Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ : ΟΧΙ ΕΓΩ

ΟΧΙ ΕΓΩ

                                                            Όταν το μυαλό σταματάει
                                                            το μυαλό σταματάει
                                                            εμπρός είναι ώρα
                                                            το νύχι της ώρας

απλώς σάρκα
όχι δικό μου
όχι το δάσος
όχι εγώ

όχι ο κήπος
οι φράουλες όχι

όταν εγώ φεύγω
το παιδί φεύγει
μέλισσες φεύγουν
πηγαίνουν στον ήλιο

γυρίζουν
βγάζουν τη γύρη απ' το στόμα τους
ταϊζουν τη βασίλισσα

το κουτί εκεί

Το κορμί πηγαίνει
εγώ πηγαίνω
κρατώ τα δάχτυλά μου
δεν τ' αφήνω

λοιπόν;

πήγαινα
έβγαζα απ' το στόμα μου
φωνές έβγαζα

Όταν το ζώο πηγαίνει
σκύβει
στο νερό σκύβει
πίνει
το μάγουλό του τρέμει
αλλού κοιτάζει
ξαφνικά κοιτάζει
σηκώνει τα μάτια
και είναι τότε κοντά ο λαιμός
δε φεύγει

Το δάσος μυρίζει
έχει σκούρο σκοτάδι
αλλού βγαίνει φως
κίτρινες πεταλούδες
φτάνουν στο χώμα


Περνάει καιρός
περνάει στο χέρι μου
η ώρα καμιά δεν περνάει
θα μπορούσα
να ζήσω για πάντα.

εγώ είμαι
σαν έπειτα
σαν άλλοτε είμαι
αλλιώς εδώ σαν ίδια
είμαι
σαν κάτι που δε γίνεται να γίνει
σαν να το πήρες στο χέρι σου
σαν να το σήκωσες
ωχρό

και τώρα;

Δεν έχει
σάρκα γύρω
απ' το κουκούτσι
στο βάθος
τίποτα
δεν όλο
ούτε μοιάζει
ομορφιά
ή
λύπη


Τι έμεινε
εκείνα τα χρόνια
ποιος
αστείος σαν σύννεφο
άσπρο;
γαλάζιο;
γλιστράει
φεγγάρι

Μόλις τώρα
μπαίνει στη θάλασσα
αισθανόμουν
τα δόντια
τον κορμό
την ημέρα
τεντωμένη σαν δάχτυλο

υπήρχε θάλασσα
εκεί καθόμουν
στην κοιλιά
κολυμπούσα
μαλλιά στο βυθό
άκουγα
τον παφλασμό της πέτρας
κοντυλένια πλάσματα
έβλεπα
εξαίσια
με τις κεραίες

λοιπόν;

Η μητέρα μου κοίταζε
κεντούσε
είχε τον νου της
σε άστοργα λουλούδια

ψέματα
έλεγε
αργά κουνιόταν
καθισμένη
περίμενε
την ήσυχη ώρα
και τώρα;

λυπημένη
ξαπλώνει εκεί

στο κουτί
ξαπλώνει

ήσυχα δοκιμάζει
τη χάντρα
της σκόνης
στο λαιμό
γλυκά
βεντάλια
ανοίγει
στον ήλιο


Όταν γίνομαι
όταν η ώρα γίνεται
μέλισσες φεύγουν
πηγαίνουν στον ήλιο
όχι η σάρκα
όχι εγώ
η μητέρα μου όχι

αυτό το μαύρο
που λάμπει τώρα
με δυνατή βροχή
με χέρια

λίγο
πολύ λιγότερο
την καρδιά μου τρώει
σκορπίζει
κίτρινη σκόνη
γύρω

σ' ένα λεπτό
μικρό λεπτό
μέσα στο δάσος
το δάσος
το στήθος του δάσους

μίλα
πες τώρα
τώρα, ναι τώρα
το κλάμα
το όρθιο κλάμα

η αφοσίωση
στην αμαρτία
η κόρη
ναι


Κρύο φως της αυγής
βλέπω
μαλλιά να γίνονται φύκια

Δύσκολα θυμάσαι
ότι το τώρα
δεν θα ξανάρθει.
όλο τον καιρό
και τον επόμενο
σαν πέτρα
σαν χιόνι σαν ήλιος στην πέτρα

Τι έχω έρθει να κάνω λοιπόν;
τι στο καλό ήρθα να κάνω;


απλώς σάρκα
όχι το αίμα
όχι το χνώτο
η μητέρα μου όχι


                                                           
Το σκοτάδι σ' αφήνει
μόλις νυχτώνει
δεν σ' αφήνει
το σκοτάδι
κολυμπάει
γύρω του κολυμπάει όλο
γίνεται

φοράει δαχτυλίδι
με χέρια
με δυνατή βροχή
ρίχνει
το καθαρό του χρώμα
στο φλιτζάνι
φωτίζει
ξένο

το πέρασμα είναι
του ξένου χρόνου
σαν νύφη
σαν δόντι
στα κεραμίδια
ούτε άλλο
ούτε δικό σου
έχει


Στο τέλος ξαναφαίνονται τ' άστρα
και η σιωπή είναι μεγάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου