Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (7)


ΒΑΘΜΙΔΕΣ

1

Ήτανε όλο το πρωί σημαιοστολισμένο
και τραγουδούσα.
Ολοένα έρχονται πια
σαν από ανώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια να βρω την αίθουσα
πρέπει να μιλήσω με τόσους
φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια.
Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι.

2

Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι
να σας απειλεί
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα να περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
ν' αγγίζει τα βιβλία σας
τα πράγματα στους τοίχους
κι ύστερα πάλι εμπρός σας
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

3

Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τον έρωτα κι εκείνα τα όνειρα
έλα στην κάτω γειτονιά και πες: Κορόνα -γράμματα
εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς.
Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό
για πάντα πέφτει ο καρπός από το δέντρο.
Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος
να τραβήξεις.
Ό,τι να σε καλέσει
δεν είναι για επιστροφή
τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός
είναι μες στο παιχνίδι.
Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν
σφάξε τη μια την ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη.
Κορόνα -γράμματα να παίξεις
τις ώρες και τα χρόνια
μόνος με τον έρημο αντίπαλο.

4

Εδώ είναι απότομη η χαρά: Μην προχωρήσεις.
Άκου το πουλί με το βιαστικό κελάηδημα
μην κινηθείς περισσότερο.
Έτσι του μιλήσαμε.
Μα έδινε μια μάχη -όπως είπαν.
Ύστερα είδαμε τον ουρανό που έπεφτε
ξεκομμένος από όλα
σαν γαλάζιο αλεξίπτωτο.

Χώθηκε αργά στο βάραθρο
και τον σκέπασε.


ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Πόσο διάσημη είναι η βροχή
ζεστή εικόνα μες στη θερμότητα των ενδυμάτων σου
φωνή του νερού απ' τον Αμνό
της ακοής μου ευτυχία.
Τώρα που βρίσκομαι στον τάφο του πατέρα
με βροχερό γιασεμί κατά τη δύση
τρέχοντας η σκουριασμένη βρύση του νεκροταφείου
ποτάμι δικό μου σαν τη ζωή ο θάνατος τι τραγούδι...
Και το μικρό σκουλήκι γίνεται πολεμιστής
δίκαιος μες στα χώματα.
Εδώ αυξαίνουν οι ώρες της γαλήνης στο λάδι του καιρού
είμαστε άφθαρτοι πώς να το φανερώσω
το άσμα κρύβεται μέσα μου βαθιά.


ΟΝΕΙΡΙΚΗ

Μοβ είναι το γκρίζο περιστέρι ολόγυρα
κι όνειρο πράσινο στο μικρό λαιμό του
ο έρωτας όπου
βασιλεύει μες στο νερό
πάντα ο έρωτας το καλό ταξίδι ανοίγοντας
ωσάν θαλάσσιο πανί στην κίτρινη αυτή νύχτα.
Η Εύα που σέρνεται ανάμεσα στους καρπούς κρεμάμενους
έχοντας την ωραία μορφή της
να κοιτάζει τους καρπούς
κι ο έντρομος Χριστός υμνεί το έντομο.


Ο ΚΗΠΟΣ

Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου
εσταυρωμένη έκσταση
λάμπος του θανάτου
στο στέρνο μου ακροβατείς.

Max Ernst, The joy of living

Η ΒΑθΕΙΑ ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Πού να βυθίζεται κανείς όταν πεθάνει; -
με ρωτούσες γαλάζια γυναίκα.
Βλέπω τα φύλλα σιωπηλά
στο χώμα
δεν έχουν μοίρα πια.
Πέφτουν ένα δύο τρία
θα ρθει ο άνεμος.
Τα φύλλα βυθίζονται στον άνεμο
δείχνουν την ποίηση με τόσες ταλαντεύσεις
ταξιδεύουν μαζί
με τα πουλιά.
Κοίταξε: βρίσκονται τώρα ψηλά.
Εκεί
λοιπόν
η τύχη κείται
μ' έξι φτερά
μαρμαρωμένα.
Μη λείψεις απ' το τραγούδι μας-
ποιος τρέχει μακριά στο πλάτος;
Είναι βλαστός ανέμου
χαρά
κομμένη απ' τον ήλιο της επιστροφής
ιδέα ήχος
η δωδεκάτειχος ψυχή μέχρι τ' αστέρια;
Τρέχει τρέχει τρέχει
λησμονιά γεμάτη άνθη εκεί.

(Ποιήματα 1961)

ΛΟΙΠΟΝ, Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑ
Χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
πάνω στο κιγκλίδωμα που είν' ερειπωμένο χρόνια
με τις σκόνες βουβές μακριά στα χιλιόμετρα της μνήμης
-ωραία θλιβερή γλυκιά επαρχία μου-
αλήτης αισθάνομαι της μεγάλης πειθαρχίας
όπου τα ύψη πάντα θα κρατά πεσμένα στ' αστέρια
κι ο ήλιος
μέσα στο γαλάζιο πυρ αιώνες...
Ανθόνερο της κλίνης όταν από χιλιάδες παραμύθια
σε λεύγες πυρετού βυθίστηκα νήπιος
και σεις ω χέρια της μητέρας μ' αγγίζετε-
είμαι χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
στο ευωδερό που μεγάλωσα σπίτι
αλλόφρων εγκαταλείπομαι στα οστά μου
εγώ τόσον άχρηστος
περ' απ' τα επαγγέλματα που τη ζωή κραυγάζουν
έδεσα το φαρμάκι μες στο στήθος.


Η ΧΑΡΑ

Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
έρημος ως τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μες στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος όπου σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
ή ο λαιμός να καίγεται-
ποιος άλλος θρίαμβος
των ηττημένων...
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ' αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
μ' ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.

(Η έλαφος των άστρων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου