Πρότυπα

ΠΡΟΤΥΠΑ

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ (5)


                          Η απορία που μένει, τι είναι έρωτας

     Μ' όσα παιδιά ερχόντανε και παίζαμε μπροστά στα κάγκελα του κήπου τέτοιο παιχνίδι κάναμε, πηδώντας στο σκαλάκι το ένα πόδι ανέβαζες με τ' άλλο κατεβαίνοντας ευθύς στο παρακάτω
     Ύστερα συνεχίζαμε στο δρόμο τις τρεχάλες και πότε φεύγαμε πιο κει μακριά απ' το παιχνίδι και τα κρυφά που έχουνε να πούνε δυο κορίτσια κοντά κοντά τα λέγαμε κι από το ένα αρχίζοντας περισσότερα μας έφερνε ο νους μας
    Όταν η μητέρα μου έφτασε στην ηλικία εκείνη που το δέρμα της χωριστά ζούσε ρίγη κι άλλαζε κάθε μέρα-
    Τότε ήταν πιο συγκινητική να τη βλέπεις μόλις ωραία
    Τότε είναι πιο συγκινητικά και τα τριαντάφυλλα που ο Μάιος τους κήπους γεμίζει-
    Ο πατέρας μου περισσότερο δεν μπορούσε πια ν' αγαπήσει κι έτσι άρχισε να υποφέρει


                  Το τριαντάφυλλο

          Ένα  μόνο τριαντάφυλλο
          Στολίζει όλο το σπίτι
          Και το τριαντάφυλλο αυτό
          Το έκοχε εκείνη


                                   Ο Κένταυρος
                                                        (απ' τους μύθους του αδελφού μου)


    Είχα κι έναν αδελφό ήτανε μεγάλος, όταν ήτανε μικρός είχε πέντε δαχτυλάκια στο ένα πόδι και στο άλλο, τώρα σ' άλογο μου μοιάζει και στα δυο παπουτσωμένος, στρογγυλό το πάτημά του. Κι απ' την άκρη το χορτάρι που τελειώνει μας κοιτάζει.
    Όπως τον αντίκρισα λίγο η πόρτα που έγειρε, θυμήθηκα το δάσος πριν, και τον πρόλαβα τριποδίζοντας που έφευγε για τους στάβλους, και ρώτησα τότε πίσω μου, - Είχε λοιπόν ένα σώμα αλλιώτικο από κείνον ο αδελφός μου;



                         ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ


    Το Μάτι του Πατέρα μου, το έγραψα πριν είκοσι χρόνια ακριβώς.

     Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι
     Η φίλη μου είχε ένα μονάχα μαστό

     Την Κυριακή που καθόντανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του και φώναζε τη μητέρα μου να διαλέξει
      Η μητέρα μου γελούσε
      Η μητέρα μου ήσυχα γέλασε τώρα φαντάζομαι, μετά είκοσι χρόνια, που ξέρω τη νοσταλγία του θηλασμού
     
       Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος
       'Επαιζε το ένα μάτι στη φούχτα του πριν το φορέσει κι έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι
        Βάζανε αρματωσιά
        Στη θέση του στήθους της η μητέρα μου έχει, από κείνο το μέρος του τόξου, την άσκημη ουλή
        Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω
        Τι σημασία είχα εγώ στη δικιά τους ζωή;

        Έριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου τάχα πως κρυώνω κι ήταν για να παραμονέψω
        Η σκιά που γυρνούσε από τότε στο σπίτι μας ήμουν εγώ

        Στο τέλος τον είδα μια μέρα να κλαίει.
        Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι
        Η μητέρα μου - να πω αλήθεια, στη θέση της βάζω τη φίλη μου - έχει άλλα να κλάψει πολλά.

                                                                                                         Για την αύξηση μίλησα
        που πρέπει να τη δεχτείς.


                                     Η ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΦΑΓΕΙΩΝ

       Σ' εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα το μέρος που έφτασα, χωρίς ν' ακούγεται τίποτα
       Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα στοιχειωμένα
       Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε την ώρα που
                                                               γίνονται λύκοι
      
       Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος να περάσει
       Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα
      
       Μα ακόμη πιο τρομερό
                                             κρύα ήτανε τρομερό
                                                                           - κίτρινα -
       Πώς να το πω;
       Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας
       Από το πτώμα που ήτανε
       Πετσιά ήτανε
                             που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας
       Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου
                                                  άσπρο αν ήτανε
                                                             - χλωμό ήτανε -
       Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε
   τη Συνοικία των Σφαγείων


                                            ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

      Την είπανε κι άλλοι, και γω τη δικιά τους πάλι τη γράφω, για δυο εραστές αδέσποτους και έναν σκύλο βάζω
      Το σκύλο που καθότανε μπροστά από το φεγγάρι

      Βάζω πρώτα το φεγγάρι
                                            Το φεγγάρι προχωρεί
                                            Σ' ουρανό βαθύ
      Το κορίτσι θα πεθάνει
      Το αγόρι δε με νοιάζει
                                            Μία λέξη ακόμη λείπει

          Δάκρυ για μένα που χάνομαι κι αγκαλιά ζεστή
    πια δεν θα με κρατήσει
                                       Για το σκύλο έχω γράψει;


(Γενεαλογία του κόσμου)

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ (8)


8. Τα έπιπλα ακίνητα περιμένουν τη σκόνη, περιμένουν το τυχαίο άγγιγμα. Πολλές φορές γνωρίζουν τις κινήσεις, ακόμα και τις διαθέσεις σου. Αναπνέουν αθόρυβα όπως τα φύλλα. Στο σκοτάδι μετακινούνται σε άλλους παράλληλους. Συνήθως είναι κατοικίδια ζώα. Σπάνια τρελαίνονται και πέφτουν από τα παράθυρα.


15. Το τραγούδι ξετυλίγεται τριχιά για το λαιμό του κρεμασμένου. Και ο κρεμασμένος μπορεί την τελευταία στιγμή να γλυτώσει. Εσύ όμως που λες το τραγούδι είναι βέβαιο ότι θα πεθάνεις, με ένα τσιγάρο στο στόμα -χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο σου- μιλώντας ακατάπαυστα για καθημερινές βλακείες, για πολιτική οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις άπνους με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ στον αέρα και το αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι. Η φωνή σου δεν θα απειλεί κανέναν πιά και η τελευταία σου λέξη θα 'ναι μια πέτρα μπηγμένη στο χώμα.


25. Αρτεσιανά νερά τα σκοτάδια που πίνω και βγαίνουν οι λέξεις μικρά τυφλά σκυλιά. Ανυπεράσπιστα ζεστά κουτάβια, άσπρα και μαύρα. Όσα γλυτώσουν το πέταγμα στο οικόπεδο, μεγαλώνουν σε λίγες ώρες, γίνονται κάτι λυκόσκυλα μέχρι εκεί πάνω. Πεινασμένα και διψασμένα δεν γνωρίζουν κανένα. Έτσι λοιπόν περιμένουμε να. περάσει το καλοκαίρι και να 'ρθει ο Οκτώβριος. Αν μπορέσω να κρατήσω ζωντανές μέχρι τότε τις λέξεις "ναυαγοσώστης", "τα δυό μου μάτια" και "χλωρά τα μαλλιά σου", σώθηκα. Και δεν θα γυρνάω στις ερημιές μ' αυτό το σκυλολόι παραμιλώντας.


45. Προγραμματισμένες όλες οι κινήσεις. Το χάδι, το μαχαίρι, ο στραγγαλισμός, το παγωμένο βλέμμα. Κυρίως όμως οι λεγόμενες πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες. Οργανωμένες όπως εκείνα τα ηλίθια τοπία στην εξοχή, με τα μικρά άσπρα σπιτάκια, τον ανεμόμυλο, τη θάλασσα, τον ήλιο να δύει και τον αγρότη με το γάιδαρο φορτωμένο οπώρας. Οπώρας λοιπόν, αλλά οι λύκοι ξεθάρρεψαν και κατεβαίνουν καλοκαιριάτικα μέσα στα σπίτια. Το δωμάτιο γεμάτο λύκους. Είναι γύρω στους σαράντα πέντε -αν μετράω καλά- . Βρωμάνε, γρυλίζουν. Τώρα λένε ανέκδοτα και γελάνε. Τραβάω ενός τη μάσκα και είναι πιο λύκος από μέσα. Και δεν θέλουν οπώρας, αλλά κρέας.





(Φωτοτυπίες)


                   Το κρυφτό


-Όλο τρέχω πίσω από κηδείες αγνώστων -
Ανοίγω τα συρτάρια μου και βρίσκω ουρανό.
Ψάχνω για τις κάλτσες μου και βρίσκω
παλιές φωτογραφίες.

Χώμα σκεπάζει τους λάκκους. Είναι συνέχεια
χειμώνας. Υπάρχει σκηνοθεσία βροχής.
Βαμμένος γκρίζος ο χάρτινος ορίζοντας.
Με μαχαίρια σκίζουν το χαρτί -έτσι είναι οι αστραπές-
αλλά δεν βρέχει. Μετά γίνομαι παιδάκι.
Είμαι κρυμμένος μέσα στη ντουλάπα -από τότε
με έχει φάει το σκοτάδι-



            Οτιδήποτε μπορεί να είναι φεγγάρι


Πατάω ασβέστη και αφήνω
λευκά αποτυπώματα.
(Ένας άγγελος με επιτηρεί
με κλειστά μάτια).
Ρυτίδες έχω και ένα σημάδι έχω
από σπαθιά ιππέα. Πεζός, πεζότατος
ήμουνα στη μάχη.
Κοιτάζω το καμένο τοπίο.
Τη συννεφιά, τους ξένους.
Μάλλον μυρίζω τα χρώματα
και τα σχήματα. Γιατι εκείνη
η σπαθιά μου έχει σχεδόν καταστρέψει
την όραση. Όλα μου φαίνονται φεγγάρια
και οι πέτρες πανσέληνοι.



                  Δέντρο στην άκρη

Μαγκωμένο μεταξύ πέτρας και κενού,
έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του
με τον κόσμο. Τώρα μηλιά είναι;
Ελιά είναι; Άνθρωπος είναι; Δεν ξέρω.
Τρέφεται με ξερό αέρα και λίγη πλάγια βροχή
όταν έχει αυτή την κλίση. Βλέπει τις ίδιες
εικόνες μια ζωή, τις ανακατεύει και τραβάει
στην τύχη. Τα γεγονότα, ο πολιτισμός, ξεράνανε
το φλοιό του, αλλά μέσα τρέχουν οι χυμοί
ποτάμι. (Τις νύχτες βγάζει καρπούς από ασβέστη,
που το πρωί σβήνουν.) Πίστευε ότι θα πετούσε.
Στη χειρότερη περίπτωση, αν έπεφτε στο γκρεμό,
κάτι θα έμενε, θα ξαναφύτρωνε.


                  Η μουσική των τίτλων

Τα φυτά ακολουθούν την ομιλία
των ανθρώπων, έτσι δημιουργούνται:
τα δάση, τα πουλιά, τα φωνήεντα (το φ
έχει φτερά). Σε έρημους τόπους κάθονται
οι λέξεις, περιμένουν να πρασινίσει το μάτι
και η αναπνοή των κατοίκων.
Το φ θα φέρει το φθινόπωρο
και οι τίτλοι θα κρύβονται στο πουκάμισό του.
Φου και φου θα φυσάμε τη φωτιά στο τζάκι
να δυναμώσει και μέσα από κλειδαρότρυπα
θα κοιτάμε τον εαυτό μας να κλαίει.


(Δωρεάν σκοτάδι)

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ανάγλυφη


1.
Γυρνούσε, από το τετράγωνο κοιτώντας και πίσω, από το τετράγωνο τζάμι που έμοιαζε με την ανάμνηση, έτσι όπως στριμώχνονταν μέσα του οι εικόνες. Γυρνούσε στρέφοντας το κεφάλι στο πλάι και πίσω και τα τετράγωνα πύκνωναν μες στο κεφάλι της και σταματούσαν τη σκέψη. Έφεγγαν από πρόσωπα κι από μορφές κι από τοπία. Και περίμεναν ακίνητα και στοιχισμένα, σαν παράθυρα πολυκατοικίας. Και είπε τώρα θα σβήσω τα φώτα και άρχισε να κλείνει έναν -έναν τους διακόπτες, αλλά οι γραμμές δεν την άφηναν γιατί οι γραμμές ήταν καλά σχεδιασμένες. Οι γραμμές γίνονταν αντιληπτές μόνο με την αφή και το χέρι της έτρεμε καθώς τις ένιωθε ευθείες και παράλληλες. Και πήρε το σφουγγάρι να σβήσει αυτές τις γραμμές αλλά εκείνο απλώς καθάριζε τις γραμμές. Και άρχισε να μην την απασχολεί πια το περιεχόμενο των τετράγωνων επιφανειών που ας πούμε ότι έμοιαζαν με παράθυρα, αλλά το μόνο που την απασχολούσε ήταν η συνεχής εξάπλωση των γραμμών που κατανεμημένες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο καταλάμβαναν όλο και περισσότερο χώρο μές στο κεφάλι της.

2.
Ήταν άγαλμα. Σε ένα γυάλινο πλέγμα ένιωθε χέρια γνώριμα να ταράσσουν τους σφυγμούς της. Ήταν άγαλμα και γυρνούσε κοντά τους, σε ένα άκαμπτο σπίτι, ο πατέρας, η μητέρα και κάποιος άντρας, νέος, αδελφός μάλλον. Γερός και σωματώδης, με ευκίνητα χέρια. Όταν του σέρβιρε το μεσημεριανό εκείνος συνήθιζε να σφίγγει τα δάχτυλά της πάνω στο πιάτο γυρεύοντας να διαπιστώσει την ευθραυστότητα. Ακουγόταν το κρακ κρακ των μικρών οστών που περιβάλλονταν από ζωντανό δέρμα. Εύθραυστο δέρμα πορσελάνης κι αυτό ραγισμένο. Ο πόνος πίεζε τις χορδές του εγκεφάλου κι εκείνες πάλλονταν μες στην ησυχία. Φωνή δεν ακουγόταν πουθενά.

3.
Ήταν ζωντανή παραδόξως, αφού πονούσε κι αφού έβλεπε καθαρά τον εαυτό της να βαδίζει στη δοσμένη κατεύθυνση. Έβλεπε τον εαυτό της να περπατά στα τετράγωνα πεζοδρόμια, ν' ανεβοκατεβαίνει αμέτρητα σκαλοπάτια. Περνούσε όμως πάντοτε απ' το ίδιο σημείο, ήταν αναγκασμένη να περνά από κει. Μάλλον ήταν αυτή η κατεύθυνση του σπιτιού της, μάλλον ήταν το σπίτι της που την ανάγκαζε να επιστρέφει ξανά και ξανά. Ήξερε ότι στο τέρμα της σκάλας θ' αντίκριζε τον ίδιο σωματότυπο του άντρα που ήταν βέβαιη πως ήταν ο αδελφός της, την περίμενε εκεί μαζί με το φόβο κι όσο η σκάλα τελείωνε τόσο αυτός ξεκινούσε. Πριν φτάσει κοντά του ήδη η μνήμη γυρνούσε, ήδη συνέθλιβε το μυαλό της, το χέρι που έσφιγγε, η υποχρεωτική ακινησία. Ήδη άκουγε το θόρυβο από τα κόκαλα, ήδη τα κόκαλα ράγιζαν λίγα σκαλοπάτια πιο κάτω.

4.
Ήταν ακίνητη και ήταν μουδιασμένη. Κάθε φορά έτεινε το χέρι του προς χειραψία και το χαμόγελο διαγραφόταν σαν μια ρωγμή στο μυαλό της. Μια αθάνατη ρωγμή προς τους γκρίζους κροτάφους εκείνο πρόδιδε τα συντριμμένα της μέλη. Ταυτόχρονα ρίζωνε στην πέτρα στο τσιμέντο στην άσφαλτο και άκουγε μόνο τους ήχους να της απαντάνε. Ρίζωνε σε πατώματα, ρίζωνε στα τετράγωνα πλακάκια. Ακίνητη και μουδιασμένη έπλαθε τα χέρια της εξαρχής από λάσπη και χώμα, ρίζωνε, ρίζωνε.



Έλα εδώ, της είπα, έλα εδώ κοντά σ΄αυτή τη γωνιά, κοντά μου.Τι γυρεύεις, της είπα, τι γυρεύεις πάνω στα κρύα πλακάκια, σ΄αυτές τις ανεξήγητες τροχιές που σε βάθος ορίζοντα ίδιες. Στατικό πλαίσιο, γνωστή, μακρινή χώρα. Αυτές οι γραμμές προέκτασή σου. Νομοτελειακά πάντα. Σ΄αυτό το ίδιο χώρισμα πάντα. Απ΄την αρχή ξεκινώντας, διαγράφοντας μια τροχιά που νομίζεις δικιά σου, επιστρέφοντας στα γνώριμα μέρη, σε βάθος ορίζοντα πλάτος ίδιο. Έλα εδώ, στη μικρή γωνιά, στο φιλόξενο σχήμα του αγκώνα. Ένα σοφό πλαίσιο, μια κρύπτη για το λάφυρο της ζωής σου. Ζωντανή έλα. Κρύψου. Σε βάθος ορίζοντα παντού το ίδιο.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Έλενα Πολυγένη







                                                  Το φεγγάρι των τρελών


                              Η Λευκή Κυρία
                                            είναι λυπημένη.
                              Η αυγή σφραγίζει τα νεύρα των δακτύλων της
                              μ' έναν αδυσώπητο ήλιο.
                              Τα μάτια της κραυγάζουν σιωπηλά
                               χτυπώντας στον απέναντι τοίχο.
                               Κανείς δεν ήρθε. Κανείς δε θα 'ρθει.
                               Κι ας πλανάται μακριά η σκέψη της
                               στις κοκάλινες ράχες των άστρων.

                               Η Λευκή Κυρία βγαίνει γυμνή από το
                                                                           μπάνιο.
                               Το σώμα της υγρό, κλαίει μπροστά
                                                                           στον καθρέφτη.




Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ (5)


                                Η πιο βαθιά ώρα της Νύχτας

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα,
αραιές νυσταγμένες λάμπες

Μέσα εκεί
στην πιο βαθιά ώρα της Νύχτας
στους ίδιους
μα πάντα άγνωστους δρόμους
σηκώθηκε το πεπρωμένο σου, ίσκιος βαρύς

Ίσκιος που βαθαίνει
σ' απόσταση ανάμεσά μας

Ένας σηματοδότης αναβοσβήνει
πράσινο φως, φαίνεται πολύ κοντά σου
σ' αγγίζει

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα
αραιές νυσταγμένες λάμπες


                             Κασσάνδρας

Χάθηκα και πάλι μέσα σε στενά
της γειτονιάς που μετακόμισε η αδελφή μου.

Τόσο μικρή απόσταση και να χάνομαι
στ' αυλάκια του μυαλού. είναι τα λόγια
που θέλω να πω μα με τα χρόνια μείνανε
στριμμενες μέσα ρίζες.

Πώς να μιλήσω;
Ακουμπώ το ποτήρι στο τραπέζι
το κοιτώ και με κοιτά αλλήθωρο,
είναι τα λόγια που κάθονται κι επίμονα
στα χείλη μέσα κρύβουμε.

Χάθηκα και πάλι στα στενά.
δεν ξέρω γιατί χάνομαι ούτε γιατί δεν μπορώ
να καθίσω για πολύ στον καναπέ.


                               Θερινό σινεμά

Το θερινό σινεμά κρεμόταν σιωπηλά λευκό
όπως τότε που 'σβηνε χαρούμενο τέλος.
Χορτάριασε το χαλίκι, άπλωσε αθόρυβα
στα πόδια την ξερή πρασιά του,
ξερολίθια. τότε περπατούσαν πάνω τους ποντίκια.

Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
τότε φεύγαμε γεμάτοι εικόνες
σε θολό δεμένες φόντο.
Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
όλα κλείδωσαν όταν ήρθε η ώρα τους.
Έφραξαν το στήθος έγνοιες και πνίξανε όνειρα.
Εκδίκηση ψιθύρισα εκδίκηση.

Τα όνειρα ξεσκαλίζονται
σηκώνονται βλαστοί στον τοίχο.


                        Ένα έπιπλο

Σιγά σιγά σβήνει το φως στα μέσα σπίτια.
Δεν έχουμε τίποτα πραγματικό να πούμε.
Μιλάμε λες κι ανοίγουμε ντουλάπια.

Ένα έπιπλο γίνεται με τα χρόνια ο άνθρωπος
που αντιστέκεται μ' όλα του τα ξεσκλίδια.
Και ούτε λόγος να βρεθεί.-
μέχρι το έπιπλο να σπάσει
και να σωρεύονται σωροί σανίδια για σκουπίδια.

Το σώμα που χάσαμε είναι η αφήγηση,
είναι η άρνηση να ρέουν γεγονότα
δίχως σημασία.


                         Ένας μίσχος

Ένας μίσχος απλώνεται η φλέβα στο προφίλ σου.

Ακούμπαγες ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές
λιώσανε τα χνάρια, μείναν πίσω οι δοκιμές,
τέλειωσε η βεβαιότητα να γυρίσεις σ' ό,τι
ήσουν κάποτε. Μόνο άσπρο φως υπάρχει εδώ.
θεσπίζει το ψύχος τη σιωπή, ψάχνει το αίμα
μες στον αυχένα διαφυγή.

Μαράθηκε το δέρμα σου,
ένα μικρό ποτάμι
 κι έναν καθρέφτη μου ζήτησες να φέρω.


(Μια ανάσα δρόμο)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ (4)


ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΟΥ GEORG TRAKL ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Τροίας
Οι άνθρωποι διαβάζαν ιστορία

Κυρίως

Τόση πολλή ιστορία
Απελπιστική η έκτασή της

Απ' το Βυζάντιο έως πιο πρόσφατα, Μυκήναι

Όταν κατέφτασε ο Πάτροκλος
Κατευθύνθηκε προς τον τομέα της ποίησης,

Αφήστε με, είπε, ν' αποφυλακίσω τον νεαρό ποιητή

Georg Trakl

Απ' τις σελίδες όπου βρίσκεται
Και σε αντάλλαγμα προτίθεμαι

Να σας δώσω

Τ' αυτοκίνητό μου και αυτόγραφα,

Όχι όχι, είπε η Τρωαδίτισσα υπάλληλος,
Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον!

Κατέληξε

Ένα φως απόκοσμο στην οδοντοστοιχία της
Καθώς χαμογελούσε στον έντρομο Πάτροκλο,

Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον


Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Τελικώς, σε τι συνίστατο
Ο Δούρειος Ίππος,

Ρώτησε ο Τρώας αξιωματικός υπηρεσίας
Τον κρατούμενο Οδυσσέα,

Ακριβώς στο ότι πίστεψαν
Πως έγραφα αλληγορίες

Ενώ δεν έλεγα τίποτε άλλο
Από την καθαρή πραγματικότητα

Ο αξιωματικός υπηρεσίας
Το ξανάκουσε τρέμοντας αυτό

Ενώ το αστυνομικό τμήμα
Φαινόταν ακόμα πιο παράξενο

απ'

όσο

ήταν

Πραγματικά.
Δεν είχε κρατητήρια

Πόρτες δεν είχε και παράθυρα ούτε
Κανείς δεν έμπαινε μηδέ και έβγαινε

Δίπλα του κανένα άλλο κτίριο
Μόνον η έρημος

Απαρχής του κόσμου
Υπήρχε μόνον αυτό το κτίσμα

Με τους δυο άνδρες μέσα

σιωπηλούς

ως

επί το πλείστον


ΤΡΩΙΚΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Κατά κανόνα οι Τρώες ήταν νεκροί

Πηγαίναν εκδρομές, ερωτεύονταν,
Εργάζονταν, γελούσαν, έτρωγαν φαγητά,

Συνεπώς ήταν νεκροί

Κι ήταν αλήθεια πως κατά
Τις βαριές τρωικές νύχτες

Οι Τρώες πεθαίναν κατά κοπάδια
Με την αγωνία στα πρόσωπα

Σε θαλάμους νοσοκομείων
Επικαλούμενοι συνήθως

κάποιον

έκπτωτο

θεό

Οι εκλογικεύσεις περί αυτής της

ανωμαλίας

Δεν ήτανε καθόλου σπάνιες



Η ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ

Είναι αλήθεια πως οι Τρώες
Βασανίζονταν από ιδέες έμμονες

όπως

Ότι θα μπορούσαν την αθανασία να
Κερδίσουν μέσω της λογοτεχνίας και

παρομοίων

τέτοιων

δραστηριοτήτων

Ψύχραιμος τότε σηκώθηκε ο Οδυσσεύς
Και έγραψε στον μαυροπίνακα της τάξης:

3.000.000

Τι 'ναι αυτό, του φώναξαν με ανησυχία τρομώδη
Οι υπέργηροι Τρώες από τα μαθητικά θρανία,

"έτη"

Τους απάντησε αδίστακτα

Σαλος στην αίθουσα και πόνος
Η πρώτη παραφροσύνη εισήχθη τότε

στην ανθρωπότητα


(Οι Τρώες)

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ (5)


Η θλίψη σου καμιά φορά
μετά από μια μέρα όμορφη
μια Κυριακή χειμωνιάτικης αιθρίας
όταν επιστρέφεις απόγευμα στο σπίτι
κι είναι το φως τόσο στενό στο υπνοδωμάτιο
Η θλίψη αυτή πάντα παρούσα στο μέρος εκείνο της καρδιάς
το απαρηγόρητο
ακόμα και μέσα στην αγάπη
όπως σήμερα
δροσιά στα φύλλα
ημερωμένα τα κορμιά κάτω απ' τον ήλιο
και πέρα η θάλασσα με τα καράβια
παντού πλατιά και άβατη ομορφιά
μα η ψυχή πόσο παράξ
νιώθεις ν' αμύνεται σιγά σιγά
να σοβαρεύει
Γυρνάς στην πόρτα το κλειδί
και μέσα η άπνοια της σιωπής
όπως την άφησες
καθησυχαστική στην οικειότητα
το νυχτικό στο κρεβάτι
τα πλυμένα ποτήρια
φωτογραφίες επετείων
να συντάσσουν νωθρά το παρελθόν σου
Είναι η ώρα που το σκοτάδι ριζώνει στο τζάμι
και η πόλη συμπαγής στο παράθυρο
ακινητεί σε πλήρες μέταλλο
Είναι η ώρα που νιώθεις αναίτια να πάσχεις
πάσχεις για νόημα ξαφνικά
μέσα σε τούτο το βουβό ξεθυμασμένο κίνδυνο της νύχτας
που επιμένει
κι όλα τα κάνει πάλι αβέβαια
και σένα ξένη
ξένη και μάταιη πολύ
σαν τη ζωή σου

                            
                                      *

Χρόνια πολλά σκυμμένος μέσα σου
έκανες λάσπη το νερό και το σκοτάδι πόσιμο
Αδιάφορος πάνω ο ουρανός
διαλέγει απόσταση
κι εσύ όπως κι εγώ μες στον πηλό
ψάχνεις το σχήμα σου σε δυο σταγόνες ύπνου
Ψάχνεις μες στον καθρέφτη για πνιγμένους φίλους
ή έστω πρωινή δροσιά
να στάξει στρογγυλό νερό στα χέρια
να νίψεις το πρόσωπο
από το ιδρωμένο ράγισμα της φλέβας στους κροτάφους
να απαλύνεις το φως
πριν φτάσει στα μάτια
οξύ
τεθλασμένο
ν' ακονίσει το φόβο σου

 (Αθώα τη νύχτα)


Ο καπνός γεμίζει το στήθος μου
κι εκπνέει
επίμονη σκέψη
αποταμιευμένη σε κίτρινο νύχι
ανεβαίνει αργά στο ταβάνι
ύλη ενός χρόνου τοξικού
έρπει παντού στο δωμάτιο
αμβλύς
σαν τύψη που ξεθύμανε πια
Κρατώ στα δάχτυλά μου το τσιγάρο
παράγω μια θαλπωρή δέκα λεπτών
μέχρι τη στάχτη
Στα ρούχα στα μαλλιά
η τέφρα ενός πυροτεχνήματος
που επιχειρεί
ίσως κάποια συμφιλίωση
Μετρώ τ' αποτσίγαρα στο τασάκι
αποσιωπήσεις μιας ακόμα απόπειρας
να βραδύνω το μέλλον
Καπνίζω όπως πατάς τη σκανδάλη
ελπίζοντας πως αν όχι σ' αυτό
τότε στο επόμενο τσιγάρο
θα σημαδέψω μια ολόκληρη λύπη
βαθιά στον πνεύμονα
και δε θ' αστοχήσω


ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Επιτέλους έφτασες στην αποτυχία
Τώρα μπορείς να αφεθείς
στην ευκολία της ήττας σου
Και τι αδέξιοι χειρισμοί
και πόση νοθευμένη συγκυρία χρειάστηκαν
για να σκηνοθετήσεις στην εντέλεια
την πτώση σου
'Εμαθες πια την υπέρτατη θλίψη της απιστίας
κανένα πείσμα πλέον ή αφέλεια
για να σε παραδώσουν στην ελπίδα
Μένεις μακάρια αδρανής
ταγμένος στην αδιαφορία
Ξοδεύεις το στήθος σου σε λάθος άρνηση
ζητώντας μόνο να ξεφύγεις
απ' όλα εκείνα που ζητούν
να σε τοποθετήσουν στη ζωή σου
να μη χρειαστεί να συντάξεις και πάλι το νόημα
να μην κληθείς
να αρθρώσεις ξανά την αγάπη

                                       *

Αποτύχαμε και πάλι απόψε
όλη η παλιά παρέα μαζεμένη
επαναλάβαμε την τρέχουσα κοινοτοπία
της επιβίωσης
σχέδια αποπερατώσεως του μέλλοντος
συμβάντα βίου
Μα σα να μην ήμαστε ακριβώς εμείς
σαν να μην ήμαστε ακριβώς μαζί
παρ' όλη την κατακτημένη οικειότητα
που γίνεται κι αυτή με τον καιρό
ένας ακόμα τρόπος να μη βλέπεις τον άλλο
Βάζεις μπροστά τα τεχνάσματα της συννενόησης
για να μην καταλάβουν
τον εντελώς καινούργιο τρόπο που πονάς
Γύρω μας εκκρεμούσε μια μεγάλη εκμυστήρευση
που δεν την κάναμε
όχι από ντροπή μα από απλή συγκατάθεση
σε όλα όσα ποτέ δε συμβαίνουν
Μείναμε ωστόσο επίκαιροι
ευφραδείς
αποφεύγοντας να μπούμε στο θέμα
άλλωστε το θέμα είχε διαρρεύσει εκτός μας
διαπαντός
Φύγαμε στο τέλος μόνοι ο καθένας
κάπως σαν θυμωμένοι ή μνησίκακοι
κι ας είναι οι άνθρωποι αυτοί
οι πιο καλοί μας φίλοι
δεν θα τους συγχωρέσουμε εύκολα
που δεν μας περιέχει η αλλαγή τους
δεν θα παραδεχτούμε πρώτοι εμείς
ότι γυρίζουμε στο σπίτι
με ανακούφιση
που διεκπεραιώσαμε κι απόψε
την αγάπη

(Ανίδεοι πάλι)