Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (8)


B' ΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ

Δευτέρα

Εγώ να φεύγω, είναι αργά.
Έγινα τελικά ένα μονοδιάστατο συναίσθημα.
Εσύ βυθίστηκες. Απλώνουν κύκλοι.
Κύκλοι φιλικοί, κύκλοι γύρω στα μάτια μου
Το παιχνίδι του ρολογιού,
Το χείλος του πηγαδιού,
Οι εποχές, το φοβισμένο ποντίκι τυλιγμένο
Στην ουρά του.
Τέλος πάντων, ένα σοφό σχήμα
Μια αναπόδραστη θέση. Τέλος πάντων, εγώ
Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

Α, καλά. Να κι η νύχτα με τα σκυλιά της
Με διασχίζει. Στην παράνομη περιοχή μου.
Η ερημιά δε, ανοίγεται ευφάνταστα
Σαν τη -χα- σαν την ουρά του παγωνιού.
Συνωστίζονται κιόλας
Τα πλάσματα από παγωνιά
Κρυστάλλινα, λαμπερά, πεντακάθαρα.
Θα μ' αγγίξουν να σπάσουν
Θα μιλήσω να σπάσουν.

Ακροβατώντας πάνω στις δύσκολες έννοιες
Των δέντρων και της μνήμης:
Τα δέντρα έχουν μια κίτρινη εξουθένωση.

Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

(Σχεδόν χωρίς προοπτική δυστυχήματος)


Ξανάρθε με κεφάλι λύκου

Ξανάρθε με κεφάλι λύκου
Ίδρωνε θειάφι, τον ήξερα καιρό.
Καληνύχτα, είπα. Το δέρμα μου
Είναι επώδυνο.
Με δυσκολεύει μια παλιά
Χειρονομία εγκαρτέρησης.
Πολύ είχα λυπήσει
Εκείνο με τα ραγίσματα κι έπρεπε να 'ρθεις.
Ένα σταχτί φίδι παλλόταν πάντα απ' την οροφή-
Το ξέρω, είπε.
Δεν έχει άλλο τίποτα να δεις
Απ' αυτή τη μεριά.
Όμως, κι η έχθρα για το πιο τίποτα
Δεν είναι πια επίκαιρη. Με χάιδεψε ήμερα.
Είδα ένα όνειρο με συχνούς
Αποκεφαλισμούς. Και μια χοάνη
Μεγάφωνα πουλιά αδειάζοντας
Στο χάος, να τρελαίνονται.
Ζήσε μια αναστολή ακόμα, είπε.

(Τα μωρά των αγγέλων άσπρα και τυφλά)


Ασφάλεια

Ευτυχώς, το σπίτι είναι πάντα εδώ.
Χτισμένο πάνω μου.
Ελίσσομαι με λαγνεία στα δωμάτια
Νηστικό, περιμένοντας.
Θα έρθουν επισκέψεις. Ή η καταστροφή
Ή το φθινόπωρο.


Κλειστό κύκλωμα

Τώρα τελευταία, συχνά, στον τοίχο
Τρέχει μια προβολή. Κόκκινη κι άγρια
Σπαστικά. Με διαλείψεις.
Φοβάμαι. Πρόκειται για το μέλλον μου
Που συντονίζεται σ' άλλη συχνότητα.
Φοβάμαι. Δε θα 'πρεπε να βλέπω, όμως
Ακόμα συμμετέχω. Φαίνεται, από λάθος,
Μ' έχουνε μόνο κατά διαστήματα
Αποσυνδέσει.

(Τα υστερόγραφα)


2
Νάνι νάνι, μη φοβάσαι μωρό μου. Είναι γενική δοκιμή. Αποστηθίζει
τα λόγια του. Κάνει θόρυβο. Κάνει πως κάτι κάνει. Νανουρίζεται.
Νάνι νάνι. (Θα πεθάνει. Τη νύχτα στον ύπνο του. Το πρωί
πάλι βήχοντας, θ' ανοίξει τα μάτια. Σε άλλη ζωή. Σε άλλη,
παράλληλη ζωή.)

Είναι κάτι
Που μόλις κοιμηθώ, ξυπνά.
Σηκώνεται, πάει στο μπάνιο, πέφτει απ' το παράθυρο,
Πληγώνεται στην άσφαλτο, ξανασηκώνεται,
Βιάζεται να προλάβει, παίρνει τον υπόγειο.
Χρόνια, τυφλά, παλινδρομεί
Σε μάταιη διαδρομή
Υπονομεύοντας ανεπανόρθωτα την πόλη.
Πάει άτα. Πάει στο σχολείο. Πάει στο γραφείο.
Πάει στο γιατρό. Πάει στο δικηγόρο.
Πάει στο διάβολο.
Γυρνάει.
Είναι κάτι που μόλις κοιμηθεί,
Ξυπνώ.

(Καρτ ποστάλ)


Max Ernst, Day and Night

Τότε μεγάλωσα ξανά και είπα:
Σα να 'ζησα κιόλας πολύ.
Σ' αναίτιες ζωές, σ' αλλόκοτες αιρέσεις.

Καιγόμουνα παντού. Καπνίζω ακόμα.
Με το πρόσωπο ωχρό απ' αυτά
Που δεν μπορώ να δω
Και με κοιτάνε.

Είχα μια πόρτα πρώτα.
Μετά, ένα παράθυρο.
Τώρα, καταπακτή.

Και το πηγάδι είμαι
Κι αυτό που σκύβει μέσα
Και τ' αντλούμενο

Κι αυτό που έρχεται
Να σπρώξει-
(...)

(Ο ένοικος)


η ιστορία (το μεσοδιάστημα) 3:

Οξυκόρυφα δέντρα κατά μήκος, μίκραιναν και μεγάλωναν,
παλινδρομώντας σαν έμβολα, κι αθόρυβα. Οι θόρυβοι, συ-
μπυκνωμένοι σε μια μάζα μαλλιαρή, παραμόνευαν στους
υπόνομους.
(Φυσικά η εικόνα ήταν ελλιπής, επειδή τίποτε δεν είχε
ξαναγραφτεί γι' αυτήν).
Άνοιξα το παράθυρο. Έπεσε μέσα φουρφουρίζοντας ένα
μεγάλο κομμάτι ξένου αέρα. Οι κουρτίνες απομακρύνθηκαν
ενοχλημένες, με τοπικές αναφλέξεις και συριστικά. Οι
θόρυβοι ελευθερώθηκαν. Το άνοιγμα γέμισε αμέσως
τριχοειδή, πλοκάμια ήχων και ριζόποδα. Έσκυψα αιφνιδιαστικά,
αλλά το τζάμι είχε την ετοιμότητα να συγκρατήσει το είδωλό μου
απ' το πλάι. Να τρέμει, μέχρι τα γόνατα κομμένο, στη βαθύτερη
επιθυμία του τζαμιού.
Κοιτάζοντας, άρχισε πάλι έξω η κυκλοφορία. Όλο αγωνία,
επειδή κανένας δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Αρχίσανε
επίσης οι χρόνιες μετακομίσεις στα υπόγεια. Βαριές ψυχές
να σέρνονται, να χάνουν τα κομμάτια τους, ακόμα και συρτάρια
ολόκληρα με μυστικά ανώφελα.

(Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο)


Κορίτσι χωρίς μάτια, όλο μια σκιά.
Το φόρεμα θα 'ταν μεταξωτό.
Σκούρο, βαρύ μεταξωτό.
Όλο σσσς και ψιθυρισμούς.
Αμέτρητα κουμπάκια σιντεφένια
Απ' το λαιμό ως τον ποδόγυρο
(Τι κουμπωμένα μυστικά, τι σφίξιμο.
Άλλα κουμπάκια στα μποτίνια - δε διακρίνονται).

Ο κήπος θέλει να αναληφτεί.
Η φούστα θέλει ν' ανεμίσει, το κορίτσι αδρανεί
Στο αναπόδραστο.

Έντεκα έμβρυα πίσω απ' την φούστα την πολύπτυχη
Θα ζήσουν τα εννιά (δε διακρίνονται).
Θα παντρευτεί τον δολοφόνο της (δεν τον γνωρίζει).
Θα γίνει η άλλη μου γιαγιά (δε με γνωρίζει).

Μια σφαίρα στο λαιμό
Μια στην κοιλιά
Θα έχει ήδη ξεκινήσει απ' το μέλλον η τροχιά τους.
(Δε διακρίνεται).


Από τη συλλογή Το μάυρο άλμπουμ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου