Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

ALLEN GINSBERG

                                              ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

                                     Για τον Καρλ Σόλομον

                                           Ι.  (αποσπάσματα)

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
   υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
   μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
   με την αστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν
   καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
   πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στη τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον Ουρανό
   κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
   αγγέλους μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
   του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
            του πολέμου,
που διώχτηκαν από τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
   στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν απ' το φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
   τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
   μεσ' απ' τον τοίχο ................

που έκλαψαν για τον ρομαντισμό των δρόμων με τα καρότσια τους γεμάτα
   κρεμμύδια και μουσική για πέταμα,
που κάθισαν σε χαρτόκουτα ανασαίνοντας στο σκοτάδι κάτω από τη γέφυρα,
   και σηκώθηκαν στα δωμάτια τους για να φτιάξουν κλαβεσίνα,
που έβηξαν στο έκτο πάτωμα του Χάρλεμ στεφανωμένοι με φλόγα
   κάτω από τον φυματικό ουρανό ζωσμένοι από καφάσια πορτοκαλιών
   της θεολογίας,
που ορνιθοσκάλισαν όλη νύχτα ξεφαντώνοντας με σπουδαίες
    επωδούς που στο κίτρινο πρωινό έμοιαζαν στίχοι ασυνάρτητοι,
που μαγείρεψαν σαπισμένα ζώα πνευμόνι καρδιά πόδι ουρά σπάλα και τορτίγες
   ονειρευόμενοι το αγνό λαχανικό βασίλειο,
που χώθηκαν κάτω από φορτηγά κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό,
που πέταξαν τα ρολόγια τους απ' την ταράτσα για να ρίξουν ψήφο υπέρ της
   Αιωνιότητας, έξω απ' τον Χρόνο, και ξυπνητήρια έπεφταν
   κάθε μέρα στα κεφάλια τους για την επόμενη δεκαετία,
που έκοψαν τις φλέβες τους τρεις φορές στη σειρά ανεπιτυχώς,
   τα παράτησαν και αναγκάστηκαν να ανοίξουν παλαιοπωλεία
   όπου ένιωθαν πως γερνούσαν
   κι έκλαιγαν,
που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κοστούμια
   στη Λεωφόρο Μάντισον μέσα σε εκρήξεις μολυβένιας ποίησης
   και τον φουλαριστό κρότο των μελαγχολικών ορδών της
   μόδας και τις νιτρογλυκερινικές κραυγές των ξωτικών
   της διαφήμισης και τον υπερίτη των απαίσιων διανοούμενων
   εκδοτών, ή τους πάτησαν τα μεθυσμένα ταξί
   της Απόλυτης Πραγματικότητας,
που πήδηξαν από τη γέφυρα του Μπρούκλυν συνέβη πράγματι
   και τράβηξαν μακριά άγνωστοι και ξεχασμένοι μέσα στην
   στοιχειωμένη παραζάλη των παρόδων της σούπας και των πυροσβεστικών
   οχημάτων της Τσάινατάουν δίχως μια κερασμένη μπύρα,
που τραγούδησαν απ' τα παράθυρά τους απελπισμένοι, έπεσαν απ' το παράθυρο
   του μετρό, πήδηξαν στον βρομερό Πασάικ, σαλτάρισαν πάνω σε
   νέγρους, έκλαψαν σ' όλο το δρόμο, χόρεψαν ξυπόλητοι
   πάνω σε σπασμένα κρασοπότηρα, τσάκισαν δίσκους
   γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζαζ του ΄30, τελείωσαν
   το ουίσκι και ξέρασαν στενάζοντας στον ματωμένο
   καμπινέ, στ' αυτιά τους τα βογκητά και το ξέσπασμα των κολοσσιαίων
   ήχων του ατμού,
που σβάρνισαν τις εθνικές οδούς των περασμένων χρόνων ταξιδεύοντας ο ένας
   στον Γολγοθά του άλλους με γρήγορα αυτοκίνητα στη μοναχική αγρύπνια
   της φυλακής ή στη μετενσάρκωση της τζαζ του Μπίρμινχαμ,
που οδήγησαν από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη σε εβδομήντα δύο ώρες
   για να μάθουν αν εγώ, εσύ ή ο άλλος είχαμε κάνα όραμα για να βρούμε
   την Αιωνιότητα,
που ταξίδεψαν στο Ντένβερ, που πέθαναν στο Ντένβερ, που γύρισαν
   στο Ντένβερ και μάταια πρόσμεναν, ατένισαν το Ντένβερ
   και μελαγχόλησαν κι έμειναν μόνοι στο Ντένβερ και τελικά έφυγαν μακριά
   για να βρουν τον Χρόνο, και τώρα το Ντένβερ είναι έρημο
   από ήρωες,
που έπεσαν στα γόνατα μέσα σε απέλπιδες εκκλησίες προσευχόμενοι ο ένας
   για τη σωτηρία του άλλου και το φως και τα στήθη, μέχρι που η ψυχή
   φώτισε τα μαλλιά της για μια στιγμή,
που παλάβωσαν στη φυλακή προσμένοντας απίθανους
   εγκληματίες με χρυσά κεφάλια και τη γοητεία της πραγματικότητας
   στις καρδιές τους που τραγούδησαν όμορφα μπλουζ στο Αλκατράζ,
που αποσύρθηκαν στο Μεξικό για να εξελίξουν μια συνήθεια, ή στο Ρόκυ Μάουντεν
   για τον τρυφερό Βούδδα ή στην Ταγγέρη για τ' αγόρια ή
   στη Σάουθερν Πασίφικ για τη μάυρη ατμομηχανή ή στο Χάρβαρντ
   για τον Νάρκισσο στο Γούντλον για τις γιρλάντες των ανθέων ή τον τάφο,
που απαίτησαν δίκες λογικές κατηγορώντας το ραδιόφωνο για υπνωτισμό και
   απόμειναν με την τρέλα τους και τα χέρια τους και
   δίβουλους ενόρκους,
που πέταξαν πατατοσαλάτα στους ομιλητές για τον Ντανταϊσμό στο κολλέγιο
   της Νέας Υόρκης και αργότερα εμφανίστηκαν στα γρανιτένια σκαλοπάτια
   του τρελοκομείου με τα κεφάλια ξυρισμένα και παλαβές
   κουβέντες της αυτοκτονίας απαιτώντας άμεση λοβοτομή,
και που αντ' αυτής έλαβαν το τσιμεντένιο κενό της ινσουλίνης Μετραζόλ
   ηλεκτροσόκ υδροθεραπεία ψυχοθεραπεία
   εργασιοθεραπεία πινγκ πονγκ και αμνησία,
που σε σοβαρή διαμαρτυρία αναποδογύρισαν συμβολικά μονάχα ένα τραπέζι
   του πινγκ πονγκ, ησυχάζοντας στην κατατονία,
επιστρέφοντας μετά από χρόνια τελείως φαλακροί πέρα απ' την περούκα των αιμάτων,
   και των δακτύλων και των δακρύων, στην προφανή καταδίκη των ψυχοπαθών
   στους θαλάμους των ψυχιατρικών συγκροτημάτων της Ανατολής,
στους δύσοσμους διαδρόμους του Πίλγκριμ Στέητ του Ρόκλαντ και του Γκρέυστοουν,
   λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής, μεσάνυχτα με ταρακούνημα
   στον μοναχικό πάγκο των πετρόκτιστων βασιλείων της αγάπης,
   το όνειρο της ζωής ένας εφιάλτης, κορμιά που πέτρωσαν
   βαριά σαν το φεγγάρι,
με τη μητέρα τελικά ******, και το τελευταίο φανταστικό βιβλίο πεταγμένο
   απ' το παράθυρο, και την τελευταία πόρτα κλεισμένη
   στις τέσσερις τα ξημερώματα και το τελευταίο τηλέφωνο πεταγμένο στον τοίχο
   σαν απάντηση και το τελευταίο επιπλωμένο δωμάτιο αδειασμένο ως
   το τελευταίο κομμάτι πνευματικής επίπλωσης, ένα κίτρινο χάρτινο ρόδο
   πλεγμένο σε μια συρμάτινη κρεμάστρα στη ντουλάπα, κι αυτό ακόμα
   φανταστικό, τίποτ' άλλο πέρα από μία ελάχιστη αισιόδοξη γεύση
   παραίσθησης-


Ω Καρλ, όσο εσύ δεν είσαι ασφαλής δεν είμαι ούτε εγώ, και τώρα είσαι
   στ' αλήθεια μέσα στη ζωική σούπα του χρόνου -
και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους κυριευμένος από
   την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης
   του καταλόγου του μέτρου και του δονητικού πεδίου,
που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο
   μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο
   της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα και συνένωσε
   τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της
   συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση
   του Pater Omnipotens Aeterna Deus
για να δημιουργήσει ξανά το μέτρο και τη σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας και
    να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και
    τρεμάμενος από ντροπή, αποριμμένος μα εξομολογώντας
    την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο
    γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος,
    θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί
    στον χρόνο μετά το θάνατο,
και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ
    μέσα στον χρυσοκέρατο ήχο της μπάντας και έπαιξε τον πόνο του
    γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ' ενός σαξοφώνου την κραυγή ηλί ηλί
    λαμά σαβαχθανί που ρίγησε
    τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ' τα
   κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια.



μετάφραση : Γιάννης Λειβαδάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου