Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Έλενα Πολυγένη







                                                  Το φεγγάρι των τρελών


                              Η Λευκή Κυρία
                                            είναι λυπημένη.
                              Η αυγή σφραγίζει τα νεύρα των δακτύλων της
                              μ' έναν αδυσώπητο ήλιο.
                              Τα μάτια της κραυγάζουν σιωπηλά
                               χτυπώντας στον απέναντι τοίχο.
                               Κανείς δεν ήρθε. Κανείς δε θα 'ρθει.
                               Κι ας πλανάται μακριά η σκέψη της
                               στις κοκάλινες ράχες των άστρων.

                               Η Λευκή Κυρία βγαίνει γυμνή από το
                                                                           μπάνιο.
                               Το σώμα της υγρό, κλαίει μπροστά
                                                                           στον καθρέφτη.




Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ (5)


                                Η πιο βαθιά ώρα της Νύχτας

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα,
αραιές νυσταγμένες λάμπες

Μέσα εκεί
στην πιο βαθιά ώρα της Νύχτας
στους ίδιους
μα πάντα άγνωστους δρόμους
σηκώθηκε το πεπρωμένο σου, ίσκιος βαρύς

Ίσκιος που βαθαίνει
σ' απόσταση ανάμεσά μας

Ένας σηματοδότης αναβοσβήνει
πράσινο φως, φαίνεται πολύ κοντά σου
σ' αγγίζει

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα
αραιές νυσταγμένες λάμπες


                             Κασσάνδρας

Χάθηκα και πάλι μέσα σε στενά
της γειτονιάς που μετακόμισε η αδελφή μου.

Τόσο μικρή απόσταση και να χάνομαι
στ' αυλάκια του μυαλού. είναι τα λόγια
που θέλω να πω μα με τα χρόνια μείνανε
στριμμενες μέσα ρίζες.

Πώς να μιλήσω;
Ακουμπώ το ποτήρι στο τραπέζι
το κοιτώ και με κοιτά αλλήθωρο,
είναι τα λόγια που κάθονται κι επίμονα
στα χείλη μέσα κρύβουμε.

Χάθηκα και πάλι στα στενά.
δεν ξέρω γιατί χάνομαι ούτε γιατί δεν μπορώ
να καθίσω για πολύ στον καναπέ.


                               Θερινό σινεμά

Το θερινό σινεμά κρεμόταν σιωπηλά λευκό
όπως τότε που 'σβηνε χαρούμενο τέλος.
Χορτάριασε το χαλίκι, άπλωσε αθόρυβα
στα πόδια την ξερή πρασιά του,
ξερολίθια. τότε περπατούσαν πάνω τους ποντίκια.

Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
τότε φεύγαμε γεμάτοι εικόνες
σε θολό δεμένες φόντο.
Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
όλα κλείδωσαν όταν ήρθε η ώρα τους.
Έφραξαν το στήθος έγνοιες και πνίξανε όνειρα.
Εκδίκηση ψιθύρισα εκδίκηση.

Τα όνειρα ξεσκαλίζονται
σηκώνονται βλαστοί στον τοίχο.


                        Ένα έπιπλο

Σιγά σιγά σβήνει το φως στα μέσα σπίτια.
Δεν έχουμε τίποτα πραγματικό να πούμε.
Μιλάμε λες κι ανοίγουμε ντουλάπια.

Ένα έπιπλο γίνεται με τα χρόνια ο άνθρωπος
που αντιστέκεται μ' όλα του τα ξεσκλίδια.
Και ούτε λόγος να βρεθεί.-
μέχρι το έπιπλο να σπάσει
και να σωρεύονται σωροί σανίδια για σκουπίδια.

Το σώμα που χάσαμε είναι η αφήγηση,
είναι η άρνηση να ρέουν γεγονότα
δίχως σημασία.


                         Ένας μίσχος

Ένας μίσχος απλώνεται η φλέβα στο προφίλ σου.

Ακούμπαγες ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές
λιώσανε τα χνάρια, μείναν πίσω οι δοκιμές,
τέλειωσε η βεβαιότητα να γυρίσεις σ' ό,τι
ήσουν κάποτε. Μόνο άσπρο φως υπάρχει εδώ.
θεσπίζει το ψύχος τη σιωπή, ψάχνει το αίμα
μες στον αυχένα διαφυγή.

Μαράθηκε το δέρμα σου,
ένα μικρό ποτάμι
 κι έναν καθρέφτη μου ζήτησες να φέρω.


(Μια ανάσα δρόμο)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ (4)


ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΟΥ GEORG TRAKL ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Τροίας
Οι άνθρωποι διαβάζαν ιστορία

Κυρίως

Τόση πολλή ιστορία
Απελπιστική η έκτασή της

Απ' το Βυζάντιο έως πιο πρόσφατα, Μυκήναι

Όταν κατέφτασε ο Πάτροκλος
Κατευθύνθηκε προς τον τομέα της ποίησης,

Αφήστε με, είπε, ν' αποφυλακίσω τον νεαρό ποιητή

Georg Trakl

Απ' τις σελίδες όπου βρίσκεται
Και σε αντάλλαγμα προτίθεμαι

Να σας δώσω

Τ' αυτοκίνητό μου και αυτόγραφα,

Όχι όχι, είπε η Τρωαδίτισσα υπάλληλος,
Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον!

Κατέληξε

Ένα φως απόκοσμο στην οδοντοστοιχία της
Καθώς χαμογελούσε στον έντρομο Πάτροκλο,

Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον


Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Τελικώς, σε τι συνίστατο
Ο Δούρειος Ίππος,

Ρώτησε ο Τρώας αξιωματικός υπηρεσίας
Τον κρατούμενο Οδυσσέα,

Ακριβώς στο ότι πίστεψαν
Πως έγραφα αλληγορίες

Ενώ δεν έλεγα τίποτε άλλο
Από την καθαρή πραγματικότητα

Ο αξιωματικός υπηρεσίας
Το ξανάκουσε τρέμοντας αυτό

Ενώ το αστυνομικό τμήμα
Φαινόταν ακόμα πιο παράξενο

απ'

όσο

ήταν

Πραγματικά.
Δεν είχε κρατητήρια

Πόρτες δεν είχε και παράθυρα ούτε
Κανείς δεν έμπαινε μηδέ και έβγαινε

Δίπλα του κανένα άλλο κτίριο
Μόνον η έρημος

Απαρχής του κόσμου
Υπήρχε μόνον αυτό το κτίσμα

Με τους δυο άνδρες μέσα

σιωπηλούς

ως

επί το πλείστον


ΤΡΩΙΚΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Κατά κανόνα οι Τρώες ήταν νεκροί

Πηγαίναν εκδρομές, ερωτεύονταν,
Εργάζονταν, γελούσαν, έτρωγαν φαγητά,

Συνεπώς ήταν νεκροί

Κι ήταν αλήθεια πως κατά
Τις βαριές τρωικές νύχτες

Οι Τρώες πεθαίναν κατά κοπάδια
Με την αγωνία στα πρόσωπα

Σε θαλάμους νοσοκομείων
Επικαλούμενοι συνήθως

κάποιον

έκπτωτο

θεό

Οι εκλογικεύσεις περί αυτής της

ανωμαλίας

Δεν ήτανε καθόλου σπάνιες



Η ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ

Είναι αλήθεια πως οι Τρώες
Βασανίζονταν από ιδέες έμμονες

όπως

Ότι θα μπορούσαν την αθανασία να
Κερδίσουν μέσω της λογοτεχνίας και

παρομοίων

τέτοιων

δραστηριοτήτων

Ψύχραιμος τότε σηκώθηκε ο Οδυσσεύς
Και έγραψε στον μαυροπίνακα της τάξης:

3.000.000

Τι 'ναι αυτό, του φώναξαν με ανησυχία τρομώδη
Οι υπέργηροι Τρώες από τα μαθητικά θρανία,

"έτη"

Τους απάντησε αδίστακτα

Σαλος στην αίθουσα και πόνος
Η πρώτη παραφροσύνη εισήχθη τότε

στην ανθρωπότητα


(Οι Τρώες)

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ (5)


Η θλίψη σου καμιά φορά
μετά από μια μέρα όμορφη
μια Κυριακή χειμωνιάτικης αιθρίας
όταν επιστρέφεις απόγευμα στο σπίτι
κι είναι το φως τόσο στενό στο υπνοδωμάτιο
Η θλίψη αυτή πάντα παρούσα στο μέρος εκείνο της καρδιάς
το απαρηγόρητο
ακόμα και μέσα στην αγάπη
όπως σήμερα
δροσιά στα φύλλα
ημερωμένα τα κορμιά κάτω απ' τον ήλιο
και πέρα η θάλασσα με τα καράβια
παντού πλατιά και άβατη ομορφιά
μα η ψυχή πόσο παράξ
νιώθεις ν' αμύνεται σιγά σιγά
να σοβαρεύει
Γυρνάς στην πόρτα το κλειδί
και μέσα η άπνοια της σιωπής
όπως την άφησες
καθησυχαστική στην οικειότητα
το νυχτικό στο κρεβάτι
τα πλυμένα ποτήρια
φωτογραφίες επετείων
να συντάσσουν νωθρά το παρελθόν σου
Είναι η ώρα που το σκοτάδι ριζώνει στο τζάμι
και η πόλη συμπαγής στο παράθυρο
ακινητεί σε πλήρες μέταλλο
Είναι η ώρα που νιώθεις αναίτια να πάσχεις
πάσχεις για νόημα ξαφνικά
μέσα σε τούτο το βουβό ξεθυμασμένο κίνδυνο της νύχτας
που επιμένει
κι όλα τα κάνει πάλι αβέβαια
και σένα ξένη
ξένη και μάταιη πολύ
σαν τη ζωή σου

                            
                                      *

Χρόνια πολλά σκυμμένος μέσα σου
έκανες λάσπη το νερό και το σκοτάδι πόσιμο
Αδιάφορος πάνω ο ουρανός
διαλέγει απόσταση
κι εσύ όπως κι εγώ μες στον πηλό
ψάχνεις το σχήμα σου σε δυο σταγόνες ύπνου
Ψάχνεις μες στον καθρέφτη για πνιγμένους φίλους
ή έστω πρωινή δροσιά
να στάξει στρογγυλό νερό στα χέρια
να νίψεις το πρόσωπο
από το ιδρωμένο ράγισμα της φλέβας στους κροτάφους
να απαλύνεις το φως
πριν φτάσει στα μάτια
οξύ
τεθλασμένο
ν' ακονίσει το φόβο σου

 (Αθώα τη νύχτα)


Ο καπνός γεμίζει το στήθος μου
κι εκπνέει
επίμονη σκέψη
αποταμιευμένη σε κίτρινο νύχι
ανεβαίνει αργά στο ταβάνι
ύλη ενός χρόνου τοξικού
έρπει παντού στο δωμάτιο
αμβλύς
σαν τύψη που ξεθύμανε πια
Κρατώ στα δάχτυλά μου το τσιγάρο
παράγω μια θαλπωρή δέκα λεπτών
μέχρι τη στάχτη
Στα ρούχα στα μαλλιά
η τέφρα ενός πυροτεχνήματος
που επιχειρεί
ίσως κάποια συμφιλίωση
Μετρώ τ' αποτσίγαρα στο τασάκι
αποσιωπήσεις μιας ακόμα απόπειρας
να βραδύνω το μέλλον
Καπνίζω όπως πατάς τη σκανδάλη
ελπίζοντας πως αν όχι σ' αυτό
τότε στο επόμενο τσιγάρο
θα σημαδέψω μια ολόκληρη λύπη
βαθιά στον πνεύμονα
και δε θ' αστοχήσω


ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Επιτέλους έφτασες στην αποτυχία
Τώρα μπορείς να αφεθείς
στην ευκολία της ήττας σου
Και τι αδέξιοι χειρισμοί
και πόση νοθευμένη συγκυρία χρειάστηκαν
για να σκηνοθετήσεις στην εντέλεια
την πτώση σου
'Εμαθες πια την υπέρτατη θλίψη της απιστίας
κανένα πείσμα πλέον ή αφέλεια
για να σε παραδώσουν στην ελπίδα
Μένεις μακάρια αδρανής
ταγμένος στην αδιαφορία
Ξοδεύεις το στήθος σου σε λάθος άρνηση
ζητώντας μόνο να ξεφύγεις
απ' όλα εκείνα που ζητούν
να σε τοποθετήσουν στη ζωή σου
να μη χρειαστεί να συντάξεις και πάλι το νόημα
να μην κληθείς
να αρθρώσεις ξανά την αγάπη

                                       *

Αποτύχαμε και πάλι απόψε
όλη η παλιά παρέα μαζεμένη
επαναλάβαμε την τρέχουσα κοινοτοπία
της επιβίωσης
σχέδια αποπερατώσεως του μέλλοντος
συμβάντα βίου
Μα σα να μην ήμαστε ακριβώς εμείς
σαν να μην ήμαστε ακριβώς μαζί
παρ' όλη την κατακτημένη οικειότητα
που γίνεται κι αυτή με τον καιρό
ένας ακόμα τρόπος να μη βλέπεις τον άλλο
Βάζεις μπροστά τα τεχνάσματα της συννενόησης
για να μην καταλάβουν
τον εντελώς καινούργιο τρόπο που πονάς
Γύρω μας εκκρεμούσε μια μεγάλη εκμυστήρευση
που δεν την κάναμε
όχι από ντροπή μα από απλή συγκατάθεση
σε όλα όσα ποτέ δε συμβαίνουν
Μείναμε ωστόσο επίκαιροι
ευφραδείς
αποφεύγοντας να μπούμε στο θέμα
άλλωστε το θέμα είχε διαρρεύσει εκτός μας
διαπαντός
Φύγαμε στο τέλος μόνοι ο καθένας
κάπως σαν θυμωμένοι ή μνησίκακοι
κι ας είναι οι άνθρωποι αυτοί
οι πιο καλοί μας φίλοι
δεν θα τους συγχωρέσουμε εύκολα
που δεν μας περιέχει η αλλαγή τους
δεν θα παραδεχτούμε πρώτοι εμείς
ότι γυρίζουμε στο σπίτι
με ανακούφιση
που διεκπεραιώσαμε κι απόψε
την αγάπη

(Ανίδεοι πάλι)

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

ΕΙΡΗΝΗ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ -ανέκδοτα ποιήματα


                              Η αρχή μου

Ήταν ήσυχα όσο και μέσα. ο κόσμος παρέμενε αόρατος και άχρονος.

ώσπου τους είδα και το κατάλαβα: είχα γεννηθεί.
τα κεφάλια τους έσμιγαν από πάνω μου και είδα πρώτη φορά το σπίτι.
το ταβάνι είχε μια καταπακτή. εκείνοι με κοιτούσαν σα να ήμουν η πρώτη τηλεόραση.
τότε είδα πρώτη φορά την αγάπη. πύκνωνε αθόρυβα στο σημείο που συναντιούνταν δύο ειδών μπούκλες.
έσταξε πάνω στα μάτια μου. θόλωσε την όραση και με κοίμισε.

τα όνειρα του ύπνου των βρεφών είναι μπλε και συμβαίνουν στο νερό.
το σώμα τους εκεί είναι εύκρατο, μόνο και απρόσβλητο.
τίποτα δεν προοικονομεί τη συντριβή που έρχεται.


                                       Οδηγίες

αν πηγαίνουμε ο δρόμος περνά από τα χείλη μου εκεί περιμένουν τα ενδεχόμενα
έχεις δάχτυλα μπορείς να χαϊδέψεις να φιμώσεις να τρυπώσεις έχεις αυτιά ν' αφουγκραστείς να ριγήσεις
μάτια να πιστέψεις έχεις βλέφαρα μπορείς ν' αφανίσεις
έχεις βέβαια και στόμα μα μην αναστενάξεις προς θεού μην ξεφυσήξεις μίλησε φίλησε σώπαινε



                                      *

Τα περίμενα τα ρόδια. Τα ήθελα.
Όταν βγήκαν στη λαϊκή ετοιμάστηκα με λαχτάρα και ανηφόρισα προσεκτική.

Τα ρόδια ξέρουν να με εξαπατούν. Η επιτυχία τους οφείλεται στη συντομία της εμφάνισής τους και στην εμφάνισή τους καθαυτή. Πανέμορφα και φευγαλέα, μου λείπουν ήδη πριν καν περάσει η εποχή τους. Και μετά όταν φεύγουν...πώς να το πω, είναι που δεν έχω καταφέρει ακόμα να ταιριάξω την απαντοχή με την επιφύλαξη. Μόλις πέρσι είχαμε το τελευταίο περιστατικό. Είχα πάρει κι εκείνο το πολύ χρωματιστό παλτό, κι όσα κι αν έσπαγα, όσο κι αν σκουπιζόμουν αδέξια πάνω του,το αίμα των ροδιών δε φαινόταν, μόνο τα μάτια άστραφταν και τα χείλη ζητούσαν κι εγώ νόμισα. Πολλά νόμισα και τον τάισα τα ρόδια στο στόμα στη μέση της πλατείας, μας έβλεπαν τα περιστέρια και οι άνθρωποι και τρόμαζαν.

Φέτος μόλις τα είδα πισωπάτησα. Δεν είχαν τιμή,. Προχώρησα χωρίς να τους ρίξω δεύτερο βλέμμα. Λίγο παραπάνω τα συνάντησα ξανά, ωραιότατα, άλλα πιο κίτρινα, άλλα πιο ροζ, με κοτσάνι ή χωρίς, μικρά και λίγο πιο μεγάλα, με ρυτίδες, με κρατήρες, λεία, σκληρά ή αβρότερα. Ε, τα χάιδεψα. Κι όπως άρχισα να τα διαλέγω άκουσα ψιθύρους και διέγνωσα ανησυχία. Ρωτούσαν: του αρέσουμε του νέου σου αγαπημένου; Ωχ ρε ρόδια, πού να ξέρω, απάντησα εγώ και βιάστηκα να τα φιμώσω στη σακούλα.

Κι ενώ συνήθως στόλιζα το σπίτι με τα ρόδια μου, μια τριάδα στο τραπέζι, σειρές στα ράφια των βιβλιοθηκών, φέτος τα χώρισα το ένα απ' τ' άλλο και τα 'κρυψα σε συρτάρια και σκοτεινά σημεία της κουζίνας. Να μην πιάνουν ψιλή κουβέντα για τους νέους, μικρούς μου πόνους, να μην τα βλέπω και θυμάμαι τους παλιούς. Τα σπάω φορώντας ωτασπίδες, τα καθαρίζω άγαρμπα και τα τρώω βιαστικά με μεγάλο κουτάλι. Στεναχωριέμαι μετά, γιατί δεν είναι σωστό να σπαταλάς έτσι τη μουσική που εκλύει ένα ρόδι όταν καθαρίζεται κι ούτε είναι εντάξει να χάνεις τα μυστικά που σου λένε τα σποράκια όταν τα βάζεις στο στόμα σου ένα ένα.

Κάθε που έρχεται η εποχή των ροδιών, το κατάλαβα επιτέλους, αναστοχάζομαι πώς αγαπήθηκα τη χρονιά που πέρασε και φέρομαι στα ρόδια μου αναλόγως.


                                       
                                               Σονέτο για μένα

Κουράστηκα πολύ να περιμένω
για την ενηλικίωση της λύπης.
Σαν έφηβο μωρό και πεισμωμένο
να πίνω τα στυφά μητέρας κρύπτης.

Δε θέλω για τους άλλους να μιλήσω.
Πρώτα τον εαυτό να επινοήσω
ταυτότητα να βρω και να στεγάσω
τ' ανέστιο εγώ, μήπως ξεχάσω

τους παιδικούς μου πόνους και τα πάθη
των μεγάλων τα λάθη και τη στάχτη
που τη ζωή μου σκέπασε με βάρος

τόσο που δε μπορώ να τη σηκώσω.
Είναι καιρός λοιπόν να μεγαλώσω.
Ένα σονέτο γράφω, να βρω θάρρος.


                                   
                                                   Κανόνας

Άκου, δε θέλω πια. Τα μαχαίρια δεν είναι για ν' ακονίζουν τον πόνο σου, να τον μπήγεις εκεί που σου φαίνομαι τρυφερότερη. Δες, κανένα ψαλίδι. Με τα δάχτυλα σχίζω τη δροσιά των φύλλων μου.


                                       

ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΡΕΚΛΙΔΗΣ -ανέκδοτα ποιήματα


             Ροδογύνη

Ω, πώς αγάπησες τον κερασφόρο
   στο ταπεινό, το ειρωνικό νησί
σώπασες μπρος στον αγγελιοφόρο
   αφού μονάχα η νύχτα δε μισεί.

Ω Ροδογύνη, μ' αίμα μαυροφόρο,
    θύμιζε η αγάπη περισσή
το κέρατο χρυσό και ανθοφόρο,
     εσταύρωσε ακέραιο το νησί.

Ωσάν περνά κανείς απ' τη γαλήνη
     αναπαυμένος μες στη σιγουριά
σφιχτά το έλεος, δεν το αφήνει
      κι ούτε στοχάζεται την πονηριά.

Ω Ροδογύνη, ανάσαινε βαριά,
      το κριάρι στα μάτια σου κλίνει.



   Μια μπαλάντα για όσους είναι μόνοι

Όσοι ένα θαύμα περιμένουν
θαμπώνουν κάπως λυπηρά
τάχα την έλλειψη μαθαίνουν
από τη δύσκολη πλευρά.
Βλέπουν τους άλλους πνιγηρά
και λίγο χάδι τους ζητούνε.
Ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Μονο τα χαίρε τους ζεσταίνουν
αρκεί να είναι σιωπηρά
μες στη θαμπάδα ομορφαίνουν
τα χείλη που  'ναι πορφυρά.
Τα βήματά τους τολμηρά
ακόμη κι αν δεν προσπαθούνε.
Ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Κι όμως ποτέ τους δε μικραίνουν
μένουν ακέραιοι στα σκληρά,
όσο κι αν πάντοτε πηγαίνουν
προς την αντίθετη μεριά.
Τις νύχτες ανάβουνε κεριά
και βάζουνε Σοπέν ν' ακούνε
ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Και μόνο μια -τάχα- μαχαιριά
μες στην καρδιά αναζητούνε,
ω, πώς τρεμοπαίζουν τα κεριά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.








Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

ΤΗΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ


                                                                                               " Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές,
                                                                                                  κάποτε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου
                                                                                                  κάποτε στην αγκαλιά ενός ξένου
                                                                                                  κάποτε μόνη της, γυμνή" 
                                                                                                   (Γ. Σεφέρης)



Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές.

Πότε το βλέμμα χαμηλώνοντας σ' ότι μεγάλωνε
κι έπαιρνε διαμιάς σχήμα κλειστό κι ο ήλιος
φέγγοντας σ' ό,τι παρηγορούσε το σκοτάδι,
πότε στα δάχτυλα που συγκρατούσαν τόση
ένταση, βουβά περιφραγμένη στο λαιμό, σαν
κύκνειο ερωτηματικό, σ' αβέβαια χέρια τρέμοντας
με την κρυφή ελπίδα του πνιγμού, νύχτα ακόμα
μια φορά συνάντησέ με.

Κι ό,τι πιο πριν και εξηγήσεις που εκκρεμούν
κι άναρθρα λόγια,
και να οι μνήμες στις αρθρώσεις τρίζουν λέγοντας
ανοίγοντας τον ήχο τις κλωστές τους λύνοντας μόνο
τριγμούς στα δάχτυλα κρατώντας.

Την είδα να πεθαίνει, πιανόταν
από κείνο το χαμόγελο και έπεφτε
αποβραδίς και σύννεφο χαράσσοντας
τα μάγουλά της
και την αγνάντευαν καθώς περίμενε
και μάντευαν το θάνατο που προμηνούσε
καθώς τα μάτια, οι παλμοί, καθώς τα
                              χέρια γύριζαν
απ' την αρχή να συγκρατήσουν
λαιμό, ερωτηματικό και την πυκνή
                            πυκνή ερημιά μου.

Την είδα να πεθαίνει σε σημειωματάρια
πάνω σε αιχμηρές υπογραμμίσεις
για την ώρα, τη μέρα και τον τόπο
μέσα σε κύκλους υπενθύμισης που
σφράγιζαν τον ορισμένο τρόπο
-έναν μονάχα τρόπο-
με τόξα σημαδεύοντας το πιο αδύναμο
κι αδύνατο να γίνει, απ' τις ευθείες
γραμμές που ξάπλωνε το ταραχώδες λεκτικό
φορτίο της, ασήκωτο μέρα τη μέρα.

Και νύχτα φρόντιζε να την ξεχνούν και να μην έχει πρόσωπο
και νύχτα να τη ραίνουν με φωνές αγαπημένες
νύχτα φερτή, δετή, πάνω σε κλίμακα
αριθμημένη από το ένα και γυρνώντας
                      στο μηδέν πάλι και πάλι.

Και να, χλωμή ξανά απ' το πρώτο άγγιγμα
και να, νεκρή ξανά, απ' το πρώτο φίλημα.