Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ (5)


                          Η απορία που μένει, τι είναι έρωτας

     Μ' όσα παιδιά ερχόντανε και παίζαμε μπροστά στα κάγκελα του κήπου τέτοιο παιχνίδι κάναμε, πηδώντας στο σκαλάκι το ένα πόδι ανέβαζες με τ' άλλο κατεβαίνοντας ευθύς στο παρακάτω
     Ύστερα συνεχίζαμε στο δρόμο τις τρεχάλες και πότε φεύγαμε πιο κει μακριά απ' το παιχνίδι και τα κρυφά που έχουνε να πούνε δυο κορίτσια κοντά κοντά τα λέγαμε κι από το ένα αρχίζοντας περισσότερα μας έφερνε ο νους μας
    Όταν η μητέρα μου έφτασε στην ηλικία εκείνη που το δέρμα της χωριστά ζούσε ρίγη κι άλλαζε κάθε μέρα-
    Τότε ήταν πιο συγκινητική να τη βλέπεις μόλις ωραία
    Τότε είναι πιο συγκινητικά και τα τριαντάφυλλα που ο Μάιος τους κήπους γεμίζει-
    Ο πατέρας μου περισσότερο δεν μπορούσε πια ν' αγαπήσει κι έτσι άρχισε να υποφέρει


                  Το τριαντάφυλλο

          Ένα  μόνο τριαντάφυλλο
          Στολίζει όλο το σπίτι
          Και το τριαντάφυλλο αυτό
          Το έκοχε εκείνη


                                   Ο Κένταυρος
                                                        (απ' τους μύθους του αδελφού μου)


    Είχα κι έναν αδελφό ήτανε μεγάλος, όταν ήτανε μικρός είχε πέντε δαχτυλάκια στο ένα πόδι και στο άλλο, τώρα σ' άλογο μου μοιάζει και στα δυο παπουτσωμένος, στρογγυλό το πάτημά του. Κι απ' την άκρη το χορτάρι που τελειώνει μας κοιτάζει.
    Όπως τον αντίκρισα λίγο η πόρτα που έγειρε, θυμήθηκα το δάσος πριν, και τον πρόλαβα τριποδίζοντας που έφευγε για τους στάβλους, και ρώτησα τότε πίσω μου, - Είχε λοιπόν ένα σώμα αλλιώτικο από κείνον ο αδελφός μου;



                         ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ


    Το Μάτι του Πατέρα μου, το έγραψα πριν είκοσι χρόνια ακριβώς.

     Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι
     Η φίλη μου είχε ένα μονάχα μαστό

     Την Κυριακή που καθόντανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του και φώναζε τη μητέρα μου να διαλέξει
      Η μητέρα μου γελούσε
      Η μητέρα μου ήσυχα γέλασε τώρα φαντάζομαι, μετά είκοσι χρόνια, που ξέρω τη νοσταλγία του θηλασμού
     
       Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος
       'Επαιζε το ένα μάτι στη φούχτα του πριν το φορέσει κι έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι
        Βάζανε αρματωσιά
        Στη θέση του στήθους της η μητέρα μου έχει, από κείνο το μέρος του τόξου, την άσκημη ουλή
        Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω
        Τι σημασία είχα εγώ στη δικιά τους ζωή;

        Έριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου τάχα πως κρυώνω κι ήταν για να παραμονέψω
        Η σκιά που γυρνούσε από τότε στο σπίτι μας ήμουν εγώ

        Στο τέλος τον είδα μια μέρα να κλαίει.
        Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι
        Η μητέρα μου - να πω αλήθεια, στη θέση της βάζω τη φίλη μου - έχει άλλα να κλάψει πολλά.

                                                                                                         Για την αύξηση μίλησα
        που πρέπει να τη δεχτείς.


                                     Η ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΦΑΓΕΙΩΝ

       Σ' εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα το μέρος που έφτασα, χωρίς ν' ακούγεται τίποτα
       Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα στοιχειωμένα
       Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε την ώρα που
                                                               γίνονται λύκοι
      
       Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος να περάσει
       Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα
      
       Μα ακόμη πιο τρομερό
                                             κρύα ήτανε τρομερό
                                                                           - κίτρινα -
       Πώς να το πω;
       Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας
       Από το πτώμα που ήτανε
       Πετσιά ήτανε
                             που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας
       Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου
                                                  άσπρο αν ήτανε
                                                             - χλωμό ήτανε -
       Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε
   τη Συνοικία των Σφαγείων


                                            ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

      Την είπανε κι άλλοι, και γω τη δικιά τους πάλι τη γράφω, για δυο εραστές αδέσποτους και έναν σκύλο βάζω
      Το σκύλο που καθότανε μπροστά από το φεγγάρι

      Βάζω πρώτα το φεγγάρι
                                            Το φεγγάρι προχωρεί
                                            Σ' ουρανό βαθύ
      Το κορίτσι θα πεθάνει
      Το αγόρι δε με νοιάζει
                                            Μία λέξη ακόμη λείπει

          Δάκρυ για μένα που χάνομαι κι αγκαλιά ζεστή
    πια δεν θα με κρατήσει
                                       Για το σκύλο έχω γράψει;


(Γενεαλογία του κόσμου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου