Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ (2)


              ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΑΙΤΕΙΟΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Οι σταγόνες της βροχής
πάνω στις αλμυρές αιχμές
της θάλασσας ισορροπούν
ήλιος και σύννεφο
για μια στιγμή μαζί, πριν
από το οριστικό γκρίζο.
Εν δυό εν δυό και το κεφάλι ψηλά!
Κοιτάχτε τη γαζία
τη φρέσκια ματιά του ψαριού
την άσπρη κορδέλα της μαθήτριας!
Δεν έχω πια καμιά καθημερινή
έγνοια
σαν αυτές που ανθίζουν στα πρόσωπα.
οι παρεμβολές της λύπης
είναι η ωραία γη
που με περιμένει,
το γνωστό όταν κάθεται
σα φωτεινός λεκές
στο άγνωστο μαύρο.
Κάπου μέσα έχει συμβεί
η υποχώρηση.
μες στη νύχτα η ανακεφαλαίωση
αρχίζει από το σώμα.
Μετράς τα κενά
ανάμεσα στις γλυκές σάρκες
ο ύπνος γίνεται χαλαρό σκοινί
όπου δε μπορείς πια να χορέψεις
κι ο πόνος μικροσκοπικός
λάμπει με την ακρίβεια
της περσικής μινιατούρας...
Όπως τότε στη Νέα Υόρκη
απ' το μουσείο
να περνάς στο πάρκο
να λες "τελείωσε τελείωσε"
με τα παραδείσια πουλιά
του Ισλάμ
μόνη παρηγοριά στα βλέφαρ' από μέσα.
Στο πάρκο τα φύλλα
άλλη επαίτειος δόξας
ετήσια φαντάσματα κόκκινα,
η μαιμού να υψώνει τη γροθιά
ως τον πιο ψηλό όροφο
της τρέλας.
Κάποιος τρέχει στην 5η λεωφόρο
κάποιος έχασε τη ζωή του επ' αυτοφώρω
και μυρίζουν μυρίζουν
τα ψημένα κάστανα
σα στην Αθήνα
(εν δυό εν δυό και το κεφάλι ψηλά)
χάδια εκατομμύρια
τελειώνουν τούτη τη στιγμή
κι ανεβαίνει το ασανσέρ
της απελπισίας μου
ως την τρύπα μου
το χαρτί με το σαλάμι στην κουβέρτα
ανεβαίνουν τα αίματα
της πόλης
και τα κλάματα
ο Άδης είναι ψηλά
κι η κάθοδος δε βγαίνει πια
στο φως.
Ασύλληπτος ο δολοφόνος
της καρδιάς μου
πνίγηκε το βήμα του
στα μαλακά χαλιά
λες δόξα τω Θεώ
η Γκουέρνικα είναι τουλάχιστο
εδώ κοντά,
άνετα κυκλοφορείς στη Νέα Υόρκη
όταν τίποτα δεν έχεις
πια να χάσεις,
αόρατοι γυμνασιάρχες
σε κινούν
κι αόρατα στον πόνο
συμμετέχεις.


        ΠΟΣΟ ΒΑΖΑΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΟΣΟ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ


Πόσο βασανιζόμαστε όσο να πεθάνουμε
και μόνον ο Μπετόβεν
έχει περάσει απέναντι
εκεί που όλα τα ουράνια θέματα
που 'χαν σταθεί για λίγο
στην καρδιά του
χύνονται στο Τραγούδι της Χαράς
κι έχουν μείνει πίσω πια
τα μάτια μας στα σκοτάδια
με δάκρυα.
Ο κήπος μες στο μεσημέρι
με την εκκωφαντική αδιαφορία
των τζιτζικιών
τα λουλουδάκια της ακακίας
στο χώμα που θυμίζουν
τους χυμούς σου
ξεραμένους απάνω μου...
Και να που 'χουν όλοι φύγει!
Άπνοια,
οι σκιές πιέζονται αφόρητα
απ' το φως¨
ναρκωμένη γελάω ακόμη
με τ' ανέκδοτα της ζωής μου
αλλ' έχει αδειάσει πια
το μέσα δωμάτιο
απ' τη σημασία τους.
Στάζει το ντεπόζιτο
κι είναι η λύπη μου
για ό,τι πολύτιμο
άδικα σπαταλήθηκε
για ό,τι ξώπετσο
μου ρούφηξε το αίμα.
Χτυπούνε οι στάλες
στο τσιμέντο σαν επιφωνήματα
αγάπης: "Καλώς τον!", "Έλα!"
κι ανάμεσα ρέουν οι σιωπές,
οι μεγάλες αρτηρίες
της ψυχής μου.
Μια ζέστη λαμπαδιαστή
κάθεται στην κοίλη μεριά
των πραγμάτων
κοιτάω τα δεντράκια μου
που λιώσανε στην κάψα
με τους λάκκους τους ξερούς
όπως τα μάτια θρήσκας.
Ένας γέρος τρικλίζοντας
ψάχνει σκιερή γωνιά να κατουρήσει,
τον παρακολουθώ
και ξαφνικά ακουμπώ
στο ετοιμόρροπο παράσπιτο
με το φως των ματιών μου
βουτηγμένο στο μαύρο.
Έτσι χάρισμα μου δόθηκε
ένα δείγμα θανάτου
και είδα μέσα μου βαθιά
πώς η λαύρα γίνεται παγωνιά
και πώς οι αντιρρήσεις που 'χουμε
για τη ζωή
βουλιάζουν σ' ένα άηχο κενό
που μυρίζει θειάφι.


(Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου