Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΛΤΟΣ (5)

1.
κατάλαβε το, είπε, είμαι σαν εκείνες τις πεταλούδες στα κάδρα που τις παρατηρούσα όταν περίμενα μικρός στην επίσκεψη το γιατρό, όταν είχα βαρεθεί τα παλιά περιοδικά που ήταν στο τραπεζάκι του σαλονιού με τις ημίγυμνες που κρατούσα τη μορφή τους για το βράδυ και το τι έπρεπε να κάνει ένα σωστός άντρας που δεν θα έκανα ποτέ. Είχα κουραστεί και να κοιτάω έξω από το παράθυρο τις μυστηριώδεις μορφές που πηγαινοέρχονταν απέναντι σε κάποια κίτρινα παράθυρα, σαν από άλλο κόσμο έμοιαζαν, βυθισμένες σε μια τρομερή ρουτίνα που με ανατρίχιαζε, όχι, δεν θέλω να πάω κι εγώ σε αυτό το μέρος, όχι, ποτέ... τι έλεγα; ναι, για τις πεταλούδες, τοποθετημένες προσεκτικά μέσα στη γυάλα, πανέμορφες, με όλα τα φανταχτερά χρώματα τους άθικτα και την περίτεχνη δομή του σώματος τους, σα να περίμεναν υπομονετικά εσένα να ανοίξεις το τζαμάκι για να πετάξουν ελεύθερες ανάμεσα στις πολυκατοικίες και να προσφέρουν απλόχερα την ομορφιά τους στα θλιμμένα παιδιά που ονειρεύονται ακουμπισμένα στο μπαλκόνι μια ζωή ευτυχισμένη. Αλλά ήξερες κατά βάθος πως αν τις πιάσεις θα γίνουν θρύψαλα πάνω στα χέρια σου, έτσι μοιάζω κι εγώ, άσε με μόνο στη γυάλα, υπάρχει ελπίδα όμως για εμένα, μέσα στη γυάλα θα αναγεννηθώ, αν με βγάλεις θα γίνω στάχτη και μουτζούρα πάνω στα χέρια των ανθρώπων, άφησε με...



2. 

Ο ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΜΠΕΛ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ

Βράδιαζε και τα κτίρια βαφόντουσαν κόκκινα και ο ήλιος έβγαλε μουστάκι βλοσυρό και τα φύλλα σαν του όχλου την βουή και τα γυναικεία μάτια να ξερνάνε μίσος και τα πουλιά ν' απαριθμούν ψυχρά κατηγορίες "Δεν έγραψες τίποτα για εμάς και τόσες ημέρες λαμπρές σβήνουν για πάντα, σαμποτάρεις την αιωνιότητα και προδίδεις την εφήμερη φύση μας". Ομόφωνη η καταδίκη κι εγώ έγκλειστος σε γκούλαγκ της μητρόπολης έξω προβολείς ηλιακοί σκανάρουν λόγχες κεραιών αστράφτουν ασπρόρουχα περιπολούν το βράδυ άγρυπνος από φώτα κίτρινα ανακριτικά. Ένα λευκό χαρτί μου πέταξαν ξέρασε τα όλα είπαν εγώ μετέωρος στέκω μπροστά του άραγε την ελευθερία θα μου χαρίσει ή τον θάνατο;




3.

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ
είπαν μα κοιτάχτε το σπίτι μας, γεμάτο ρωγμές, μούχλα στα υπόγεια όπου αράχνες τεμπελιάζουν, αρουραίοι γεμίσαν τις αποθήκες και τρώνε τον κόπο μας,οι στέγες τρυπημένες και στάζουν στα μέτωπα μας ,οι μπαλκονόπορτες ξεχαρβαλωμένες και εισβάλουν οι κατσαρίδες των οδών, οι πόρτες μας σκουριάζουν παραβιασμένες από ταυτότητες κρατικές, τερμίτες τρώνε τις σκάλες που μας οδηγούν στους εφήμερους παραδείσους μας, παντού σαπίλα και παρακμή μα επιτέλους, γκρεμίστε αυτό το σπίτι,φέρτε πυροτεχνουργούς, συντρίψτε το από τα θεμέλια εμείς εδώ απλά θα καθόμαστε ήσυχοι στο σαλόνι μας.


4.
Σαν τα πουλιά μοιάζουμε
που ενώ τους άνοιξαν το πορτάκι
κάνουνε κύκλους μέσα στο σαλόνι
το λευκό ταβάνι είναι για μας πλέον 
ο ουρανός.


5.

OΠΤΙΚΕΣ

Aυτός
ναυαγός στην νησίδα της λεωφόρου
 κρατιόταν σφιχτά απ' το τεράστιο σιδερένιο κουτί του ΟΤΕ
τριγύρω του γκρίζες θάλασσες γεμάτες γυαλιστερές λαμαρίνες και φώτα εκτυφλωτικά
τα σιδερένια τέρατα τον κύκλωναν συνεχώς, όλο και περισσότερο, άκουγε τις τρομαχτικές στριγκλιές τους, αυτός κρατιόταν όλο και πιο σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
 ο άλλος
στην κεντρική πλατεία
είχε ξαπλώσει σε ένα χαρτόνι στην άκρη του πεζοδρομίου
οι μηχανές των αυτοκινήτων ακουγόντουσαν σαν κύματα που ακουμπούσαν απαλά την ακτή, τα κορναρίσματα κοάσματα βατράχων απ' το ποτάμι, οι σειρήνες ουρλιαχτά λύκων το ξημέρωμα βαθιά μέσα στα δάση
εσύ σταθερός
στην αδιαφορία σου
 με τα ακουστικά να καλύπτουν τις κραυγές
και oi εικόνες να περνάνε σαν σε viewmaster
πιστός στο πνεύμα της εποχής.   


(ανέκδοτα ποιήματα )                                                         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου