Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Arthur Rimbaud (5)

                                             ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Αυτάε εδώ τα γραφτά είναι ενός νέου, ολότελα νέου ανθρώπου, που η ζωή του ξετυλίχτηκε όπου να 'ναι. Χωρίς μητέρα, χωρίς πατρίδα, αδιάφορος για όλες τις γνώσεις, αποφεύγοντας κάθε ηθική δύναμη, όπως πολλοί άλλοι αξιολύπητοι νέοι άνθρωποι. Αλλά, αυτός, ήταν τόσο στεναχωρημένος και τόσο ταραγμένος, που δεν έκανε άλλο παρά να οδηγηθεί στο θάνατο σα σε μιαν αγνότητα τρομερή και μοιραία. Μην έχοντας αγαπήσει γυναίκες, -αν και έβραζε το αίμα του! -είχε θρέψει την ψυχή του και την καρδιά του, όλη του τη δύναμη, με πλάνες παράξενες και θλιβερές. Τα όνειρα που ακολουθούν, -οι έρωτές του! -του ήρθαν στα κρεβάτια του ή στους δρόμους, κι από τη συνέχειά τους και το τέλος τους, βγαίνουν ίσως γλυκές θρησκευτικές θεωρίες. Ας θυμηθούμε τον αδιάκοπο ύπνο των μυθικών Μωαμεθανών, -γενναίων ωστόσο και που 'χουν κάνει περιτομή. Αλλά επειδή αυτός ο παράδοξος πόνος κατέχει μιαν ανησυχαστική εξουσία, πρέπει ειλικρινά να επιθυμούμε αυτή η παραστρατημένη ψυχή ανάμεσα σε μας όλους και που θέλει το θάνατο, αυτό φαίνεται, να συναντήσει αυτήν εδώ τη στιγμή σοβαρές παρηγοριές και να 'ναι αντάξια.

(Οι ερημιές του έρωτα)


                                                          ΖΩΕΣ ΙΙ

Είμαι ένας εφευρέτης τελείως διαφορετικής αξίας απ' όλους αυτούς που προηγήθηκαν. Ακόμα ένας μουσικός που βρήκα κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. Τώρα, άρχοντας μιας τραχιάς εξοχής με φειδωλό ουρανό, προσπαθώ να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιανιάς της παιδικής ηλικίας, με τη μαθητεία ή το τρέξιμο με τα ξυλοπάπουτσα, με τις φιλονικίες, με πέντε ή έξι χηρείες και μερικούς γάμους που το γερό μου κεφάλι με εμπόδισε να ανεβάσω στο επίπεδο των συντρόφων μου. Δε νοσταλγώ το παλιό μου μερίδιο στη θεϊκή ευθυμία: το λιτό ύφος αυτής της τραχιάς εξοχής τρέφει πολύ δραστικά τον τρομερό μου σκεπτικισμό. Μα όπως αυτός ο σκεπτικισμός δε μπορεί πια να εφαρμοστεί, και άλλωστε είμαι δοσμένος σε μια καινούργια ταραχή, -περιμένω να γίνω ένας πολύ κακός τρελός.


                                                    ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
                                                                ΙΙΙ

Στο δάσος είναι ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Είναι ένα ρολόι που δε χτυπά.
Είναι μια χαράδρα με μια φωλιά από λευκά ζώα.
Είναι μια μητρόπολη που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.
Είναι ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλες.
Είναι ένας θίασος μικρών ηθοποιών με κοστούμια, που φαίνονται στο δρόμο ανάμεσα απ' το δάσος.
Είναι τέλος, όταν πεινάς και διψάς, κάποιος που σε διώχνει.

                                                                    IV

Είμαι ο άγιος, που προσεύχεται στο ύψωμα, όπως τα ειρηνικά ζώα βόσκουν μέχρι τη θάλασσα της Παλαιστίνης.
Είμαι ο σοφός στη σκοτεινή πολυθρόνα. Τα κλαδιά και η βροχή πέφτουν στο παράθυρο της βιβλιοθήκης.
Είμαι ο διαβάτης του μεγάλου δρόμου μεσ' απ' τα μικροσκοπικά δάση. Ο θόρυβος των φραγμάτων του νερού σκεπάζει τα βήματά μου. Βλέπω για πολλή ώρα το μελαγχολικό πλύσιμο του χρυσού της δύσης.
Θα μπορούσα να 'μαι το παρατημένο παιδί πάνω στην προβλήτα που βγαίνει προς το πέλαγος, ο μικρός υπηρέτης που ακολουθεί τη δεντροστοιχία που το μέτωπό της αγγίζει τον ουρανό.
Τα μονοπάτια είναι τραχιά. Τα βουναλάκια σκεπάζονται από σπάρτα. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά. Δε μπορεί παρά να 'ναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας.

(Φωτισμοί)



                                                                    ΑΝΤΙΟ

Από τώρα φθινόπωρο. Αλλά γιατί να νοσταλγούμε έναν αιώνιο ήλιο, αν είμαστε στρατευμένοι στην αποκάλυψη της θεϊκής φωτεινότητας, -μακριά από τους ανθρώπους που πεθαίνουν στην ώρα τους.
   Το φθινόπωρο. Η βάρκα μας υψωμένη μέσα στις ακίνητες ομίχλες γυρίζει στο λιμάνι της αθλιότητας, η πελώρια πολιτεία με το λεκιασμένο από φωτιά και λάσπη ουρανό. Α, τα σάπια κουρέλια, το ψωμί μουσκεμένο από βροχή, το μεθύσι, οι χίλιες αγάπες που με σταύρωσαν. Δε θα τελειώσει λοιπόν ποτέ αυτός ο βρυκόλακας που βασιλεύει σε εκατομμύρια ψυχές και νεκρά κορμιά που θα κριθούν! Ξαναβλέπω τον εαυτό μου με δέρμα φαγωμένο από τη λάσπη και την πανούκλα, με τα μαλλιά γεμάτα σκουλήκια και ακόμα πιο μεγάλα σκουλήκια στην καρδιά, ξαπλωμένος ανάμεσα σε αγνώστους χωρίς ηλικία, χωρίς αίσθημα... θα μπορούσα να πεθάνω εκεί.... Η φριχτή ανάμνηση! Απεχθάνομαι την αθλιότητα.
   Και φοβάμαι τον χειμώνα γιατί είναι η εποχή των ανέσεων!

Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό αμμουδιές χωρίς τέλος σκεπασμένες από άσπρα χαρούμενα έθνη. Ένα μεγάλο χρυσό ιστιοφόρο, από πάνω μου, κινεί τις πολύχρωμες ναυτικές σημαίες του κάτω από τις αύρες του πρωινού. Δημιούργησα όλες τις γιορτές, όλους τους θριάμβους, όλα τα δράματα. Δοκίμασα να εφεύρω καινούργια λουλούδια, καινούργια άστρα, καινούργιες σάρκες, καινούργιες γλώσσες. Νόμισα ότι κατέχω υπερφυσικές δυνάμεις. Ε, καλά! πρέπει να θάψω τη φαντασία μου και τις αναμνήσεις μου. Μου πήρανε μια ωραία δόξα καλλιτέχνη και παραμυθά.
   Εγώ! Εγώ που ονομάστηκα μάγος ή άγγελος, απαλλαγμένος από κάθε ηθική, ξαναγύρισα στη γη, ψάχνοντας για ένα καθήκον και ν' αγκαλιάζω την τραχιά πραγματικότητα. Χωριάτη!
   Γελάστηκα; η ευσπλαχνία θα 'ταν αδελφή του θανάτου για μένα;
Επιτέλους θα ζητήσω συγγνώμη γιατί έχω τραφεί με ψέμα. Και εμπρός.
Αλλά ούτε ένα φιλικό χέρι! και από πού ν' αντλήσω βοήθεια;
.....................................................................................................................................

τι μιλούσα για φιλικό χέρι; Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ να γελάσω με τις παλιές ψεύτικες αγάπες και να ντροπιάσω αυτά τα ψεύτικα ζευγάρια, -είδα την κόλαση των γυναικών εκεί κάτω. Κι ας μου επιτρέψουν να κατέχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή κι ένα σώμα.

(Μια εποχή στην κόλαση)

Μετάφραση: Εύα Μυλωνά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου