Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ (12)


                                    Επισκέψεις

Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέπτες που κυκλογύριζαν ολημερίς
Για να 'βρουν ένα σπίτι που 'μεινε κλειδωμένο

Υαλοπίνακες αφημένοι στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους

Τι θέλουν

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες φύγανε
Διωγμένοι

Σαθρές καρέκλες φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

Πού να τους βάλω να καθίσουν
Τις σαθρές καρέκλες πώς να δικαιολογήσω


                   Κάποιος έφυγε

Κάποιος έφυγε από μέσα μας
Ξεκλείδωσε κάποτε τους αρμούς μας
Φόρεσε τα πιο ωραία μας ρούχα
Και κάνοντας μια ραγισματιά αιφνίδια
Πετάχτηκε
Όπως απ' το νεκρό πετιέται η στερνή πνοή
Πετάχτηκε με τους πολλούς καθρέφτες
Τους αμέτρητους ήλιους

Έφυγε
Δεν ήθελε να ζει μαζί μας
Σφίγγοντας νεκρά πουλιά
Κλείνοντας τον παγωμένο αέρα στα γόνατα
Έριξε το κορμί του στη νύχτα
Στην άλλη υπόσταση των πραγμάτων
Έφυγε αφήνοντάς μας μια ραγισματιά αιφνίδια
Τις μικρές λυπημένες φωνές των πραγμάτων
Κάτι σωπασμένους αδύνατους ήχους
Ανέκφραστα πενιχρά πράγματα
Που τον βαστάζουν και τον θυμούνται
Όπως η άνοιξη κάθε φορά που έρχεται τον θυμάται
Κι η γυρισμένη ζωή
Και τ' ανοιγμένο μας στήθος

Εμείς τον κλαίμε ακόμη


                         Η Λόγχη

Το βορινό άστρο σημαδεύει την παγωνιά
Το παρόν τρυπημένο στη σάρκα του
Λουλούδι μελλοθάνατο

Λουλούδι μελλοθάνατο
Δική μου τελευταία μου νύχτα
Απέραντα κλαίει η καρδιά μου


                       Ένα χρώμα ποτέ

Τα χέρια μας ξεψύχησαν μέσα στο φως

Τα έριξα μέσα στο φως τα χέρια μου
Μέσα στη θάλασσα στ' αγάλματα στο καλοκαίρι
Που αφήνανε ένα χρώμα πεταμένο ποτέ
Ένα χρώμα στοιχειωμένο ποτέ
Κάτι που δεν έγινε ή δεν υπήρξε
Θάλασσα μακρινή άγαλμα ακαταμάχητο
Καλοκαίρι απελπισμένο αγαπημένο
Τώρα βγαίνει ένα πρόσωπο μες απ' το αίμα
Ένα πρόσωπο στραγγισμένο μες απ' το αίμα
Λησμονημένα πράγματα κυκλοφορούνε μες στα μάτια του
Σκυμμένα κάτω απ' τον καιρό
Βαραίνοντας μια ζωή που ήταν αλαφριά κάποτε
Και τώρα τίποτα άλλο ένας καθρέφτης μόνο
Σκορπίζοντάς την μες στη νύχτα
Όπως αυτό το ποίημα που τελειώνει τώρα
Τη σκορπίζει

(Οι μικρές μέρες)


                          Η κλεψύδρα με τις στάχτες 
                                          Χ

Έτσι έπρεπε να πεις ήταν
Έτσι ήταν κάποτε
Έτσι ήταν έπρεπε να πεις
Για μια φορά μόνο
Μια φορά
Κι έτσι πρέπει να πεις πρέπει
Να γίνουν όλ' αυτά να γυρίσουν
Όταν μια φορά γίνανε
Να γίνουνε να γυρίσουν
Γύρισμα σκοτεινού σκαλιού
Κυνηγώντας τα πόδια σου
Όλο πιο πάνω γύρισμα
Γύρισμα εκείνο που κάποτε
Ξένο και δύσκολο είναι
Αφού ήλιος δεν υπάρχει πια
Των ματιών που μόνο τώρα κοιτάζουν
Τα πράγματα που μόνο τώρα κοιτάζουν
Το αίμα σου τιναγμένο μέσα από κάμαρες φόνου
Γερνώντας απαίσια καθώς βρέχει
Γερνώντας απαίσια μέσα σε νύχτες μοναξιάς
Το αίμα σου
Πίσω από μια βροχή παντοτινή
Μάτια θολά χαμένα χρώματα
Τόσες φορές να πεθάνεις είπες
Είπα τόσες φορές να πεθάνω
Σ' ένα πρόσωπο στη θάλασσα σε μια λέξη
Στα γονατισμένα μεσάνυχτα
Είπα τόσες φορές να πεθάνω
Που έχω πεθάνει
Σ' όσες χαρές θανάτου έχω ζήσει


                                Το μεγάλο θέαμα

Η φωνή μου σάπισε
Καθώς τα μάτια με έσπρωχναν
κάτω ολοένα πιο κάτω
Σ' ένα μέρος χαμηλό και κλειστό
Λυμένο απόγευμα

Πάνω και κάτω ο λεκιασμένος τοίχος
Οι ανάπηροι άγγελοι το σανίδι
Και το φάντασμα μιας θάλασσας
Νιότης πικρής

Πάνω και κάτω ο λεκιασμένος τοίχος
Καράβια κύτταρα του νυχτωμένου αγέρα

Ανάβουν από παντού φώτα μέσα στη νύχτα
Το μεγάλο θέαμα
Σκονισμένα παπούτσια ζώα και σκεύη
Κόκκινα μάτια κι η φωνή σαπισμένη

Ένα τρύπιο κεφάλι
Πάνω και κάτω στο λεκιασμένο τοίχο
Σηκώνεται και πέφτει

(Η κλεψύδρα με τις στάχτες)


                               Σπίτι του κάρβουνου

Μέρες στενά παπούτσια
Σπίτι του κάρβουνου
Καθώς απ' τ' ανοιγμένο δέμα
Έπεσαν όλοι στο κενό
                   
                        Ελαστικοί και αδιάφοροι
                        Που θα μπορούσες να ζεις ήσυχα
                        Μ' ό,τι δε σ' αφορά πια
                        Μες στην τομή του μηδενός

Κομμάτι από συνήθεια

Άσκηση του ζώου μες στο μάτι

Πιο σκοτεινά στο σκοτάδι

                         Και στο χαρτί
                         Μελανό μοναχικό χαρακίρι
                         Το σεληνιακό τοπίο
                         Να χαρακώνει και να σφίγγει το σαλόνι


                                 Ζέστη κλειστά παράθυρα

Ζέστη κλειστά παράθυρα
                                        Μια ετοιμόρροπη βροχή
Μαζέψαν οι μέρες  Καλά που πήρα τσιγάρα

Ένας καπνός απ' άλλες μέρες στα χέρια μου

Από κείνο το φως που έσβησε πρόπερσι με κάνεις να κρυώνω

Η νύχτα ένας απόκρημνος φόβος
Ώσπου το σπίτι θηλιά δέθηκε στο λαιμό μου
Το δωμάτιο κλείστηκε μες στο περιεχόμενό του
Έτρεχε κάτι το κόκκινο και πολύ πηχτό
Απ' τη σεξουαλική τραγωδία των ονείρων
Όμως το σώμα με τις πεσμένες σάρκες του ησύχασε τώρα
Σ' αυτό το άηχο και πολύ παρελθόν
 
                                         Αύριο κι αύριο κι αύριο

Να 'χετε μαζί την ταυτότητά σας
Ένα βλέμμα σκουπίδια  Ποντίκια του '50
Και μια κρύα καρδιά

Μπάζει από παντού σ' αυτό το σαράβαλο ποίημα


(Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα)


                                        Υιοθετήσαμε

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ' αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο


                              Ένιωθα το χρόνο να φεύγει

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ' τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα

(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)

Yves Tanguy, The furniture of time

                                               *

Είναι μια πέτρινη στιγμή
Στιγμή παντοτινή κατάσαρκη
Βλεφάρων που παγώσαν
Πάνω σ' αγαπημένα πράγματα
και με φωνάζουν


(Από τα Αδημοσίευτα)

*Όλα τα ποιήματα εμπεριέχονται στον τόμο Φύλακας ερειπίων)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου