Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

SYLVIA PLATH (3)


                  ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΛΑΓΩΝ


Ήταν ένα τοπίο βίαιο -
ο αέρας με φίμωνε με τα μαλλιά μου
ξερίζωνε τη φωνή μου, κι η θάλασσα
με τύφλωνε με τη λάμψη της, οι ζωές των νεκρών
ξετυλίγονταν μέσα της, απλώνονταν σαν πετρέλαιο.

Γεύτηκα τη μοχθηρία του σπάρτου,
τα μαύρα του αγκάθια
το ευχέλαιο των κίτρινων, κέρινων ανθών του.
Ήταν δραστικά, πανέμορφα,
και ακραία, σαν μαρτύριο.

Αναπόφευκτα κατέληγες εκεί.
Κοχλάζοντας, μυρωμένα,
τα μονοπάτια οδηγούσαν στο κοίλωμα.
Και οι βρόχοι σχεδόν εξαλείφονταν-
μηδενικά, που άδραχναν το τίποτα,

διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν ωδίνες τοκετού.
Η απουσία κραυγών
άνοιγε μια τρύπα στη ζεστή ημέρα, ένα κενό.
Το υαλώδες φως ήταν διάφανο τείχος,
οι λόχμες σιωπούσαν.

Ένιωθα μια ακίνητη εγρήγορση, μια πρόθεση.
Ένιωθα δάχτυλα γύρω από ένα φλιτζάνι τσαγιού, νωθρά, βαριά,
να τυλίγουν τη λευκή πορσελάνη.
Πώς τον πρόσμεναν, εκείνοι οι μικροί θάνατοι!
Τον πρόσμεναν σαν ερωμένες. Τον συνέπαιρναν.

Ένας δεσμός μας ένωνε κι εμάς -
ανάμεσά μας τεντωμένα σύρματα,
πάσσαλοι ριζωμένοι βαθιά κι ένας νους δακτύλιος
που παγιδεύει ακαριαία το γρήγορο θήραμα,
το σφίξιμό του κι εμένα να σκοτώνει.


                     Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ

Καταρχήν, είσαι ο άνθρωπός μας;
Έχεις γυάλινο μάτι,
μασέλα ή δεκανίκι,
σιδεράκια ή γάντζο,
λαστιχένια στήθη ή ψεύτικο καβάλο,

ράμματα να δείχνουν ότι κάτι σου λείπει; Όχι, όχι;
Τότε τι θέλεις από μας;
Το κλάμα πάψε.
Άνοιξε το χέρι σου.
Άδειο; Άδειο. Να ένα χέρι

να το γεμίσει, πρόθυμο
τσάι να φέρνει και να παίρνει πονοκεφάλους
και να κάνει ό,τι του λες.
Θα το παντρευτείς;
Σου εγγυόμαστε

ότι θα σου κλείσει τα μάτια στο τέλος
και θα διαλυθεί από τη θλίψη.
Φτιάχνουμε νέο απόθεμα απ' το αλάτι.
Βλέπω ότι είσαι ολόγυμνος.
Τι λες γι' αυτό το κοστούμι -

μαύρο και άκαμπτο, αλλά σου πάει γάντι.
Θα το παντρευτείς;
Είναι άθραυστο, αδιάβροχο
απρόσβλητο απ' τη φωτιά
και τις βόμβες που πέφτουν από ψηλά.
Πίστεψέ με, σ' αυτό μέσα θα θαφτείς.

Το κεφάλι σου τώρα, να με συγχωρείς, αλλά είναι άδειο.
Έχουμε όμως τη λύση.
Έλα εδώ, γλύκα, βγες απ' την ντουλάπα.
Λοιπόν, τι έχεις να πεις γι' αυτό;
Τώρα είναι σαν άγραφο χαρτί

αλλά σε εικοσιπέντε χρόνια θα είναι ασημένια
σε πενήντα χρυσή.
Μια κούκλα ζωντανή, από κάθε άποψη.
Μπορεί να ράβει, μπορεί να μαγειρεύει,
μπορεί να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει.

Λειτουργεί, βλάβη δεν θα βρεις.
Θέλεις να κλείσεις μια οπή, είναι κατάπλασμα.
Θέλεις να δεις, είναι εικόνα.
Αγόρι  μου, είναι η μοναδική σου επιλογή.
Θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς.


women of antiquity-by-anselm-kiefer


                           ΘΑΝΑΤΟΣ & ΣΙΑ

Δύο. Και βέβαια είναι δύο.
Τώρα μοιάζει απολύτως φυσικό -
ο ένας δε σηκώνει ποτέ το βλέμμα, τα στρογγυλά του μάτια
σφαλιστά, όπως στις μορφές του Μπλέικ.
Επιδεικνύει

τα εκ γενετής σημάδια που είναι το σήμα κατατεθέν του -
την ουλή απ' το καυτό νερό
τη γυμνή
οξείδωση του κόνδορα.
Είναι ωμό κρέας. Το ράμφος του

ξαστοχεί: δεν είμαι δική του ακόμα.
Μου λέει πόσο άσχημη βγαίνω στις φωτογραφίες.
Μου λέει πόσο γλυκά
δείχνουν τα μωρά στην παγωνιέρα
του νοσοκομείου, μια απλή

δαντελίτσα στο λαιμό,
μετά οι αύλακες των ιωνικών τους
σαβάνων,
μετά δυο ποδαράκια.
Δεν χαμογελά ούτε καπνίζει.

Αυτά τα κάνει ο άλλος,
τα μαλλιά του μακριά κι εντυπωσιακά.
Μπάσταρδος
που αυνανίζει μια λάμψη,
θέλει να αγαπηθεί.

Μένω ασάλευτη.
Η παγωνιά σχηματίζει ένα λουλούδι,
η δροσοσταλίδα ένα αστέρι.
Η πένθιμη καμπάνα,
η πένθιμη καμπάνα.

Κάποιος έχει ξοφλήσει.


Μετάφραση: Ελένη και Κατερίνα Ηλιοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου