Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ : πεζά ποιήματα

Κινήσεις πνιγμού, που σημαίνει εντελώς ανίδεη τώρα
που ξέρω, αλλεπάλληλες αναγγελίες ορίζουν παρακαμπτήριο
το ανάστημά μου, επί μέρες βήχω σαν διάολος, ανασαίνω σα
ν' ανοίγω δρόμο με το φτυάρι, σαν η περισσότερη να μην είμαι
μυημένη στο μυστικό μου παραμένω φυγόκεντρη απ' το -

κάποιος λέει κοντά μου κάτι, μάλλον τραβάει ένα μάνταλο με κρότο
συντριπτικό κι αναχωρεί κρατώντας με παραμάσχαλα, όσο κι αν
κάποιος άλλος (πιθανότατα! πιθανότατα! εγώ) επικαλείται λόγους
ανωτέρας βίας, τριπλασιάζει τετραπλασιάζει το βάρος του, αναπτύσσει
χαρά παρά φύσιν, προβλέπει τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, έχει
λησμονήσει το σημειωματάριό του.

Μάταια όλα, πρέπει να ξανακοιτάξω, κοιτάζω το μαύρο σαν φώτα από
μακριά, με άλλα δάχτυλα παίρνω ακροαστικά με άλλα κάνω τον
σταυρό μου, εχθρικά είδος κράμπα συμπεριφέρομαι προς το στομάχι
μου, ό,τι διαστέλλεται (ή κινείται απλώς) με τα λοιπά φαρμάκια το
εμφιαλώνω.

Επιπλέον
στο στρίψιμο της σκάλας σπάω τα μούτρα μου,
αντί να κατευθυνθώ προς την έξοδο
κουλουριάζομαι στον κεντρικό διάδρομο ή
καθώς από τέταρτο σπόνδυλο και πάνω απουσιάζοντας δια παντός,
στο πολύχρωμο μωσαϊκό σκάβω λάκκο.

(Φεβρουάριος, 1978)


Το τραίνο (απόσπασμα)

Εκκεντρική ώστε, μ' ένα ουρλιαχτό που διατρέχει όλες τις τονικές
κλίμακες κι ολισθαίνει στο χάος, ή προσπαθώντας να εννοήσω,
προσπαθώντας να ζήσω, αρπάχτηκα απ' τη σιδερένια λαβή κι άρχισα
τρέχοντας να παρακαλάω:
-Κύριε διοικητά! κύριε διευθυντά! κύριε κλινικάρχα! στρατηγέ μου!
αγάπη μου!
Κι όπως το τραίνο ανέπτυσσε ταχύτητα βιάζοντας τις προσληπτικές
μου ικανότητες με ανελέητους όρους και τα σπίτια αραίωναν κι
άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα τηλεγραφόξυλα, να ενσωματώνεται
στην αντοχή μου το τετελεσμένο, τα μηλίγγια μου κι ό,τι άλλο επάνω
μου είχε χρεωθεί να μεταφυτέψει το ρίγος στην άκρη του κόσμου,
έσπαγε σε αγροτεμάχια.
Σαϊτα πες, που όπου να 'ναι απογειωνόταν.
Κι ούτε σκέψη να ξεσφίξω το χέρι απ' τη λαβή. Εκείνη κρατούσε
εμένα, όχι εγώ αυτήν. Δεν με κρατούσε, με έσερνε σε προθεσμίες
που εξέπνεαν η μια κατόπιν της άλλης, μου ακύρωνε αυτή την
ολοκληρωτική μου υπόθεση, τη ζωή μου. Άσχετο αν εγώ δεξιά
αριστερά πετούσα τα πλοκάμια μου τα γεμάτα μικρές και μεγάλες
βεντούζες, εκείνο το κουδουνάκι των λεπρών χτυπούσα, σε βαθύ
λαγούμι να κρύβονται οι ρομαντικές μου πεποιθήσεις.
Και καθώς έτρεχα, τ' απανωτά πανωφόρια που φορώ εκ γενετής
κόντρα στην παγωνιά .του κόσμου, άρχισαν να φουσκώνουν σαν
καραβόπανα. Κι αφού αντιστέκονταν, το καθένα κατά τη φτιάξη
του και τη χρονιά του, πετούσαν πίσω μου ένα ενα σπάζοντας με
πάταγο τα κουμπιά τους. Και νόμιζε κανείς πως άνθρωποι πολλοί
έτρεχαν να προφτάσουν αυτό το τραίνο.

(Όμορφος Κόσμος, 1984)

Ποτέ δεν μπήκα σπίτι μου δωρεάν

Άναψα το τσιγάρο μου και πέταξα το κουτί με τα σπίρτα στο δρόμο, δεν
ήταν το κουτί με τα σπίρτα ήταν η κατάσταση που μου έφυγε απ' τα
χέρια, συνεργώντας τα μάλλινα καφέ μου γάντια, σε χίλια σκαλιά
φωταγωγημένα οι νευρώσεις μου τρίζοντας. Κι αν είπα γραφικότητα
τέτοια παραζάλη ήταν γιατί, ώσπου να βάλω το κλειδί στην πόρτα,
η γλώσσα της καμπάνας πρήστηκε, ξανάγινε η φάτνη των αλόγων
σταύλος, στο πεζοδρόμιο κατρακύλισε η αιωνιότητα που μου ανήκε,
τα συγκλίνοντα περιστατικά -και τα φάρμακα- παρατάσεις.

Ως πότε κωδωνωστάσιο η με τέτοια μελαγχολία ευθυτενής και
πώς άρα εξαιρετέα η φύρα μου. Λέω ν' αρκεστώ στο δάνειο, στο
λίγο πράμα, θελήματα και βοηθητική, όπου κλειστό παράθυρο να
βρίσκομαι σπίτι μου. Να μην είμαι πάρεξ ένα δαδί που καπνίζει,
φέρνει δάκρυα στα μάτια. Ανίδεη τι θα γίνει τη νύχτα αν δέσω τις
όχθες μου όπως σταυρώνω τα χέρια.

Σ' αυτό το δούναι αν δεν είσαι πλάστιγγα δε μετράς.
Σ' αυτή τη γη αν είσαι δέντρο παλεύεις με την άσφαλτο.
Σ' αυτόν τον αιώνα είσαι δεν είσαι γελωτοποιός πνίγεσαι στα δάκρυα.

(Λέηζερ -Στεφανιαία, 1989)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου