Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

CHARLES BUKOWSKI

Δεν είναι ποιος έζησε εδώ

μα εδώ ποιος πέθανε¨
και δεν είναι το πότε
μα το πώς¨
                          δεν είναι
                    ο σπουδαίος διάσημος
μα ο σπουδαίος που πέθανε άσημος¨
                       δεν είναι
                             η ιστορία
των κρατών
μα οι ζωές των ανθρώπων.
Οι μύθοι είναι όνειρα,
                             όχι ψέματα,
και η αλήθεια αλλάζει
καθώς αλλάζουν
                   οι άνθρωποι,
         και σαν στεριώσει η αλήθεια
οι άνθρωποι θα πεθάνουν
                                           και
το έντομο
και η φωτιά και
η πλημμύρα
θα γίνουν
                  αλήθεια.


Η σύλληψη

σκατά, είπε,
τραβώντας το έξω απ' το νερό,
τι είναι τούτο;

μία Καμπούρα Φάλαινα του Ιουνίου, είπα.

όχι, είπε ένας τύπος που στεκόταν δίπλα μας στην
                      αποβάθρα,
είναι ένα Ανεμο-Κύμα Αμμο-Ψηλαφητής.

ένας περαστικός είπε,
είναι μια Εσπαντρίλια για Φαντάγκο χωρίς σιρίτια

βγάλαμε το αγκίστρι και το πράγμα ανασηκώθηκε κι
έκλασε. ήταν γκρι και σκεπασμένο με τρίχες
και χοντρό και βρομούσε σαν πολυφορεμένες κάλτσες.

άρχισε να κατηφορίζει στην αποβάθρα και το ακολουθήσαμε.
έφαγε ένα σάντουιτς με λουκάνικο κι ένα κουλούρι μεσ' απ'
τα χέρια ενός μικρού κοριτσιού. έπειτα πήδηξε στού
λούνα παρκ τα αλογάκια και καβάλησε ένα πίντο. στο τέλος
έπεσε και κυλίστηκε στο πριονίδι.

το περιμαζέψαμε.
μαλακίες, είπε, μαλακίες.

έπειτα γύρισε κι άρχισε να περπατά στην αποβάθρα.
ένα πλήθος μας πήρε στο κατόπι καθώς μαζί του περπατήσαμε.
είναι κόλπο διαφημιστικό, είπε κάποιος,
είναι ένας άντρας με λαστιχένιο κοστούμι.

ύστερα καθώς περπατούσε άρχισε πολύ βαριά
να ανασαίνει. έπεσε ανάσκελα
κι άρχισε να σπαρταράει.

κάποιος έχυσε ένα ποτήρι μπύρα στο κεφάλι του.

μαλακίες, είπε, μαλακίες.

ύστερα πέθανε.

το κυλήσαμε ως την άκρη της αποβάθρας και το ρίξαμε
πίσω στο νερό, το είδαμε να βουλιάζει και να χάνεται.

ήταν μια Καμπούρα Φάλαινα του Ιουνίου, είπα.

όχι, είπε ο άλλος, ήταν ένα Ανεμο -Κύμα Αμμο -Ψηλαφητής.

όχι, είπε ο άλλος ο ειδήμονας, ήταν μια Εσπαντρίλια για Φαντάγκο
χωρίς σιρίτια.

τότε πήρε ο καθένας το δρόμο του ένα απομεσήμερο του Αυγούστου.


Enzo Cucchi

Κάποιοι άνθρωποι

κάποιοι άνθρωποι δεν τρελαίνονται ποτέ.
εγώ κάποιες φορές,
θα ξαπλώσω πίσω από τον καναπέ
για 3 ή 4 μέρες.
θα με βρουν εκεί.
Χερουβείμ είναι, θα πούνε, και
θα ρίξουν κρασί μες στο λαρύγγι μου
θα μου τρίψουν το στήθος
με αιθέρια έλαια θα με ραντίσουν.

τότε, μ' έναν βρυχηθμό θα σηκωθώ,
πομπώδης, οργισμένος -
ρίχνοντας κατάρες σ' αυτούς και στο σύμπαν
την ώρα που θα τους σκορπίζω τριγύρω
στο γρασίδι.
θα νιώσω καλύτερα,
θα καθίσω να φάω αυγά και τοστ,
θα σιγοτραγουδήσω,
ξάφνου θα γίνω αξιαγάπητος σαν
ροζ παραφαγωμένη
φάλαινα.

κάποιοι άνθρωποι δεν τρελαίνονται ποτέ.
πόσο πραγματικά απαίσιες ζωές
πρέπει να ζουν.


Κυριακή πριν το μεσημέρι

τα κλαδιά σπάζουν, τα πουλιά πέφτουν τα κτήρια έπιασαν φωτιά,
οι πόρνες στέκονται προσοχή,
βόμβες στοιβάζονται,
απόγευμα, πρωί, βράδυ,
φυστικοβούτυρο,
γεράκια φυστικοβούτυρου,
η βροχή ανασαίνει όπως τα κρίνα στην κορυφή της κεφαλής μου,
δαγκάνες δαγκάνες
φιλιά σαν ατσάλινοι σφιγκτήρες
στόματα με σκώρους γεμάτα,
υδροκέφαλες γυναίκες παίρνουν πίπες,
η Φλόριδα με ολόγιομο φεγγάρι,
ο καρχαρίας με στόμα γεμάτο άνθρωπο
ο άνθρωπος με στόμα γεμάτο φυστικοβούτυρο, βροχή
η βροχή κρυφοκοιτάζει τα σωθικά των ζοφερών ωρών,
άλογα ονειρεύονται άλογα,
λουλούδια ονειρεύονται λουλούδια,
άλογα τρέχουν με κομμάτια ζοφερών ωρών της αγαπημένης μου
       σάρκας,
το ψωμί καίγεται, όλη η Ισπανία φλέγεται και
οι πόλεις ονειρεύονται κρατήρες,
βόμβες μεγαλύτερες κι απ' τα μυαλά των πάντων,
πέφτουν
είναι τα ρολόγια πετεινοί ντελάληδες;
οι πετεινοί στέκουν πάνω στον φράχτη
οι πετεινοί ξεφωνίζουν το φυστικοβούτυρο,
η ΦΩΤΙΑ θα 'ναι μεγάλη, η φλόγα θα ' ναι τρανή,
δώσε στα πάντα αποχαιρετιστήριο
φιλί φιλί φιλί,
ελπίζω σήμερα να βρέξει, ελπίζω
τα αεριωθούμενα να πέσουν, ελπίζω
το μικρό γατί να βρει κάποιο ποντίκι, ελπίζω
να μην το δω αυτό, ελπίζω
να βρέξει, ελπίζω
όλα να μείνουν μακριά μου,
ελπίζω μια γέφυρα, ένα ψάρι, κάπου ένας κάκτος
το μεσημέρι γάτας μουστάκια αγέρωχα,
ονειρεύομαι λουλούδια και άλογα
τα κλαδιά σπάζουν τα πουλιά πέφτουν τα κτήρια
έπιασαν φωτιά, η πόρνη μου περπατά μες στο δωμάτιο
και μου χαμογελά.


μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου