Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Στάθης Κουτσούνης (8)


       το είδωλο





  μάθημα ανθρωπολογίας ο δάσκαλος με στέλνει να
  φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο υπόγειο
  βλέπω τα όργανα φοβάμαι επιστρέφω στην τάξη
  σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με το χάρακα τα οστά
  μου φοβάμαι τα παιδιά ξεκαρδίζονται λένε αστεία
  είμαι άσαρκος κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβά-
  μαι οι συμμαθητές μου ακόμα γελάνε

  αδυνατώντας οι νήπιοι να καταλάβουν
  στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους


        εν δόξη

ζέστη αβάσταχτη    κοντανασαίνει
στα πισινά του ο σκύλος καθισμένος
με στόμα ορθάνοιχτο και τη γλώσσα
να κρέμεται στεγνή

τα δόντια του λεπίδια

παρακεί το αρνί χαυνωμένο
μπερδεύει τον σκύλο με λύκο
ονειρεύεται δόξα

περίφημο το στόμα του
και προτιμότερο ζεστό
να νιώσω κάποτε το δόντι του παρά

την παγερή τη λάμα του χασάπη                                 


(στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2014)




                           κύκλος

της αγάπης μου τα σπλάχνα
κρεμασμένα στον ουρανό
άγγελοι γύρω βουίζουνε λιμασμένοι
ο σατανάς παίζει σαξόφωνο
το σκοτεινό λαρύγγι της
σκυλί ανήμερο στο στήθος του θεού
απ' το πελώριο μάτι του μαύρο
έπεφτε χιόνι
με μεταμόρφωνε διαρκώς
γινόμουν κομπιούτερ
                                  τρόλεϊ
                                             αλωνιστική μηχανή
ανταλλακτικό χαλασμένου κυκλώματος
αγκίστρι
              κόμπος
                          κουνέλι
                                       τροχός
πετρέλαιο γινόμουν και πότιζα
της αγάπης μου τα σπλάχνα


                                  εξτρεμισμός

τ' αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες

στο σιδερένιο τους στομάχι χωνεύονται κομμένα
κεφάλια τσακισμένα μέλη όνειρα που
βλαστημούν τον ουρανό

οι επιβάτες τρώνε τ' αυτοκίνητα

στα δόντια τους σφηνώνονται στραβωμένα
εξαρτήματα κλάξον ρόδες τιμόνια που
οδηγούν στον ουρανό

τ' αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
οι επιβάτες τρώνε τ' αυτοκίνητα
πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος
και τα τρώει όλα
ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες
με τα φτυάρια οι εργολάβοι
κορμιά και σίδερα
στο αχόρταγο στόμα του χώνουν


                                      φωνή εν Ραμά

αργά το βράδυ δραπετεύουν

πηδούν στον κήπο απ' το παράθυρο
και παίρνουν βιαστικά με τα ξυλοπάπουτσα
το δρόμο για το πατρικό τους

γίνονται δέντρα

πριν ξημερώσει με λυγμό
αφήνουν γεια στο δάσος κι επιστρέφουν

ξαναπαίρνουν τη θέση τους στο σπίτι

εσύ ξυπνάς ανυποψίαστος
μοσκοβολάει παντού πεύκο και θυμάρι
δε δίνεις σημασία
ντύνεσαι γρήγορα και τρέχεις στη δουλειά σου

τα έπιπλα τότε καταπίνουν λαίμαργα την αδιαφορία
και δίνονται με πάθος στο αρπάλι του Άσπρου Σάρακα





                                      άρνηση

τα βιβλία τρελάθηκαν
βγάλαν φτερά πετούν
στο κενό του βιβλιοπωλείου

τρομαγμένος ο βιβλιοπώλης
κλείνει γρήγορα τις πόρτες
με το περίστροφο κυνηγάει
τα πουλιά βιβλία

λίγα κατάφερε
τα άλλα τον έπνιξαν
ανάποδα τον κρέμασαν
από την ταμειακή του μηχανή
(γεια σου έμπνευση)

έπειτα άνοιξαν τις πόρτες
βγήκαν στον αέρα
στη φαντασία επέστρεψαν
των ποιητών

που δε θέλουν πια να γράψουν


                           τετραγωνισμός του κύκλου

οληνύχτα χτυπιόμουν μ' ένα ποίημα
με πήρε ο ύπνος ξύπνησα

στο ακρωτηριασμένο σώμα μου
ακρωτηριασμένο χόρευε το ποίημα


                                 το νόμισμα

Κανένα ποίημα τελικά δε γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως
   γίνεται πάντα.

Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα
    να πράξετε τη σφαγή
                             

(Τρύγος αιμάτων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου