημαγμένο ηθικό του.
Αύριο πάλι θα κρατήσω
Τα παγωμένα χέρια σου.
Θ' ανάβουν πάνω στα βουνά
Σε συστοιχίες οι φλόγες.
Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα
Ό,τι εγώ θα σου ψυθίριζα στ' αυτί σου.
Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων
Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα
Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.



ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ


Παιδάκια, χαρούμενες έριδες,
Αστραφτερή δορά ενός θηρίου,
Βιβλία, κραυγές ζούγκλας, σοκολάτα
Και μια καρδιά σφιγμένη που γελά
Με τέτοια έξυπνα καμώματα.

Η τηλεόραση υπολογίζει ψύχραιμα.
Όλοι θα προστατευτούν και θα γεράσουν.
Εκπέμπει κάτι απίστευτα γαλάζιο
Σαν από μαυσωλείο μισάνοιχτο,
Όπου μόλις αποτέθηκαν δώρα.



ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Άπειρα μίλια μακριά απ' το σπίτι
Ταχτοποιώντας την κλωτσιά όπως όπως
Κοιτάζουν το όργανο της τάξης με τον τρόπο
Εκείνου που δεν έχει ιδέα τι άλλο
Να σκέφτεται γι' αυτόν ο Κύριος,
Και ποιος
Μπορεί
Να Του προτείνει
Τι.



 ΟΙ ΚΑΤΩ


Πέφτουν για ύπνο όπως γλιστράς σ' ένα στόμα.
Ξυπνούν σαν να ' χουν υποστεί κάποια μάσηση.
Πάνω απ' τις στέγες ανατέλλει
Το Δόντι.

Αυτοί εκεί κάτω δεν είναι όμορφοι,
Καθαροί, ευφυείς, πεπαιδευμένοι.
Όλοι αυτοί είναι μονάχα
Θρεπτικοί.


(Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, εκδ. μελάνι)




 

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ (9)


  ΑΣΠΡΕΣ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ

Στα δάχτυλά μου το χνούδι τους
θέλω να τις μυρίσω κι άλλο
εκείνες τόσο διακριτικές
τόσο νηφάλιες
λες κι έροχνται εδώ
από ένα τελείως διαφορετικό όνειρο
εκεί όπου οι σκιές μας
είναι προφανώς σκηνώματα του αγαθού.


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ

Δώσε στα πετεινά κάτι να φάνε
το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά αποβραδίς όλη τη Βοιωτία
ό,τι σου βρίσκεται δώσε, τα λίγα που περίσσεψαν
από το μεσημεριάτικο τραπέζι
ψίχουλα, ιστορίες από την παιδική ηλικία,
δώσε κυρίως ζωγραφική
να τα κρατήσεις έστω για λίγο εδώ, στο πλάι σου
μέσα σ’ αυτόν τον πίνακα
μήπως και ζωντανέψεις
και ξυπνήσεις κι εσύ μέσα στο όνειρο του Ενός.

(Βλέπω, 2013)


ΠΑΛΗ

Είδα ξανά στον ύπνο μου το βελούδο των αγρών
πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
να μου πάρουν την ανάσα
να τη γυρίσουν σε χρυσάφι
ξυπνώ τότε μέσα στην αγκαλιά σου
χάος



ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Το βλέπω συχνά χαραγμένο στα δέντρα
κάποτε στο μέτωπό σου,
μόλις μια γραμμούλα
στα ερείπια των Ναών του Απόλλωνα
ή στο στερέωμα
τότε που τελειώνει η μέρα το ταξίδι της

είναι υπόσχεση διαρκείας
θέλει ν΄ ακυρώσει το φθόνο της νύχτας.

                 

 ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ ΣΑΓΚΑΗΣ


Αχνό, μισοσχηματισμένο όμως
το σημάδι της διπλής ευτυχίας
κατευόδιο κι απαντοχή
το ιδεόγραμμα σύννεφο
τις αδικίες της ημέρας
θέλει όλες να τις σκεπάσει
αιωρείται τώρα αδιάφθορο
μαζί με τους χαρταετούς.



  ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΑΤΟ ΧΟΡΤΑ


Γράφει από το πρωί
μεταφράζει
μετά γυρίζει πάλι στα δικά του
γέρνει πάνω στο χαρτί
όλος μια δύναμη αφανέρωτη
ξέρει ότι ο καλύτερος βιογράφος είναι ο θάνατος
αλλά δεν υποχωρεί, ψέλνει ευωδία
άνω βυθός των ακατάληπτων πραγμάτων
θα μπορούσε να γράφει όλη μέρα
στα όρη όμως, όχι εδώ
όπου τίποτα δεν είναι στη θέση του
καπηλείον ολίγον παράμερον
μισοσκότεινο τώρα κι είναι μόνος
να λυτρωθεί θέλει
από λογιών - των- λογιών τα κρούσματα
να μην ξεχάσει μόνο το παλτό του
και πουντιάσει πάλι όπως τις προάλλες
ακούει «κυρ-Αλέξανδρε» και κάνει να γυρίσει
προς τη μεριά της πόρτας

αλλά έχει μπαρκάρει πια για τα σύννεφα
και μας θωρεί για λίγο
από εκεί που κουρνιάζουν οι αετοί.


 ΜΑΘΗΜΑΤΑ   ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ


Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
που έχασε την τροχιά του
οι αστροναύτες  θυμώνουν
που δεν έχουν πια Γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί που ήμασταν
κι αυτό το υπέροχο γράμμα Α
ο αριθμός 2014 μπαμπάκι που μούσκεψε
δεν μπορεί να κρατήσει άλλα ούρα και δάκρυα

πώς αυτό είναι ο εφιάλτης
όλων των αλκοολικών του κόσμου


 ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ


«Να μη διαλυθεί καμιά μέσα στο σύννεφο
από πολλή γνώση κι άλλη τόση ανέχεια σημαδεμένες
τρωτές και λαβωμένες ήδη του καιρού
αθύρματα της άγριας τύχης
ανάβουμε από την έγνοια
φωτοχυσία ξόδεμα σαγήνης
κάρβουνα μετά και στάχτη ονείρων
ή κάρβουνα σε τιμή ευκαιρίας
ή μήπως πλάνη;»
πρόλαβε να ρωτήσει η μέλισσα
λίγο προτού την καταπιεί ο κότσυφας.


 Η ΦΕΝΑΚΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Συνοικία μοιάζει απέξω, μέσα κρύβει το χάος
εξοντωτική ήπειρος αχανής των ματαιοτήτων
η μαύρη τρύπα των ματιών
θυμάσαι μήπως πού έμενα;
Επιστρέφω μετά από χρόνια και είναι κρύο
σειρήνες όχι πανικού αλλά εκδίκησης τώρα
δεν είχα προβλέψει εμφύλιο
σε λίγο άδειες πλατείες
θα μας χωρέσουν φαντάσματα.

George Braque -Musical Instruments



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (6)


                                                          ΤΟ ΒΑ-ΒΑ ΤΩΝ ΚΡΟΑΚΩΝ

Μοιάζουμε με ελαστικά κουνήματα κυμαινόμενου όρους. Μια τρίχα αρκεί να σταματήσει η ρευστοποίησις των υποσχέσεών μας. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των πετεινών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο -μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώτων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιας εσπερίδος.



                                                                          ΧΡΟΝΟΣ

Άνοιξε το στήθος της σαν μια βεντάλια και έγειρε την ώρα που σηκώνονται οι θρύλοι των σκοτεινότερων πόλεων. Μόνο μια οδοντοστοιχία κροτάλισε και το παρόν εχάθηκε για πάντα. Στα παλαιά του βήματα έμεινε κάτι από κατιτί άλλο. Η νύχτα συνεπήρε τα υπόλοιπα κλωνάρια και στη ρίζα του δέντρου έμεινε σποδός.



                                                                       ΦΕΝΑΚΗ

Καμιά προκοπή. Παντού στάχτη. Παντού φόνοι. Κάθε μέρα φέρνει μιαν άλλη μέρα και εξαντλείται βαθμηδόν η παρακαταθήκη των στιλβωτηρίων. Λίγοι γενναίοι ακόλουθοι ξεπετσώνουν τα μπράτσα τους και φορούν μεγάλες ομπρέλες μπρος σε καθρέφτες γαλακτερούς. Οι νέες που έμειναν ριζωμένες επάνω στα ίχνη τους γονιμοποιούν τις σκιές τους. Δύο νεράιδες ασθμαίνουν. Ένας κόλουρος επιμένει. Οι τρίχες της κεφαλής του απεδείχθησαν τετελεσμένα γεγονότα.



                                                                     ΑΣΒΕΣΤΗΣ

Δεν έχομε κυδώνια. Μας πήραν το ισόποσο του βραχυτέρου μας πολτού και μένουν κάτω απ' το φλοίσβο του οι νεαρές λεοπαρδάλεις μόνο και μόνες τους με τα μαύρα φλουριά τους και την ψυχρήν ερήμωση του τελευταίου γλάρου. Δεν έχομε κυδώνια. Φορτία ευκαλύπτων πεθαίνουν μες στην παλάμη των παλμών μας και ό,τι κι αν πούμε και ό,τι κι αν δούμε κερνάμε την εξέχουσα νοημοσύνη των ασημένιων μειρακίων. Δεν έχομε κυδώνια ή μήπως έχομε την κυδωνόπλαστη τραχύτερή τους μορφή καταιγισμών κόποι και χλιαρά σταχυολογήματα μεταβατικών και αρνητικόν κλωθογύρισμα πόλου και τρύπα.

roberto matta,
bringing Light without pain


                                                                    ΙΣΠΑΧΑΝ

Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως τον σταθμό των αναχωρητών. Εκεί δεν βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκαλα μιας νυχτερίδος.



                                                     ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Η σήψις των ιωβιλαίων αποδίδει την ηχώ που δεν εσκέπασαν οι μπόρες. Στην άσπιλη στην ακραιφνή μανία των αστέρων σέρνεται το βήμα μιας ψυχής με μάτια χαύνα και μ' αετούς συσπειρωμένους στα πολυτάραχα φυσήματα της σμίλης. Το δράμα των ιωβιλαίων δεν είναι ασφυκτικώς παραμεριζομένη αίθουσα όπου αναπαύονται οι νόμοι μα θάλασσα των ογκοπάγων κυμαινομένη στο τραγούδι του περαστικού μας νήματος που καταλήγει σε γιορτή. Κάποτε περνά το θρόισμα μιας φλέβας κάποτε η αίγλη μιας πολύνεκρης μάχης κάποτε οι δόσεις της ειμαρμένης μα πάντοτε χαίνουν και σπαρταράνε οι περάτες.


(Υψικάμινος)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Η βασιλεία των φτερωτών εντόμων


Είμαι μια μέλισσα μια μύγα ένα αποφλοιωμένο έντομο ο ιστός μου έχει διαβρωθεί εδώ και αιώνες χιλιετίες πέρασαν για να βρω τον προορισμό μου το πέταγμά μου θεωρήθηκε ανέκφραστο δεν είχε χάρη δεν του προσέδιδα καμία προσωπικότητα, έτσι ειπώθηκε στις εντομοσυνάξεις.

«Δεν έχει σημασία το εύρος αλλά η ακτινοβολία, όχι πόσο ψηλά πετάς αλλά πόσα μάτια μαγνητίζεις» μου έλεγαν οι καθοδηγητές συμπεριφορών και θετικής αύρας των φτερών.

Εάν κατάφερνες να κινείσαι τοιουτοτρόπως ώστε να γυαλίζεις στον ήλιο και έβρισκες το κατάλληλο λουλούδι να σταθείς για να κλέψεις τις εντυπώσεις είχες τη νίκη σίγουρη. Έκανα λοιπόν στροφές και δαχτυλίδια στον αέρα αλλά θεαματική αλλαγή δεν επιτεύχθηκε καμιά. Ακολούθησε μια περίοδος μακράς παραίτησης από διεκδικήσεις αποτεφρώθηκα και τώρα πετάω ελεύθερο χωρίς φτερά τα όνειρα που έκανα όσο ήμουν ζωντανό τόσο συνηθισμένα ότι γινόμουν πεταλούδα και τα παρόμοια, όνειρα που πηγάζουν κατευθείαν από τη μικροαστική αντίληψη των εντόμων για το ωραίο.

Όταν μ’ αγκάλιασε η απεραντοσύνη ένιωσα πως όλα ήταν μια πρόφαση ώστε να βασανίζομαι με το ύψος ένα τέχνασμα των καλοθελητών για να με έχουν σε κατάσταση πάλης με τον εαυτό μου και τα φτερά των άλλων. Εκείνοι απ’ όσο ξέρω τ’ αρπάξανε γερά αν και το ίδιο νυχτωμένοι ήταν με μένα στα φλέγοντα ζητήματα της ύπαρξης.

Υ.Γ.: Επισημαίνω ότι το μπεστ-σέλλερ «η φτερωτή κυριαρχία των εντόμων» γράφτηκε από αναλώσιμο συγγραφέα τρίτης διαλογής. Ψοφήσαμε όλοι πέστε του και δεν τον ενημέρωσε κανένας. Ίκαρε προσοχή στις λάμπες γιατί καήκανε πολλοί καλή η έλξη του φωτός αλλά να βλέπουμε πού πάμε. Αυτή είναι η απάντηση σ’ όποιον σου λέει: «άνοιξε τα φτερά σου».

(Ελενα Πολυγένη, Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων )
Yves Tanguy, The furniture of Time