Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟ ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ (5)


Πρόσωπα στον τοίχο
Μερικές φορές είμαστε όλοι
κορνιζωμένα πρόσωπα στον τοίχο
σάπια φρούτα της ωρίμανσης
έτοιμα να πέσουν απ’το δέντρο
σ’ ένα χωράφι που νοσταλγικά καρτερεί
το χάδι του περπατήματος ενός σκουληκιού
ενός φίλου μου
Τί μπορείς να αγναντέψεις από το μπαλκόνι του κόσμου;
Ποιος θα σου δώσει μια αγκαλιά λουλούδια
τώρα που τα ισχνά ζώα της σταύρωσης
απόμειναν ξερά
να σε κοιτούν με κατανόηση;
Δε σε βουλιάζει το στρώμα που σε φιλοξενεί;
Δε σε πίνει;
Έτσι πεισμώνω
να ρίξω άγκυρα σε ένα κόσμο που δε με θέλει
σ’ ένα κόσμο που ολόγυρα φλέγεται
όταν εγώ τον κοιτάω στα μάτια
κι εκείνος δε μπορεί
μα παρ’ όλα αυτά επιμένει
Απολογία: (τελευταία ομολογία μου για απόψε):
Συγγνώμη που βλέπετε τη φωτιά μέσα μου να καίει
από κάπου πρέπει να κρατηθώ κι εγώ


Οι περαστικοί
Κρύος καιρός, ομίχλη και καταχνιά.
Εγώ δίπλα στο παράθυρο,
όπως φανταζόμουν πως θα ήμουν και να γράφω.
Μέσα στη ζέστη του σπιτιού κανείς δε αισθάνεται θερμά.
Ούτε εγώ ούτε εσύ
ούτε κανείς από τους περαστικούς που περνάνε έξω από το παράθυρο,
αμέριμνοι για τα σπασμένα όνειρα που τα πνίγει η στέρηση.
Χαμένοι στα δικά τους.
Παρακαλάω να πάρουν ένα κομμάτι του βάρους μαζί τους,
καθώς χάνονται από τη θέα των ματιών μου, μακρυά,
σαν εργάτες σε αλυσίδα εργοστασίου.
Εσύ χλωμή κι άρρωστη από τη στέρηση,
εγώ ακόμα ήσυχος μη σπάσει το όνειρο και χαθεί.
Μα όσο πιο ήσυχος παραμένω τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο μιλάω να το μπαλώσω τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο αγαπώ, ραγίζει.
Όσο αδιαφορώ… Δεν αδιαφορώ.
Όσο κατανοώ, τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο υπάρχουν περαστικοί έξω από το παράθυρο,
θα μπορώ να στρέφω τα μάτια μου κάπου,
όταν δε θα μπορώ να σε κοιτάζω από πόνο
ή από ανημπόρια.
Μην τα παίρνεις σοβαρά αυτά που λέω.
Δεν είναι αυτό ένα ερωτικό γράμμα ούτε μια εξομολόγηση.
Είναι απλά η υστερνή πνοή μου εξήγησης πριν κάποιος περαστικός
με κουβαλήσει στην πλάτη του,
σα βάρος που του αγκιστρώθηκε,
πριν χαθεί η εικόνα μου στη γωνία του παραθύρου.
Στο βάθος ακούγεται κάποια Έσθερ.
Μέσα μου δεν ακούγεται τίποτα.
Ακούω μόνο ένα χτύπο καρδιάς,
πάνω σε κάποια πλάτη.

Edward Hopper, Night Windows

Ο έμπορος της ευτυχίας
Είναι αυτό το μικρό μαχαίρι που ζυγίζει κιόλας.
Δεμένος στην καρέκλα από κάποιου είδους εσωτερική συμφωνία
με την αυτοκαταστροφή, το γράπωμα στη ζωή ή την ανοησία μου,
περιμένω, όχι καρτερικά, την επίμαχη στιγμή.
Που θα πρέπει να κόψω μια λίβρα από τη σάρκα μου
σε αντάλλαγμα της ευτυχίας που συμφώνησα να λάβω.
Ιδού κόσμε, το γοερό μου δίλημμα.
Αφότου το ίδιο έγινες με το δέρμα μου
και το μέσα μου τώρα όλα διπλά συμβαίνουν
σαν σε αντικρινό καθρέφτη:
Αν κάνω πως κόβω από εσένα
ματώνω εγώ,
που δε μπορώ να σε κρατήσω ολόκληρη
όπως μου υποσχέθηκα.
Η συμφωνία χαλάει με το αίμα.
Αν κόψω από εμένα,
αργά πεθαίνω,
αφού κτηνωδώς το σώμα και το πνεύμα μου βιάζω
και το αφήνω να αιμορραγεί στην αψυχία που με πλησιάζει.
Αν απλά καθίσω με το μαχαίρι άπραγο
τοκίζεται το χρέος εις το τετράγωνο,
μέσα από τους καθρέφτες.
Έχασα την πόρτα της εξόδου στις αντανακλάσεις
κι εμένα.
Όμως υπάρχω ακόμα εδώ δεμένος.
“Σας παρακαλώ κυρίες και κύριοι του δικαστηρίου,
αφού ο κατηγορούμενος χρονοτριβεί
τιμωρείστε εσείς αυτό το κουρέλι
όπως του αξίζει.”
Σιωπή στην αίθουσα. Κανείς δε με υπερασπίστηκε. Ούτε καν εγώ.
“Δεν ήταν ποτέ άξιος να ευτυχίσει, κύριε Πρόεδρε.
Δεν του άξιζε μια Πόρσια να μασκαρευτεί για αυτόν.”
Έπεσε το κεφάλι μου καταφατικά βαρύ.
Μέσα από τον καθρέφτη ένα χαμόγελο ξεπρόβαλε.
Δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω αν ήμουν εγώ
που χάρηκα για τη σίγουρη καταδίκη μου
ή εσύ που ντυνόσουν δικηγόρος για να μου δώσεις κουράγιο
και να με υπερασπιστείς.
Ακόμα και με την υπόνοια, σου χρωστάω ένα ζευγάρι γάντια κι ένα δαχτυλίδι.
Μπορώ να πληρώσω αμέσως. Χωρίς δόσεις.
Αλλιώς μπορείς να πάρεις αυτή τη μία λίβρα του χρέους,
αν την κόψεις εσύ όμως.
Όσο για μένα, πάντα κάτι θα χάνω. Είμαι απλά ένας κακός έμπορος με όνειρα
και παίρνω -ή δίνω- αυτό που μου αξίζει.

Το χωριό του Πιθανόν
Σε ένα από τα κοντινά μου ταξίδια,
βρέθηκα στο ξεχασμένο χωρίο του Πιθανόν.
Ένα χωριό χτισμένο πάνω στις πέτρες,
με πετρόχτιστα σπίτια,
που βλέπουν τα πάντα από ψηλά.
Οι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν πολλά χρόνια πριν,
όταν διαπίστωσαν πως ζούσαν σε μια αντίφαση.
Όποια πέτρα του Πιθανόν κι αν σήκωναν
πάντα από κάτω κρυβόταν μια Βεβαιότητα.
Δεν άντεχαν να ζουν σε μια αντίφαση.
Η λογική κι η αξιοπρέπειά τους
δεν τους το επέτρεπαν.

Απόσταση
Κουράστηκα πια!
Όλοι ζητούν κι όλο πιο λίγος απομένω…

(Αγκάθι)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου