Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

ΒΕΡΟΝΙΚΗ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ (6)


Κάποιος πέθανε. Και ενώ όλα είχαν ετοιμαστεί για την ταφή,
συνέβη κάτι εξαιρετικό: ο νεκρός άρχισε να κινείται. Δίχως η
καρδιά να λειτουργεί και με το αίμα ακίνητο στις φλέβες, ο
άντρας σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα και έπειτα πάλι
κατέρρευσε. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Βάλθηκαν
τότε να του μιλούν, να του θέτουν παραπλανητικές ερωτήσεις.
Απεδείχθη ότι ο πεθαμένος άκουγε, γιατί έγνεφε κουνώντας το
κεφάλι. Η σήψη προχωρούσε. Το σώμα ήταν πια λειψό, οι ώμοι
πεσμένοι, το κεφάλι ανίσχυρο στους ολιγόλεπτους καθημερινούς
περιπάτους. Ήρθε τότε η φίλη του Α. αποφασισμένη να δώσει
στον έρωτά της τη μορφή της θυσίας που θα τον εξάγνιζε.
Το κορμί βημάτιζε στηριγμένο στην αγκαλιά της, έπειτα
αφηνόταν στα μπράτσα της να αναπαυθεί. "Θέλω να
ζήσεις", του έλεγε. "Ω μα τι λέω..." Κοιμόταν δίπλα
του. Απαντούσε στα νεύματά του. Τις νύχτες τον σκέπαζε
με τα ρούχα της. Ένα βράδυ του 'πιασε τα χέρια τόσο δυνατά,
που λίγη σάρκα απέμεινε στα δάχτυλά της. "Ποιος απ' τους
δυο είναι μέσα στον άλλο;" φώναξε. Κανείς δεν απάντησε.
Φύλλα, φύλλα... σκέπασαν τους δρόμους.

                                       *

Κάπου υπάρχει ένα παράξενο ρολόι που τους δείχτες του
ακολουθεί ένα επίσης περίεργο, πέρα από κάθε έννοια της
ημέρας, φως. Κανείς δεν ξέρει πότε αρχίζει και πότε τελειώνει
αυτό το παιχνίδι που πειθαρχεί μάλλον, παρά συμπορεύεται
με την ανατροπή όλων των αναλογιών, με τη δολοφονία κάθε
αρμονίας. Κι όμως αυτό το προϊόν του νου -απίθανο η
παράδοξη μηχανή να 'χει φτιαχτεί τυχαία- δεν είναι κάτι
το πνευματικό, ποτέ δεν άγγιξε, πέρα από την τεχνολογία
του ουρανού, μία λιτότητα αναγκαία.
   Ω, μη φοβάσαι! Αποφάσισα να συνεχίσω έτσι την υπόλοιπη
άδεια ζωή μου. Κάποια αιδώς με εμποδίζει να συγκρίνω
εκείνο με τον χρόνο του κόσμου.


         Ο ωραίος χωρίς οίκτο άντρας

Ω είναι πολύ δύσκολο
να λησμονήσω αυτόν τον πόνο!
Τα πουλιά δεν κελαηδούν
οι γάτες δεν ζητούν τροφή
οι εκρήξεις δεν είναι σημάδι θεϊκής οργής.
Οι ψυχές αναπαύονται στο νεκροταφείο
τα παιδικά αισθήματα πάλλουν
  στις μικρές καρδιές
σ' αυτό το χωράφι φύτεψα
ένα δέντρο
πολλοί καλλιεργούν
    την εύφορη γη
είμαστε μόνοι
είμαστε δύο
στον κόσμο
κάθε μέρα καταβροχθίζω τους καρπούς
του φυτού μου
και ξερνώ μπαμπά.
Ω τι προκαλεί
αυτή την αηδία!
Ο άνεμος περιφέρει
τα στάχυα-
Γρήγορα!
Το συντομότερο!
Τα υπέροχα τέρατα θέλουν
να με διδάξουν.

Paul Klee- Tropische Dämmerung

    1984

Περπατούσα στο φωτεινό δάσος
Όταν συνάντησα αυτό που ήταν
Και έμελλε να γίνει
Το όραμα των κατοπινών
Χρόνων μου:
Μέσα σε μια λίμνη κρυμμένη
Στο βάθος αυτής της χαρούμενης
Κόλασης
Έπλεε μια βάρκα που κουβαλούσε
Έναν πολύτιμο θησαυρό
Μία νεαρή γυναίκα
Πεθαμένη.
Ο βαρκάρης έλαμνε
Δίχως να μιλά
Απέστρεφε το βλέμμα
Απ' τα ξανθά και πολύ μακριά
Μαλλιά της
Από τα τραβηγμένα της χαρακτηριστικά
Κι από το σημαδάκι
Που είχε πάνω ακριβώς
Στη μύτη.
Ω πηγή απ' όπου δε θα πιουν
Οι δαίμονες που περιμένουν
Τρυφερά βέλη
Κρωξίματα από τον ουρανό.


                    Περιβόλι

Κανείς ποτέ δε μ' είχε συνοδεύσει
στον σκοτεινό κήπο.
Κρύφτηκα λοιπόν πίσω απ' τον πρώτο θάμνο
ακούγοντας τα νερά και ουρλιάζοντας
μες στη σιγή της μέρας
που δεν επρόκειτο να επαναληφθεί.
Έτσι κυλούσε ο καιρός μες στα κλαδιά.
Το μικρό κομμάτι του χρόνου θρυμματιζόταν.
Κάθε νύχτα υποσχόταν ένα μελλοντικό σκοτάδι
η ημέρα ανάγγελλε το παροδικό φως
και τίποτε τίποτε δεν έμοιαζε με ό,τι
είχε περάσει.
Καταραμένοι ας είναι
όσοι με οδήγησαν στον κήπο
που δεν ήταν δάσος!
Ναι, βλαστημώ τη φύση
τα βουνά
το σιχαμένο χώμα
το σπίτι μου είναι μια λακκούβα
τρώγω λάσπες
τίποτε άλλο
δεν απόμεινε.


                  Ο νόμος είναι νόμος

Πολλές φορές όταν με ρωτούν πώς ονομάζομαι δεν ξέρω αλήθεια
τι να απαντήσω. Και αυτό όχι επειδή δεν έχω ακόμη συνειδητοποιήσει
τον όντως βρώμικο σκοπό μου, αλλά διότι αμφισβητώ το φύλο μου.
Όλα είναι μέσα μου μπερδεμένα, κι η σύγχυσή μου γίνεται ακόμα
πιο έντονη με τα άθλια αντικείμενα του έρωτά μου, το αίμα που
δεν δοκίμασα ποτέ, τις ακαθαρσίες του μπαμπά μου. Πατέρα!
Κανένα όνομα δεν υπάρχει στη διεστραμμένη φύση που να
μου ταιριάζει; Ο ήλιος φωτίζει τις πέτρες που δεν πάτησα
ποτέ, έμαθα τη μουσική από κομματιασμένα όργανα, τίποτα
δε με παρηγορεί πέρα από το νερό που κι αυτό σιγά σιγά στερεύει.
    Περνώ αυτές τις όμορφες μέρες πετώντας, ο κόσμος είναι
διάφανος μόνο μέσα από τα φτερά των εντόμων.


(Μέρες ηδονής)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου