Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

                             ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

                                            ΧΧV

Ανάμεσα στα χέρια η απόσταση μεγάλωσε. Οι αγαπημένοι
δε σφίγγουν πια τα χέρια, μήπως και προδώσουν τη μοναχική τους
παγωνιά, μήπως
μες στις σφιγμένες τους παλάμες ακουστεί η κραυγή της απουσίας.
Μένουν έτσι
σαν κάτω από βαθιές στοές κοιτάζοντας τον αντίπερα χρόνο
ή τ' απομακρυσμένα, αόρατα τραπέζια
που αλλάξανε το σχήμα και τη θέση τους με συμπαγή σιωπή.
Μονάχα
πάνω στο κομοδίνο το μικρό ξυπνητήρι
σαν παιδικό, πρόωρα σοφό, μεγαλωμένο μάτι
δείχνει ένα χρόνο κοντινό, απλησίαστο, παρωχημένον κιόλας.

Και λίγο λίγο ο θάνατος μαραίνεται
σαν άχρηστη, αχρησιμοποίητη συγγνώμη.

                                               

                                                 ΧΑΡΤΙΝΑ

                                                Σειρά τρίτη
                                                      Ι

Μια γυναίκα μόνη
ρημαγμένη
σε μια καρέκλα.
Πλάι της
το μέγα φέρετρο.
Έξω
οι πυρκαγιές οι πυροβολισμοί.
Ο κόσμος ο κόσμος.


                         Παραδοχή 

Άγνοια θετική, αναπαυτική, παραδεγμένη.
Μουσεία, βιβλιοθήκες, διαστημόπλοια, αστεροσκοπεία.
Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνος (ώρες τον
   θαυμάσαμε).
Το εδώ, το εκεί, το ανυπέρβλητο. Τι να μάθεις,
    παιδί μου;
Κόβω τα νύχια των ποδιών μου. Έτσι σκυμμένος
σα να ζητάω να προσκυνήσω κάτι. Τι λαμπρά
   προσωπεία
εκάλυψαν απελπισμένα πρόσωπα, εκάλυψαν
συνωμοσίες του χρόνου, του θανάτου. Κι αυτός
   ο περήφανος
στην κορυφή του βουνού, διάτρητος από άστρα,
επιχειρεί το τελευταίο του χαμόγελο
ευδιάθετος δήθεν, αιώνιος δήθεν. Μην ξεχάσεις -
  είπε -
να πάρεις μαζί σου την ομπρέλα σου. Μπορεί να
   βρέξει.


                          Στιγμές

το λυπημένο μυωπικό παιδί κάθεται μπρος στην
  πόρτα
κοιτάζοντας από μακριά τ' άλλα παιδιά που παίζουν.
   Τα γυαλιά του
είναι δυο στρογγυλά μικρά παράθυρα
ανοιχτά προς τη θάλασσα. Ένα λευκό ιστιοφόρο
περνάει αδιόρατο μες στην ομίχλη. Κοίτα, στην
   προκυμαία,
ο μικρός κλόουν μ' ένα μπαλάκι πλαστελίνη στη
    μύτη του
και δυο ζωγραφισμένα δάκρυα στα μάγουλά του.
   τον βλέπεις;
Μα γιατί κλαις; Εγώ σου το 'πα για να γελάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου