Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

T.S. ELIOT : THE WASTE LAND


                            ΙΙ. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ   (αποσπάσματα)

Η καρέκλα όπου εκείνη καθόταν, σαν στιλβωμένος θρόνος,
Λαμπύριζε πάνω στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Αναρτημένος σε περικοκλάδες δουλεμένες με μεστωμένα κλήματα
Απ' όπου κρυφοκοίταζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Πίσω απ' τη φτερούγα του κάποιος άλλος έκρυβε τα μάτια του)
Διπλασίαζε τις φλόγες από εφτάκλωνους λυχνοστάτες
Ανταυγάζοντας φως επάνω στο τραπέζι καθώς
Το λαμποκόπημα των κοσμημάτων της αναπηδούσε να το συναντήσει,
Από μεταξωτές κασετίνες που ξεχείλιζαν τον πλούτο.
Σε ξεβούλωτα μπουκαλάκια από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Παραμόνευαν τα παράξενα, συνθετικά της αρώματα,
Πομάδες, πούδρες, είτε υγρά -τάραζαν, αναστάτωναν,
Και πνίγαν τις αισθήσεις μ' ευωδιές. αναταραγμένες απ' τον αέρα
Που φρεσκάριζε απ' το παράθυρο, αυτές ανέβαιναν
Κάνοντας πιο χοντρές τις φλόγες των ψηλόλιγνων κεριών
Ξερνούσαν τον καπνό τους στη βερνικωμένη οροφή,
Ανασαλεύοντας τις παραστάσεις στα φατνώματα.
Τεράστιες θαλασσιές φυλλωσιές τονισμένες με χαλκό,
Πράσινη πατίνα και πορτοκαλιά, πλαισιωμένες με χρωματισμένη πέτρα
Που μέσα στο θλιμμένο τούτο φως ανάγλυφο ένα δελφίνι
                                                                                κολυμπούσε.
Πάνω από του τζακιού την παλαιική κορνίζα διαδραματιζόταν
Λες κι άνοιγε κάποιο παράθυρο στη σκηνή του δάσους
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, τόσο βάναυσα βιασμένης
Απ' το βάρβαρο το βασιλιά. ωστόσο η αηδόνα εκεί
Γέμιζε όλη την ερημιά με ακαταμάχητη φωνή
Κι ακόμα εκείνη φώναζε, κι ακόμα ο κόσμος συνεχίζει,
"Τσου Τσου" σε πρόστυχα αυτιά.
Κι άλλα ξεθωριασμένα συντρίμμια χρόνου
Διηγόντουσαν οι τοίχοι. προσηλωμένες μορφές
Έγερεναν, σκυμμένες, επιβάλλοντας σιωπή στον περίκλειστο χώρο.
Βήματα σέρνονταν στη σκάλα.

Στο φως του τζακιού, κάτω απ' τη βούρτσα, τα μαλλιά της
Ξεχύθηκαν σε φλογισμένες αιχμές
Πυρακτώθηκαν σε λέξεις, ύστερα θα έμεναν αγρίως ακίνητα.

"Τα νεύρα μου είναι χάλια απόψε. Ναι, χάλια. Μείνε κοντά μου.
Μίλα μου. Γιατί ποτέ σου δε μιλάς; Μίλα.
Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι; Τι σκέφτεσαι; Τι;
Δεν ξέρω ποτέ μου τι σκέφτεσαι. Σκέψου."

Θαρρώ πως είμαστε σε ποντικών στενοποριά
Όπου οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.


Anselm Kiefer, The Ierarchy of angels


                           IV. ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

Ο Φληβάς ο Φοίνικας, δυο βδομάδες νεκρός,
Λησμόνησε τον κρωγμό των γλάρων, και τη φουσκοθαλασσιά
Και το κέρδος και τη ζημιά.
                                      Ένα υποβρύχιο ρέμα
Ξεψάχνισε τα κόκαλά του μέσα σε ψιθύρους. Ταλαντευόμενος
Διάβηκε τα στάδια των ώριμων χρόνων του και της νιότης
Καθώς έμπαινε στη ρουφήχτρα.
                                            Εθνικέ ή Εβραίε
Ε συ που γυρνάς το τιμόνι και κοιτάς κατά τον άνεμο,
Συλλογίσου τον Φληβά, που κάποτε ήταν όμορφος και ψηλός
                  όπως εσύ.


                         V. ΤΙ ΕΙΠΕ Η ΒΡΟΝΤΗ  (αποσπάσματα)

Ύστερα από το φως των δαυλών πυρρό σε κάθιδρα πρόσωπα
Ύστερα από την ψυχρή σιωπή στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε πετρότοπους
Οι κραυγές και το κλάμα
Φυλακή και μέγαρο και αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω σε απόμακρα βουνά
Εκείνος που ζούσε είναι τώρα νεκρός
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν έχει νερό παρά μόνο βράχια
Βράχια και διόλου νερό κι ο αμμουδερός δρόμος
Ο δρόμος στριφογυρίζοντας ψηλά ανάμεσα στα βουνά
Που είναι βουνά από βράχια χωρίς νερό
Αν είχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Αναμεσίς στα βράχια δε μπορείς να σταματήσεις ή να σκεφτείς
Ο ιδρώτας στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν είχε νερό τουλάχιστο αναμεσίς στα βράχια
Νεκρό βουνίσιο στόμα με χαλασμένα δόντια ανήμπορο να φτύσει
Εδώ δε μπορείς να σταθείς μήτε να γείρεις μήτε και να καθίσεις
Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά
Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή
Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά
Παρά ξαναμμένα πρόσωπα σκυθρωπά καγχάζουν και γρυλίζουν
Μεσ' από εξώθυρες χαμόσπιτων από σκασμένη λάσπη
                                                                              Αν είχε νερό
Και διόλου βράχια
Αν είχε βράχια
Και νερό μαζί
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα ανάμεσα στα βράχια
Αν είχε μόνο τον ήχο του νερού
Όχι του τζίτζικα
Και χορτάρι ξερό να ψάλλει
Αλλά ήχο νερού πάνω από βράχο
Όπου η μοναχική τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντριπ ντροπ ντροπ ντροπ ντροπ
Αλλά δεν έχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που πάντοτε βαδίζει πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαστε μαζί μόνο εσύ κι εγώ
Όταν όμως κοιτάζω μπροστά μου στον κατάλευκο δρόμο
Πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος μέσα σ' έναν καφετί μανδύα,
                                                  κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα ποιος είναι εκείνος στο άλλο σου πλευρό;


Μετάφραση: Κλείτος Κύρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου