Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

NAZIM HIKMET (4)

                               ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ

Όταν ετούτο το άστρο που το φως του
πέφτει τώρα στα μάτια μου σα μια χρυσή σταγόνα
όταν ετούτο τ' άστρο πρώτη του φορά
έσκισε τα σκοτάδια του κενού
πάνου στη γης δεν υπήρχε μήτε ένα πανδοχείο
Τ' αστέρια ήτανε γέρικα
Κι η γης ήτανε βρέφος.

Είναι μακριά από μας τ' αστέρια
μακριά -μακριά, πολύ -πολύ μακριά
Ανάμεσα στ' αστέρια η γη μας είναι μια κουκκίδα
μια τόση δα κουκκίδα
κι η Ασία τόνα πέμπτο είναι της γης μας.
Μια χώρα της Ασίας είναι οι Ινδίες.
Μες στις Ινδίες μια πόλη είναι η Καλκούτα.
Ο Μπενερτζή δεν είναι παρά μονάχα ένας άνθρωπος
                                                            μες στην Καλκούτα.
Και να, τι θέλω τώρα να σας πω:
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
Φράξαν το δρόμο ενός ανθρώπου
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο που βάδιζε.
Να το λοιπόν
γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ' αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε: τ' άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή.
Ε, το λοιπόν ό,τι και αν είναι τ' άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα το λοιπόν πιο εκπληκτικό
και πιο επιβλητικό
και πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουν.

Georg Grosz, The Wanderer


                                ΣΤΗΘΑΓΧΗ

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα
Η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
Με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο Ποτάμι.
Κι ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή
Την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
Πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται
Κι ύστερα, να , σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
Και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
Τραβάει ολόισια γιατρέ η καρδιά μου
Τραβάει γιατρέ στην Ιστανμπούλ, σ' ένα παλιό ξύλινο σπίτι.
Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να γιατρέ
Που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
Τίποτα πάρεξ ένα μήλο
Ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.
Κι είναι γιατρέ, απ' αφορμή όλα τούτα
Που μές στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ' όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
Κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ' τα κάγκελα
Κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.


                            ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

Ανοίγουμε τις πόρτες
κλείνουμε τις πόρτες,
δρασκελάμε τις πόρτες
και στο τέρμα του μοναδικού μας ταξιδιού
                                                              μήτε πολιτεία
                                                                                μήτε και λιμάνι.

Το τραίνο εκτροχιάζεται
το πλοίο ναυαγεί
τ' αεροπλάνο συντρίβεται.
Ένα μονάχα επισκεπτήριο στον πάγο χαραγμένο.
                           Αν είχα δικαίωμα εκλογής
                                     να ξαναρχίσω ή όχι τούτο το ταξίδι
                                            θα το ξανάρχιζα.


                                            *

Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ' τους ίδιους
                                                              πιο βαριά από ελπίδα
                                                              πιο λυπημένα
                                                              πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
                                                          όμως ποτέ χωρίς τραγούδια.
μου 'τυχε να απιστήσω κάποτε
                                                 στην πολυαγαπημένη μου
                       όμως ποτέ μου στο τραγούδι που τραγούδησα γι' αυτήν.
ούτε ποτέ και τα τραγούδια μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
                  πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ' αυτό τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα ν' αγγίξω
και να νιώσω
                                     τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένο
                                     όσο τα τραγούδια


Μετάφραση : Γιάννης Ρίτσος

WALT WHITMAN (7)

                          Όταν διαβάζω το βιβλίο

όταν διαβάζω το βιβλίο, τη βιογραφία την περιβόητη,
είναι λοιπόν αυτό (λέω) εκείνο που ο συγγραφέας αποκαλεί ζωή του ανθρώπου;
και τότε κάποιος σαν πεθάνω και χαθώ θα γράψει για τη ζωή μου;
(σαν οποιοσδήποτε να ήξερε πραγματικά για τη ζωή μου
γιατί ακόμα και εγώ ο ίδιος συχνά σκέφτομαι πως ξέρω ελάχιστα ή τίποτα
   για την αληθινή ζωή μου,
μόνο μερικές υπόνοιες, μερικά διάσπαρτα δυσδιάκριτα νήματα και εκτροπές,
ψάχνω το δικό μου σκοπό να βρω εδώ).


                     Ξεκινώντας τις σπουδές μου

Ξεκινώντας τις σπουδές μου το πρώτο βήμα με ικανοποίησε τόσο πολύ,
Το απλό γεγονός της συνείδησης , αυτές οι δομές, η δύναμη της κίνησης,
Το πιο μικρο έντομο ή ζώο, οι αισθήσεις, η όραση, η αγάπη,
Το πρώτο βήμα λέω πως δέος με γέμισε και με ευχαρίστησε τόσο πολύ
Που δε συνέχισα και δεν θέλησα να συνεχίσω παραπέρα
Μόνο σταμάτησα και σπατάλησα όλο τον χρόνο τραγουδώντας τον σε εκστατικά
   τραγούδια.


                                      Πρωτοπόροι

Πόσο τροφοδοτούν τη γη (εμφανίζονται κάποτε -κάποτε),
Πόσο προσφιλείς και δεινοί είναι για τη γη,
Πόσο εθίζουν τον εαυτό τους όσο και τους άλλους -πόσο απίστευτη φαίνεται
  η ηλικία τους,
Πόσο οι άνθρωποι αποκρίνονται σε αυτούς, και όμως δεν τους γνωρίζουν,
Πώς υπάρχει κάτι αμείλικτο πάντοτε στη μοίρα τους,
Πώς όλες οι εποχές λαθεμένα διαλέγουν τα θέματα της κολακείας και της
   ανταμοιβής τους,
Και πώς το ίδιο ανήλεο τίμημα ακόμα πρέπει να πληρώνεται για το ίδιο μεγάλο
   απόκτημα.


                                   Εγώ ατάραχος

Εγώ ατάραχος, στέκομαι ήρεμος μέσα στη Φύση,
Αφέντης όλων ή αφέντισσα όλων, ψύχραιμος εν μέσω παράλογων πραγμάτων,
Εμποτισμένος όπως αυτά, αδρανής, επιδεκτικός, σιωπηλός όπως αυτά,
Βρίσκω την ασχολία μου, τη φτώχεια, την κακοφημία, τις αδυναμίες, τα
   εγκλήματα, λιγότερο σημαντικά απ' όσο πίστευα,
Εγώ κατά τη θάλασσα του μεξικού, ή το Μανχάταν ή το Τενεσή, ή μακριά στο
   βορρά ή στην ενδοχώρα,
Του ποταμιού, ή του δάσους, ή οποιασδήποτε αγροτικής ζωής σε αυτές τις
   Πολιτείες ή της ακτής, ή των λιμνών του Καναδά,
Εγώ όπου περνάω τη ζωή μου, ω να είμαι ισορροπημένος σε κάθε ενδεχόμενο,
Να αντιμετωπίζω τη νύχτα, τις καταιγίδες, την πείνα, τον περίγελο, τα
   ατυχήματα, την περιφρόνηση, όπως κάνουν τα δέντρα και τα ζώα.

(από τα Αφιερώματα)

Egon Schiele, Four trees

                         Ξεκινώντας από το Πομανώκ
 
                                               11

Καθώς στην Αλαμπάμα έκανα τον πρωινό περίπατό μου,
Είδα το θηλυκό κοτσύφι να κάθεται στη φωλιά του στους θάμνους να επωάζει
   τα αβγά του.

Είδα και το αρσενικό,
Στάθηκα κοντά του να το ακούσω, φούσκωνε το λαιμό του και τραγουδούσε
   χαρωπά.

Και όπως στεκόμουν σκέφτηκα πως αυτό που για χάρη του τραγουδούσε δεν
  βρισκόταν εκεί μόνο. ούτε για το ταίρι του, ούτε για το ίδιο μόνο, ούτε για όλα
   εκείνα που απαντούσαν με αντίλαλους,
Μα φευγαλέα, μυστική, απόκοσμη,
Ευθύνη διαβιβάζεται και χάρισμα απόκρυφο για εκείνους που γεννήθηκαν.


                        Το τραγούδι του εαυτού μου

                                          18

Με μουσική δυνατή καταφθάνω, με τις κορνέτες και τα τύμπανά μου
Δεν παίζω εμβατήρια για αναγνωρισμένους νικητές μόνο, παίζω εμβατήρια
   για ηττημένους και σκοτωμένους.

Έχεις ακούσει πως είναι καλό να κερδίζεις τη μάχη;
Λέω ακόμα πως είναι καλό να πέφτεις στη μάχη, οι αγώνες χάνονται με το
   ίδιο πνεύμα που κερδίζονται.

Τυμπανίζω και χτυπώ για τους νεκρούς,
Φυσώ στα επιστόμια πιο δυνατά και πιο εύθυμα για εκείνους.

Ζήτω σε εκείνους που απέτυχαν!
Και σε εκείνους που τα πολεμικά πλοία τους βυθίστηκαν στη θάλασσα
Και σε εκείνους τους ίδιους που βυθίστηκαν στη θάλασσα

Και σε όλους τους στρατηγούς που έχασαν μάχες και σε όλους τους νικημένους
    ήρωες!
Και τους αναρίθμητους άγνωστους ήρωες που ισούνται με τους σπουδαιότερους
    γνωστούς ήρωες!


                                       30

Όλες οι αλήθειες περιμένουν μέσα σε όλα τα πράγματα,
Ούτε επισπεύδουν την απελευθέρωσή τους ούτε αντιστέκονται,
Δεν χρειάζονται τις μαιευτικές λαβίδες του χειρουργού
Το ασήμαντο είναι τόσο μεγάλο για μένα όσο το οτιδήποτε,
(Τι είναι λιγότερο ή περισσότερο από το άγγιγμα;)

Λογική και νουθεσίες ποτέ δεν πείθουν
Η δροσιά της νύχτας τρυπώνει πιο βαθιά μέσα στην ψυχή μου.

(Μόνο ό,τι αποκαλύπτεται σε κάθε άντρα και γυναίκα είναι έτσι,
Μόνο ό,τι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί είναι έτσι.)

Μια στιγμή και μια ρανίδα από μένα ηρεμούν το νου μου
Πιστεύω πως οι μουσκεμένοι σβόλοι θα γίνουν εραστές και λύχνοι,

Και σύνοψη των συνόψεων είναι η σάρκα άντρα ή γυναίκας,
Και κορφή και ανθός είναι αυτό που νιώθει ο ένας για τον άλλο,
Και πρέπει απεριόριστα να εκτείνονται με αυτό το δίδαγμα ώσπου να γίνει
   γενεσιουργός των πάντων,
Και ώσπου όλα να μας γοητεύουν και εμείς αυτά.


μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

JACK KEROUAK (8)

                     5ο χορικό

σαν έχουν λησμονήσει τον πυρσό
  την ξεπλυμένη γεύση στη
  βροχή που πλάτειασαν υπόνομοι
  και όλοι είναι χαμένοι
οι ακροβάτες των πολυκατοικιών
   που ένιωσαν τη γοργή καμπάνα
όλοι τους βουτηχτές
και οι οδηγοί όλοι τους περιστέρια

ω ω ω
          μικρά κορίτσια φτιάχνουν
          ίσκιους στο πεζοδρόμιο
          πιο μικρούς
από τον ίσκιο του θανάτου
             σ' αυτή την πόλη -


               76ο χορικό

ΕΝΑΣ ΤΥΠΟΣ ΡΩΤΑΕΙ
Δεν είναι καλύτερα να μην τους ξυπνήσουμε
Ώστε να μη μάθουν
Πως ονειρεύονται;

Είναι καλύτερα να τους ξυπνήσουμε
      γιατί
      ονειρεύονται.

Καλύτερα δεν είναι να μην τους ξυπνήσουμε
       αφού δε γνωρίζουν
       πως ονειρεύονται;

Ποιος, όχι, ποιος είπε πως
        εγώ ονειρευόμουν;

Εσύ το 'πες, ποιος είπε, πως εγώ λέω
Ότι ονειρεύεσαι;

Το ψέμα είναι ένα καλοστημένο ονειρικό
      Φάντασμα

"Συνέχισε, βρίσκεσαι σ' ένα μακρύ όνειρο,
Αυτό έχω να σου πω". (Μπιλ)


                 216ο χορικό

Γεμίζοντας τον αέρα μ' ενα αυθαίρετο όνειρο
Το να μην υπάρχει επιθυμία,
αυτή είναι η αυθεντική αίσθηση
της ειρήνης μες στην Πραγματική Φύση -
Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις
πώς τελειώνει το όνειρο,

αφού τελειώνει - 
    Ένα βρέφος στη γέννα:
       πείτε της περήφανης δημιουργικής
         γυναίκας τι παραπάνω απ' αυτό
             θέλει για να ικανοποιήσει
               το γόνιμο εγώ της,
               και πόσα ακόμα μωρά
               που κλαίνε μες στη νύχτα
               με άγριο στρίγκλισμα,
               γνωρίζοντας πως η σάρκα τους
               είναι στο κούτσουρο
               του πεινασμένου χασάπη.
             -πόσα ακόμα γουρούνια
               κρεμασμένα ανάποδα
               να ματώνουν αργά στο θάνατο
               από ανόητους ταπεινούς
               θρησκευόμενους
               χωρίς μύτες και μάτια.

Ελευθερώστε τις ανθρώπινες μάζες
αυτού του κόσμου απ' τη δουλεία στη ζωή
και στον θάνατο, καταργώντας τον θάνατο
κι εξολοθρεύοντας τη γέννηση -

                 Ω, εγώ ο Σαμψών - 
Ο σεβάσμιος Κέρουακ, ο φίλος των αγελάδων
ΒΑΣΙΖΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΚΙΝΗΤΗ ΣΚΕΨΗ.


                      Μπλουζ του κονιάκ

Μόλις που πρέπει να πληρώσεις
τα τέλη σου στον παράδεισο - 
Ο παράδεισος θα ΄ναι αδιάφορος
γι' αυτόν τον αδιάφορο σκύλο.

(Μα και πάλι, η τίμια αδιαφορία
ήταν καλύτερη απ' την ανημποριά)

....................................αλήθεια,
όταν ακούω σάπια λόγια
για δικαιοσύνη και δημοκρατία
και ξέρω πως οι υποκριτές
λένε ψέμματα μες απ' τα 
ψεύτικά τους δόντια

Δεν είμαι αδιάφορος προς τον θεό,
είμαι αδιάφορος για μένα
σ' αυτή τη γη

Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα
πιο γελοίο από μένα πάνω
στη γη  - 
Στ' αλήθεια!


                    Κεραυνός

Ο κεραυνός κάνει έναν ήχο
   εκρηκτικό σαν παράθυρα
που έκλεισαν υστερικά ήσυχα - 
Γι' αυτό ο πατέρας έπεσε
από του χρόνου τα σκαλιά
παρά τον αγιασμό
και όλα τα δικά σου ανάμικτα ποτά
στην Αιωνιότητα.


                    Μύγες

                    1.

Και δεν υπήρχε ποτέ μια εποχή που οι μύγες
να μην έψαχναν τον ήλιο μεσ' απ' τα
απαγορευτικά τζάμια του παράθυρου;

                    2.

Το μόνο που ζητάω από τούτη την Περσεφόνη
είναι ποιήματα που οδηγούν το γάλα της αγάπης
μέσα απ' την ανεμώνη - 

Μικρό ποίημα

Όταν το δέντρο βγάλει φρούτα
την άνοιξη
δύσκολο

να πεις
τι δημιουργήθηκε
ποιος καρπώνεται.


               Το αεροπλάνο είναι

Το αεροπλάνο είναι
κάτι αφηρημένο γιατί
δεν εξυπηρετεί απολύτως κανέναν
σκοπό για το σώμα ή
την ψυχή -απλώς πετάει-
            Όλα τα υπόλοιπα αφη-
ρημένα -Κομμουνισμός,
Ελευθερία κ.τ.λ. -είναι έννοιες
Αφηρημένες μέσα στην
Αφηρημένη Δομή του Συστήματος -
Τα Συστήματα δεν
μπορούν να λειτουργήσουν δίχως
μια βάση θεωρητική.
                    Η θεωρητική της
Φύσης ακόμη είναι και θα είναι
πάντοτε "άγνωστη"
γιατί δεν είναι 
θεωρητική, μόνο είναι -


                  Στον Έντουαρντ Ντάλμπεργκ

Μην χρησιμοποιείς τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ έτοιμοι να απαντήσουν.
Χρησιμοποίησε ποίηση.


Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ALLEN GINSBERG

                                              ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

                                     Για τον Καρλ Σόλομον

                                           Ι.  (αποσπάσματα)

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
   υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
   μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
   με την αστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν
   καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
   πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στη τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον Ουρανό
   κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
   αγγέλους μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
   του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
            του πολέμου,
που διώχτηκαν από τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
   στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν απ' το φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
   τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
   μεσ' απ' τον τοίχο ................

που έκλαψαν για τον ρομαντισμό των δρόμων με τα καρότσια τους γεμάτα
   κρεμμύδια και μουσική για πέταμα,
που κάθισαν σε χαρτόκουτα ανασαίνοντας στο σκοτάδι κάτω από τη γέφυρα,
   και σηκώθηκαν στα δωμάτια τους για να φτιάξουν κλαβεσίνα,
που έβηξαν στο έκτο πάτωμα του Χάρλεμ στεφανωμένοι με φλόγα
   κάτω από τον φυματικό ουρανό ζωσμένοι από καφάσια πορτοκαλιών
   της θεολογίας,
που ορνιθοσκάλισαν όλη νύχτα ξεφαντώνοντας με σπουδαίες
    επωδούς που στο κίτρινο πρωινό έμοιαζαν στίχοι ασυνάρτητοι,
που μαγείρεψαν σαπισμένα ζώα πνευμόνι καρδιά πόδι ουρά σπάλα και τορτίγες
   ονειρευόμενοι το αγνό λαχανικό βασίλειο,
που χώθηκαν κάτω από φορτηγά κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό,
που πέταξαν τα ρολόγια τους απ' την ταράτσα για να ρίξουν ψήφο υπέρ της
   Αιωνιότητας, έξω απ' τον Χρόνο, και ξυπνητήρια έπεφταν
   κάθε μέρα στα κεφάλια τους για την επόμενη δεκαετία,
που έκοψαν τις φλέβες τους τρεις φορές στη σειρά ανεπιτυχώς,
   τα παράτησαν και αναγκάστηκαν να ανοίξουν παλαιοπωλεία
   όπου ένιωθαν πως γερνούσαν
   κι έκλαιγαν,
που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κοστούμια
   στη Λεωφόρο Μάντισον μέσα σε εκρήξεις μολυβένιας ποίησης
   και τον φουλαριστό κρότο των μελαγχολικών ορδών της
   μόδας και τις νιτρογλυκερινικές κραυγές των ξωτικών
   της διαφήμισης και τον υπερίτη των απαίσιων διανοούμενων
   εκδοτών, ή τους πάτησαν τα μεθυσμένα ταξί
   της Απόλυτης Πραγματικότητας,
που πήδηξαν από τη γέφυρα του Μπρούκλυν συνέβη πράγματι
   και τράβηξαν μακριά άγνωστοι και ξεχασμένοι μέσα στην
   στοιχειωμένη παραζάλη των παρόδων της σούπας και των πυροσβεστικών
   οχημάτων της Τσάινατάουν δίχως μια κερασμένη μπύρα,
που τραγούδησαν απ' τα παράθυρά τους απελπισμένοι, έπεσαν απ' το παράθυρο
   του μετρό, πήδηξαν στον βρομερό Πασάικ, σαλτάρισαν πάνω σε
   νέγρους, έκλαψαν σ' όλο το δρόμο, χόρεψαν ξυπόλητοι
   πάνω σε σπασμένα κρασοπότηρα, τσάκισαν δίσκους
   γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζαζ του ΄30, τελείωσαν
   το ουίσκι και ξέρασαν στενάζοντας στον ματωμένο
   καμπινέ, στ' αυτιά τους τα βογκητά και το ξέσπασμα των κολοσσιαίων
   ήχων του ατμού,
που σβάρνισαν τις εθνικές οδούς των περασμένων χρόνων ταξιδεύοντας ο ένας
   στον Γολγοθά του άλλους με γρήγορα αυτοκίνητα στη μοναχική αγρύπνια
   της φυλακής ή στη μετενσάρκωση της τζαζ του Μπίρμινχαμ,
που οδήγησαν από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη σε εβδομήντα δύο ώρες
   για να μάθουν αν εγώ, εσύ ή ο άλλος είχαμε κάνα όραμα για να βρούμε
   την Αιωνιότητα,
που ταξίδεψαν στο Ντένβερ, που πέθαναν στο Ντένβερ, που γύρισαν
   στο Ντένβερ και μάταια πρόσμεναν, ατένισαν το Ντένβερ
   και μελαγχόλησαν κι έμειναν μόνοι στο Ντένβερ και τελικά έφυγαν μακριά
   για να βρουν τον Χρόνο, και τώρα το Ντένβερ είναι έρημο
   από ήρωες,
που έπεσαν στα γόνατα μέσα σε απέλπιδες εκκλησίες προσευχόμενοι ο ένας
   για τη σωτηρία του άλλου και το φως και τα στήθη, μέχρι που η ψυχή
   φώτισε τα μαλλιά της για μια στιγμή,
που παλάβωσαν στη φυλακή προσμένοντας απίθανους
   εγκληματίες με χρυσά κεφάλια και τη γοητεία της πραγματικότητας
   στις καρδιές τους που τραγούδησαν όμορφα μπλουζ στο Αλκατράζ,
που αποσύρθηκαν στο Μεξικό για να εξελίξουν μια συνήθεια, ή στο Ρόκυ Μάουντεν
   για τον τρυφερό Βούδδα ή στην Ταγγέρη για τ' αγόρια ή
   στη Σάουθερν Πασίφικ για τη μάυρη ατμομηχανή ή στο Χάρβαρντ
   για τον Νάρκισσο στο Γούντλον για τις γιρλάντες των ανθέων ή τον τάφο,
που απαίτησαν δίκες λογικές κατηγορώντας το ραδιόφωνο για υπνωτισμό και
   απόμειναν με την τρέλα τους και τα χέρια τους και
   δίβουλους ενόρκους,
που πέταξαν πατατοσαλάτα στους ομιλητές για τον Ντανταϊσμό στο κολλέγιο
   της Νέας Υόρκης και αργότερα εμφανίστηκαν στα γρανιτένια σκαλοπάτια
   του τρελοκομείου με τα κεφάλια ξυρισμένα και παλαβές
   κουβέντες της αυτοκτονίας απαιτώντας άμεση λοβοτομή,
και που αντ' αυτής έλαβαν το τσιμεντένιο κενό της ινσουλίνης Μετραζόλ
   ηλεκτροσόκ υδροθεραπεία ψυχοθεραπεία
   εργασιοθεραπεία πινγκ πονγκ και αμνησία,
που σε σοβαρή διαμαρτυρία αναποδογύρισαν συμβολικά μονάχα ένα τραπέζι
   του πινγκ πονγκ, ησυχάζοντας στην κατατονία,
επιστρέφοντας μετά από χρόνια τελείως φαλακροί πέρα απ' την περούκα των αιμάτων,
   και των δακτύλων και των δακρύων, στην προφανή καταδίκη των ψυχοπαθών
   στους θαλάμους των ψυχιατρικών συγκροτημάτων της Ανατολής,
στους δύσοσμους διαδρόμους του Πίλγκριμ Στέητ του Ρόκλαντ και του Γκρέυστοουν,
   λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής, μεσάνυχτα με ταρακούνημα
   στον μοναχικό πάγκο των πετρόκτιστων βασιλείων της αγάπης,
   το όνειρο της ζωής ένας εφιάλτης, κορμιά που πέτρωσαν
   βαριά σαν το φεγγάρι,
με τη μητέρα τελικά ******, και το τελευταίο φανταστικό βιβλίο πεταγμένο
   απ' το παράθυρο, και την τελευταία πόρτα κλεισμένη
   στις τέσσερις τα ξημερώματα και το τελευταίο τηλέφωνο πεταγμένο στον τοίχο
   σαν απάντηση και το τελευταίο επιπλωμένο δωμάτιο αδειασμένο ως
   το τελευταίο κομμάτι πνευματικής επίπλωσης, ένα κίτρινο χάρτινο ρόδο
   πλεγμένο σε μια συρμάτινη κρεμάστρα στη ντουλάπα, κι αυτό ακόμα
   φανταστικό, τίποτ' άλλο πέρα από μία ελάχιστη αισιόδοξη γεύση
   παραίσθησης-


Ω Καρλ, όσο εσύ δεν είσαι ασφαλής δεν είμαι ούτε εγώ, και τώρα είσαι
   στ' αλήθεια μέσα στη ζωική σούπα του χρόνου -
και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους κυριευμένος από
   την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης
   του καταλόγου του μέτρου και του δονητικού πεδίου,
που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο
   μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο
   της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα και συνένωσε
   τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της
   συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση
   του Pater Omnipotens Aeterna Deus
για να δημιουργήσει ξανά το μέτρο και τη σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας και
    να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και
    τρεμάμενος από ντροπή, αποριμμένος μα εξομολογώντας
    την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο
    γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος,
    θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί
    στον χρόνο μετά το θάνατο,
και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ
    μέσα στον χρυσοκέρατο ήχο της μπάντας και έπαιξε τον πόνο του
    γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ' ενός σαξοφώνου την κραυγή ηλί ηλί
    λαμά σαβαχθανί που ρίγησε
    τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ' τα
   κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια.



μετάφραση : Γιάννης Λειβαδάς

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

T.S. ELIOT : THE WASTE LAND


                            ΙΙ. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ   (αποσπάσματα)

Η καρέκλα όπου εκείνη καθόταν, σαν στιλβωμένος θρόνος,
Λαμπύριζε πάνω στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Αναρτημένος σε περικοκλάδες δουλεμένες με μεστωμένα κλήματα
Απ' όπου κρυφοκοίταζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Πίσω απ' τη φτερούγα του κάποιος άλλος έκρυβε τα μάτια του)
Διπλασίαζε τις φλόγες από εφτάκλωνους λυχνοστάτες
Ανταυγάζοντας φως επάνω στο τραπέζι καθώς
Το λαμποκόπημα των κοσμημάτων της αναπηδούσε να το συναντήσει,
Από μεταξωτές κασετίνες που ξεχείλιζαν τον πλούτο.
Σε ξεβούλωτα μπουκαλάκια από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Παραμόνευαν τα παράξενα, συνθετικά της αρώματα,
Πομάδες, πούδρες, είτε υγρά -τάραζαν, αναστάτωναν,
Και πνίγαν τις αισθήσεις μ' ευωδιές. αναταραγμένες απ' τον αέρα
Που φρεσκάριζε απ' το παράθυρο, αυτές ανέβαιναν
Κάνοντας πιο χοντρές τις φλόγες των ψηλόλιγνων κεριών
Ξερνούσαν τον καπνό τους στη βερνικωμένη οροφή,
Ανασαλεύοντας τις παραστάσεις στα φατνώματα.
Τεράστιες θαλασσιές φυλλωσιές τονισμένες με χαλκό,
Πράσινη πατίνα και πορτοκαλιά, πλαισιωμένες με χρωματισμένη πέτρα
Που μέσα στο θλιμμένο τούτο φως ανάγλυφο ένα δελφίνι
                                                                                κολυμπούσε.
Πάνω από του τζακιού την παλαιική κορνίζα διαδραματιζόταν
Λες κι άνοιγε κάποιο παράθυρο στη σκηνή του δάσους
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, τόσο βάναυσα βιασμένης
Απ' το βάρβαρο το βασιλιά. ωστόσο η αηδόνα εκεί
Γέμιζε όλη την ερημιά με ακαταμάχητη φωνή
Κι ακόμα εκείνη φώναζε, κι ακόμα ο κόσμος συνεχίζει,
"Τσου Τσου" σε πρόστυχα αυτιά.
Κι άλλα ξεθωριασμένα συντρίμμια χρόνου
Διηγόντουσαν οι τοίχοι. προσηλωμένες μορφές
Έγερεναν, σκυμμένες, επιβάλλοντας σιωπή στον περίκλειστο χώρο.
Βήματα σέρνονταν στη σκάλα.

Στο φως του τζακιού, κάτω απ' τη βούρτσα, τα μαλλιά της
Ξεχύθηκαν σε φλογισμένες αιχμές
Πυρακτώθηκαν σε λέξεις, ύστερα θα έμεναν αγρίως ακίνητα.

"Τα νεύρα μου είναι χάλια απόψε. Ναι, χάλια. Μείνε κοντά μου.
Μίλα μου. Γιατί ποτέ σου δε μιλάς; Μίλα.
Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι; Τι σκέφτεσαι; Τι;
Δεν ξέρω ποτέ μου τι σκέφτεσαι. Σκέψου."

Θαρρώ πως είμαστε σε ποντικών στενοποριά
Όπου οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.


Anselm Kiefer, The Ierarchy of angels


                           IV. ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

Ο Φληβάς ο Φοίνικας, δυο βδομάδες νεκρός,
Λησμόνησε τον κρωγμό των γλάρων, και τη φουσκοθαλασσιά
Και το κέρδος και τη ζημιά.
                                      Ένα υποβρύχιο ρέμα
Ξεψάχνισε τα κόκαλά του μέσα σε ψιθύρους. Ταλαντευόμενος
Διάβηκε τα στάδια των ώριμων χρόνων του και της νιότης
Καθώς έμπαινε στη ρουφήχτρα.
                                            Εθνικέ ή Εβραίε
Ε συ που γυρνάς το τιμόνι και κοιτάς κατά τον άνεμο,
Συλλογίσου τον Φληβά, που κάποτε ήταν όμορφος και ψηλός
                  όπως εσύ.


                         V. ΤΙ ΕΙΠΕ Η ΒΡΟΝΤΗ  (αποσπάσματα)

Ύστερα από το φως των δαυλών πυρρό σε κάθιδρα πρόσωπα
Ύστερα από την ψυχρή σιωπή στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε πετρότοπους
Οι κραυγές και το κλάμα
Φυλακή και μέγαρο και αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω σε απόμακρα βουνά
Εκείνος που ζούσε είναι τώρα νεκρός
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν έχει νερό παρά μόνο βράχια
Βράχια και διόλου νερό κι ο αμμουδερός δρόμος
Ο δρόμος στριφογυρίζοντας ψηλά ανάμεσα στα βουνά
Που είναι βουνά από βράχια χωρίς νερό
Αν είχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Αναμεσίς στα βράχια δε μπορείς να σταματήσεις ή να σκεφτείς
Ο ιδρώτας στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν είχε νερό τουλάχιστο αναμεσίς στα βράχια
Νεκρό βουνίσιο στόμα με χαλασμένα δόντια ανήμπορο να φτύσει
Εδώ δε μπορείς να σταθείς μήτε να γείρεις μήτε και να καθίσεις
Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά
Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή
Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά
Παρά ξαναμμένα πρόσωπα σκυθρωπά καγχάζουν και γρυλίζουν
Μεσ' από εξώθυρες χαμόσπιτων από σκασμένη λάσπη
                                                                              Αν είχε νερό
Και διόλου βράχια
Αν είχε βράχια
Και νερό μαζί
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα ανάμεσα στα βράχια
Αν είχε μόνο τον ήχο του νερού
Όχι του τζίτζικα
Και χορτάρι ξερό να ψάλλει
Αλλά ήχο νερού πάνω από βράχο
Όπου η μοναχική τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντριπ ντροπ ντροπ ντροπ ντροπ
Αλλά δεν έχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που πάντοτε βαδίζει πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαστε μαζί μόνο εσύ κι εγώ
Όταν όμως κοιτάζω μπροστά μου στον κατάλευκο δρόμο
Πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος μέσα σ' έναν καφετί μανδύα,
                                                  κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα ποιος είναι εκείνος στο άλλο σου πλευρό;


Μετάφραση: Κλείτος Κύρου

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

ALFRED TENNYSON (3)

                "Why should we weep for those who die"

Why should we weep for those who die?
  They fall -their dust returns to dust;
Their souls shall live eternally
  Within the mansions of the just.

They die to live; they sink to rise,
   They leave this wretched mortal shore;
But brighter suns and bluer skies
   Shall smile on them for evermore.

Why sould we sorrow for the dead?
   Our life on earth is but a span;
They tread the path that all must tread,
   They die the common death of man.

The noblest songster of the gale
   Must cease, when Winter's frowns appear;
The reddest rose is wan and pale,
   When Autumn tints the changing year.

The fairest flower on earth must fade,
   The brightest hopes on earth must die;
Why should we mourn that man was made
   To droop on earth, but dwell on high?

The soul, th' eternal soul, must reign
   In worlds devoid of pain or strife;
Then why should mortal man complain
   Of death, which leads to happier life?





                     THE BALLAD OF ORIANA

My heart is wasted with my voe,
                   Oriana.
There is no rest for me below,
                    Oriana.
When the long dun wolds are ribb'd with snow,
And loud the Norland whirlwinds blow,
                         Oriana,
Alone I wander to and fro,
                           Oriana.

In the yew -wood black as night,
                     Oriana,
Ere I rode into the fight,
                    Oriana
While blissful tears blinded my sight
By star -shine and by moonlight,
                    Oriana,
I to thee my troth did plight,
                   Oriana.

She stood upon the castle wall,
                   Oriana;
She watch 'd my crest among them all
                   Oriana;
She saw me fight, she heard me call,
When forth there stept a foeman tall,
                Oriana
Atween me and the castle wall,
            Oriana.

O narrow, narrow was the space,
               Oriana!
Loud, loud rung out the bugle's brays,
                 Oriana.
O, deathful stabs were dealt apace,
The battle deepen'd in its place,
                  Oriana,
But I was down upon my face,
                  Oriana.

They should have stabb'd me where I lay,
                     Oriana!
How could I rise and come away,
                     Oriana?
How could I look upon the day?
They should have stabb'me where I lay,
                       Oriana.
They should have trod me into clay,
                      Oriana.

O breaking heart that will not break,
                       Oriana!
O pale, pale face so sweet and meek,
                        Oriana!
Thou smilest, but thou dost not speak,
And then the tears run down my cheek,
                       Oriana.
What wantest thou? whom dost thou seek,
                       Oriana?

I cry aloud; none hear my cries,
                      Oriana.
Thou comest atween me and the skies,
                     Oriana.
I feel the tears of blood arise
Up from my heart unto my eyes,
                      Oriana.
Within thy heart my arrow lies,
                       Oriana.

O cursed hand! O cursed blow!
                  Oriana!
O Happy thou that liest low,
                   Oriana!
All night the silence seems to flow
Beside me in my utter woe,
                     Oriana.
A weary, weary way I go,
                       Oriana!

When Norland winds pipe down the sea,
                   Oriana,
I walk, I dare not think of thee,
                     Oriana.
Thou liest beneath the greenwood tree,
I dare not die and come to thee,
                     Oriana.
I hear the roaring of the sea,
                     Oriana.


              COME NOT WHEN I AM DEAD

Come not, when I am dead,
To drop thy foolish tears upon my grave,
To trample round my fallen head,
And vex the unhappy dust thou wouldst not save.
There let the wind sweep and the plover cry;
But thou, go by.

Child, if it were thine error or thy crime
I care no longer, being all unblest;
Wed whom thou wilt, but I am sick of Time,
And I desire to rest.
Pass on, weak heart, and leave to where I lie;
Go by, go by.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

EDGAR ALLAN POE: THE RAVEN

Once  upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore-
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
"Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door-
                                                               Only this and nothing more".

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; -vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow -sorrow for the lost Lenore-
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore-
                                                             Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me -filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating:
"'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door-
Some late visitor entreating entrance at my chamber door-
                                                                This it is and nothing more."

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
"Sir", said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you" -here I opened wide the door;-
                                                      Darkness there and nothing more.

Deep into that darkness peeiring, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word "Lenore!"
This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!" -
                                                               Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping something louder than before.
"Surely", said I, "surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore-
Let my heart be still a moment, and this mystery explore;-
                                                         'Tis the wind and nothing more".

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not an minute stopped or stayed he,
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door-
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door-
                                                      Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguilling my sad fancy into smilling
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
"Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
                                                             Quoth the Raven, "Nevermore"

Much I marevelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning -little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door-
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
                                                              With such name as "Nevermore".

But the Raven, sitting lonely on that placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered; not a feather then he fluttered-
Till I scarcely more than muttered: "Other friends have flown before-
On the morrow he will leave me as my Hopes have flown before".
                                                          Then the bird said, "Nevermore".

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
"Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore
                                                                                Of 'never -nevermore.' "

But the Raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore-
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
                              Meant in croaking "Nevermore"


This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp -light gloated o' er
But whose velvet violet lining with the lamp -light gloating o' er
                                                               She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot -falls tinkled on the tufted floor.
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee -by these angels he hath sen thee
Respite -respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
                                                          Quoth the Raven, "Nevermore".

"Prophet!" said I, "thing of evil! -prophet still, if bird or devil!-
Whether Tempter sent, or whether -tempest tossed thee here ashore,
Desolate, yet all undaunted, on this desert land enchanted-
On this home by Horror haunted, -tell me truly, I implore-
Is there -is there balm in Gilead? -tell me- tell me, I implore!"
                                                                      Quoth the Raven, "Nevermore".

"Be that word our sign of parting, bird or fiend!" I shrieked, upstarting-
"Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken!-quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!"
                                                               Quoth the Raven, "Nevermore".

And the Raven never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp -light o'er him streaming throws his shadow on the floor;

And my soul from out that shadow that lies floating on the floor

                                 Shall be lifted -nevermore!