Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ (7)


ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

ΙΙΙ

Έχω μάθει για τους κληρονόμους απειλούσανε
Να μαχαιρώσουν τα βελούδα του τοίχου
Φεύγοντας σκίσανε τις κουρτίνες
Με τους ζωγραφιστούς ανέμους

Αλλά το σπίτι άνοιγε τη νύχτα
Με το φεγγάρι σε βουνά σκόνης και σκουπιδιών
Αθώο έτρεχε το αεράκι στους διαδρόμους
                                    σκορπισμένα δικόγραφα
Και μεταξωτές γόβες

Καπέλα τρύπια στο μωβ επάνω
Και τα φτερά τους σε άθικτο χρόνο
Όταν
Από μόνος του υποχώρησε ο τοίχος
Γκρεμίζοντας φοβέρες και πορτρέτα
Και η απατημένη πάντα εκεί
Στη στρογγυλή φωτογραφία
Πάνω στο ράφι της κουζίνας

Με το τζάμι σπασμένο γύρω απ' το λαιμό


V

                       Αυτός ο δρόμος

Από τότε που αναστήθηκε κρυφά αυτός ο δρόμος
Σηκώνεται φεύγει
Πάει στα τραίνα κάτω
Τα σπίτια μένουν να χάσκουνε στα σκαλοπάτια
Τα φορέματα άτακτα φώτα
Ν' αναβοσβήνουν στα σώματα

Το περιστέρι αγριεμένο στα ερείπια
                            του σπιτιού
Να έχει χάσει την ανθρώπινη λαλιά του
Κι εγώ να φοβάμαι
Αναίτιο κάτι
Που σταματάει πάντα την εξομολόγηση


ΚΑΤΩ ΟΥΡΑΝΟΣ

                                  Κάτω ουρανός

Αυτό που καίει προς τα έξω το σώμα ψελλίζει
Θυμήσου πόσο ήσουν περίκλειστη
Τότε που μαγευόμουν να λέω ψέμματα
Και αλήθειες απίστευτες

Εξόριστη με τόση άγνοια γεωγραφική
Τα νησιά στον ύπνο μου
Τα γιασεμιά στις νύχτες σου
Και να σπάνε τα τζάμια τα κύματα
Σαν όνειρα που τους εσάλεψε το λογικό

Τραγούδια λάμποντας περιστρέφεσαι
Η μια ακτή τριγυρίζει την άλλη

Χτύπα καμπάνα μακρινό μου σώμα
Πάνω φεγγάρι
Κάτω ουρανός

Άνεμος σφυρίζει στο παλιό παλτό
Στην αποθήκη
Που καίει τα γράμματα ο καιρός


                                Η φωτογραφία

Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες να ουρλιάζουν
Όταν έπεσε λες κι ήμουνα σε ξένο σπίτι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω να φωνάζω
Πώς αυτή η ξαφνική βροχή μου ανήκε
                                και με το παραπάνω

Τα έλεγα μέσα μου αυτά -πώς αυτή η
                                  ξαφνική βροχή...
Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες και τα περιπολικά
Γι' αυτό το χαμένο το τσακισμένο πρόσωπο
                                      του έρωτα το ασήκωτο σκοτάδι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω το κλάμα



                                 Δώδεκα και είκοσι

Ήτανε δώδεκα και είκοσι
Όταν ανάψανε τα φώτα
Και μπήκε μέσα η στάχτη
                         κι η φωτιά της
Όταν σαλέψανε στον ύπνο τους τα σώματα
Όταν αναστενάξανε
Γυρνώντας λίγο απ' το άλλο πλευρό
Κι ακούστηκαν να τρίζουν τα καμένα

Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
Όταν μου ζήτησαν μες στ' όνειρο να πω
Την τελευταία μου λέξη

Από μακριά ερχόταν ένα βουητό
                        ήτανε πλήθη ζωντανών
Πλήθη νεκρών

Ένα άγγιγμα στο χέρι μόνο αισθάνθηκα
Ήτανε άγγιγμα αυτό
Κάτι σαν χάδι κάτι
                  τελειωτικό


ΚΑΤΑΣΤΗΘΗ ΚΑΜΠΑΝΑ

                                 Σκοτωμένη από έρωτα

Το σώμα μου όλο κατέβαινα

Παρατημένες κάτω στο δρόμο
                            οι αποσκευές μου
Πώς κάηκαν έτσι τα χρώματα
                        στα καθημερινά μου ρούχα
Πώς διασύρθηκαν έτσι
Τι με ρίχνει τώρα
Στη νύχτα αυτού του γέλιου

Με ταρακούναγες από τους ώμους
Δεν καταλάβαινα το τέλος
                       της εποχής των προπόσεων
Το γήρας στο βλέμμα
Τον άλλοτε δαίμονα
Κι η ομήγυρις με μια νεκρότητα
Να τρώει και να πίνει
Άγιε μου Γεράσιμε σκοτωμένη από
έρωτα πήγαινα
Σε γκρεμό κατέβαινα
Το σώμα μου όλο κατέβαινα


                                Κάτω απ' τη σήραγγα

Μαύρο προσεχτικό άρωμα
Λαμποντας απ' τα μαλλιά
Ως κάτω στο στόμα

Το τραίνο να τρέχει κάτω απ' τη σήραγγα
                                   παγιδευμένα πουλιά
Ακουγόταν ένας παφλασμός
Στα πλευρά της στοάς σαν από κύματα
Που θέλανε να ορμήσουν μέσα
Κι αυτό το μαύρο άρωμα να ψαχουλεύει
                               μες στο ημίφως
Μήπως βρει τη μοίρα του

Μαύρο καλοκαίρι πήγαινε αργά
Σαν άλογο που θα ξεσπάσει αργότερα
Σε τρελό καλπασμό
Μες στο πηγάδι φώναζα τ' όνομά μου
Μη χαθώ

Έπλυνα καλά τον καθρέφτη
Και το χαρτοκόπτη
Και τα πέταξα στα σκουπίδια


(Ωσάν λέξεις)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου