Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

GUILLAUM APOLLINAIRE (6)

                         Η ΚΥΡΙΑ

Τοκ -τοκ Την πόρτα του έχει κλείσει
Μαράθηκαν του κήπου τα κρίνα
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο νεκρός που παίρνουν

Μόλις αλαφροχτύπησες την πόρτα του
Και τροτ -τροτ
Τροτάρει η μικρή ποντικίνα


                           1909

Η κυρία είχε ένα φόρεμα
Σε τούρκικο μενεξεδί
Κι ο χιτώνας της χρυσοκεντημένος
Ήταν φτιαγμένος από δυο όψεις
Πιασμένες στον ώμο

Με τα μάτια να χορεύουν σαν άγγελοι
Γελούσε γελούσε
Είχε ένα πρόσωπο με τα χρώματα της Γαλλίας
Τα μάτια γαλάζια τα δόντια λευκά
Και τα χείλια πολύ κόκκινα
Είχε ένα πρόσωπο με τα χρώματα της Γαλλίας

Ήταν έξωμη κυκλικά
Και χτενισμένη α λα Ρεκαμιέ
Μ' όμορφα γυμνά χέρια

Δε θ' ακούσουμε ποτέ να χτυπούν μεσάνυχτα

Η κυρία με το τούρκικο μενεξεδί φόρεμα
Και τον χρυσοκεντημένο χιτώνα
Κυκλικά έξωμη
Περπατούσε τις μπούκλες της
Το χρυσό της διάδημα
Κι έσερνε τα χρυσά της αγκραφωτά παπούτσια
Ήταν τόσο όμορφη
Που δε θα τολμούσες να την αγαπήσεις

Αγαπούσα τις σκληρές γυναίκες στις πελώριες συνοικίες
Όπου γεννιόνταν κάθε μέρα κάποιες νέες υπάρξεις
Το σίδερο ήταν το αίμα τους η φλόγα το μυαλό τους
Αγαπούσα αγαπούσα τον επιδέξιο κόσμο των μηχανών
Το λούσο και η ομορφιά δεν είναι παρά ο αφρός τους
Αυτή η γυναίκα ήταν τόσο όμορφη
Που μου έφερνε φόβο


                                ΖΩΝΗ    (αποσπάσματα)

Στο τέλος βαρέθηκες αυτόν τον αρχαίο κόσμο

Τώρα περπατάς μοναχός στο Παρίσι μες στο πλήθος
Κοπάδια λεωφορείων που μουγκρίζουν κοντά σου κυλούν
Η αγωνία του έρωτα σου σφίγγει το λαρύγγι
Σα να 'ταν ποτέ πια να μην αγαπηθείς
Αν ζούσες τον παλιό καιρό θα 'μπαινες σ' ένα μοναστήρι
Ντρέπεστε όταν σας πιάνουν να λέτε μια προσευχή
Αυτοσαρκάζεσαι κι όπως η φωτιά της Κόλασης το γέλιο σου σπιθίζει
Οι σπίθες του γέλιου σου χρυσώνουν της ζωής σου το βάθος
Είναι ένας πίνακας κρεμασμένος σ' ένα σκοτεινό μουσείο
Και κάποιες φορές πηγαίνεις να τον κοιτάξεις από κοντά

Σήμερα βαδίζεις στο Παρίσι οι γυναίκες είναι ματωμένες
Ήταν και δε θα 'θελα να το θυμάμαι ήταν στης ομορφιάς την παρακμή

Τριγυρισμένη από φλόγες ζωηρές η Παναγιά με κοίταξε στη Σαρτρ
Το αίμα της Σάκρε -Κερ με πλημμύρισε στη Μονμάρτη

Αρρωσταίνω ν' ακούω τα ευτυχισμένα λόγια
Η αγάπη που υποφέρω είναι μια αρρώστια της ντροπής
Κι η εικόνα που σε κατέχει σε κάνει να επιζείς στην αϋπνία
                                       και στην αγωνία
Είναι πάντα κοντά σου αυτή η εικόνα που περνά

Ήσουν θλιμμένος μέχρι θανάτου τη μέρα που κοιτάχτηκες

Βρίσκεσαι στο Παρίσι στον ανακριτή
Όπως έναν εγκληματία σε βάζουν σε κράτηση

Έχεις κάνει οδυνηρά και χαρούμενα ταξίδια
Προτού ν' αντιληφθείς το ψέμα και την ηλικία
Υπόφερες απ' την αγάπη στα είκοσι και στα τριάντα χρόνια
Έζησα σαν ένας τρελός κι έχασα το χρόνο μου
Δεν τολμάς πια να κοιτάξεις τα χέρια σου κι όλες τις στιγμές
     που θα 'θελα να κλάψω
Πάνω σου πάνω σ' αυτή που αγαπώ πάνω σε κάθε τι που
       σ' έχει τρομάξει
Κοιτάζεις με μάτια γεμάτα δάκρυα αυτούς τους φτωχούς
      μετανάστες
Μια οικογένεια μεταφέρει ένα κόκκινο παπλωματάκι όπως
     μεταφέρετε την καρδιά σας
Αυτό το παπλωματάκι και τα όνειρά μας είναι το ίδιο
       ανυπόστατα.

(Alcools)

                                    ΒΡΕΧΕΙ

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν νεκρές ακόμα
     και στην ανάμνηση
Είσαστε εσείς ακόμα που βρέχετε θαυμαστές συναντήσεις
      του βίου μου ω σταγονίτσες
Κι αυτά τ' αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα σύμπαν
      από πόλεις αυτήκοες
Άκου αν βρέχει καθώς η μεταμέλεια κι η περιφρόνηση
        θρηνούν μιαν αρχαία μουσική
Άκου πώς πέφτουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά και κάτω


                    ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

                                 Στον G. de Chirico

Έχτισα ένα σπίτι στη μέση του Ωκεανού
Παράθυρά του οι ποταμοί που χύνονται απ' τα μάτια μου
Πολύποδες σαλεύουνε παντού στα τείχη του
Ακούστε πώς χτυπάει η τριπλή καρδιά τους και το ράμφος
    τους κρούει τα τζάμια
                      Υγρό σπίτι
                      Φλογερό σπίτι
                      Γρήγορη εποχή
                      Τραγουδιστή εποχή
          Τα αεροπλάνα γεννούν αυγά
          Προσοχή θα ρίξουνε άγκυρα
Προσοχή στο μελάνι που πετούν
Θα 'ταν καλά να 'ρθείτε απ' τον ουρανό
Το αγιόκλημα τ' ουρανού σκαρφαλώνει
Οι πολύποδες της γης σπαράζουν
Κι ύστερα γίναμε τόσοι και τόσοι νεκροθάφτες
                 του εαυτού μας
Χλομοί πολύποδες των άσπρων κυμάτων ω πολύποδες
                 με τα χλομά ράμφη
Γύρω από το σπίτι υπάρχει αυτός ο ωκεανός που γνωρίζεις
Που δεν ξεκουράζεται ποτέ


                         Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Και τα πρόσωπά τους ήταν χλομά
Και οι λυγμοί τους σπασμένοι

Έτσι όπως το χιόνι με τ' αγνά πέταλα
Ή τα χέρια σου στα φιλιά μου
Πέφταν τα φύλλα του φθινοπώρου

                                                                   Μετάφραση: Σπύρος Τζουβέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου