Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: (7)

                                        Η δίκη του αιώνος

Σας παρακαλώ αφήστε με να περάσω, είμαι ο μοναδικός
                     μάρτυς σ' αυτή τη δίκη,
πρόκειται για το εγκλημα του αιώνος. Βέβαια, όλα αυτά
      είναι υπερβολές της φαντασίας μου -
πώς αλλιώς να δικαιώσω την ύπαρξή  μου σ' έναν ακατανόητο
                                                                             κόσμο.
Συνήθως τις περισσότερες ώρες μου τις περνώ στο ζωολογικό κήπο
και σκέφτομαι πράγματα τόσο θλιβερά, που τα ζώα γρυλλίζουν
                                                         φοβισμένα -
τέλος, βγάζω το περίστροφό μου, το ακουμπώ στο μέτωπό
                                   μου και πυροβολώ
αλλά μ' έχουν ξεχάσει κι οι σφαίρες μου φεύγουν προς
                                τον ουρανό -

όπως θα φύγω κάποτε κι εγώ λυπημένος, χωρίς να μάθω
                  ποτέ ποιος είμαι.

(από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα)
                          

                                     Γέγραπται...

Περπατούσαμε φλυαρώντας μες στη μεγάλη φωτισμένη
   νύχτα,
όταν θέλοντας, για μια στιγμή, να φτιάξεις τα μαλλιά σου
σταμάτησες και κοιτάχτηκες σε μια βιτρίνα.
Ήταν ένα γραφείο κηδειών. Γελάσαμε.

Κι όμως, μένει για πάντα πια από τότε πάνω στα μαλλιά σου
αυτή η ωχρή, αμείλιχτη ανταύγεια απ' τα παλιά,
     πολυκαιρισμένα φέρετρα.


                                         Ποίημα

Θυμάμαι όταν βγήκα απ' τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφάλι
μου στρογγυλό και άδειο σαν την υδρόγειο. "Όχι, δεν πεινάω"
έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι
τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια φούχτα κόλλυβα,
απόνα πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που βέβαια,
τα 'τρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. Έτσι χόρτασα τη ζωή μου:
με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες από παλιές
καταστροφές κι οράματα από αυριανές επαναστάσεις. Και
συχνά, για να εκδικηθώ τους άλλους, που 'χαν τη βλακεία να
πιστεύουνε σε μένα, έκανα διάφορες ποταπότητες και προστυχιές:
δεν επέστρεφα τα χρέη μου, έκλαιγα μπροστά τους ή μιλούσα
ατέλειωτα στις κομματικές συγκεντρώσεις. Γιατί αλήθεια,
ξέχασα να πω, ότι από καιρό τώρα ήμουνα δοσμένος
σε μια μεγάλη υπόθεση -τόσο μεγάλη, θε μου, που
να 'χει τόπο ακόμα και για τους πιο ηλίθιους. Δε μπορώ
όμως να μην ομολογήσω, πως οι άνθρωποι μου πρόσφεραν
πολλά: απιστίες οι γυναίκες, συμβουλές οι τρελοί, απίθανα
όνειρα οι σύντροφοι, κάπως βέβαια όλα αυτά φθαρμένα απ' τη
χρήση και το χρόνο. Μα η απληστία μου, σαν ένα πελώριο
κύμα, τα 'λουζε όλα, και τα ξανάβρισκα σαν μόλις κομμένα
από τον κόρφο του Θεού. Κι οι μέρες μου, θριαμβευτικές,
στήριζαν τον υπέροχο, στέρεο αγκώνα τους πάνω στο νερό
της ματαιότητας. Τέλος, για να μην τα πολυλογώ, αφού έζησα
όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο
έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Τότε λοιπόν, γιατί απαγορεύεται σ' έναν επαναστάτη, ν'
αυτοκτονήσει.


                                   Επιτύμβιο

Εδώ σ' αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πουν κι η ματαιοδοξία ν' αρέσει
τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πιο δικό του
ώστε, σχεδόν, δεν κείται εδώ κανείς.

                              
                             Γένεσις (έκδοση γ')

Στην αρχή ήταν το χάος.
Μετά γεννήθηκα εγώ μονάχος, σ' έναν κόσμο ραγισμένο
μ' έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα
ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.
Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο
φιληθήκαμε
κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλο.


                             Ήδη όζει...

Αφήστε με, παρακαλώ, μια στιγμή να περάσω. Θα 'μαι
    σύντομος
όπως όλοι οι αληθινά μεγάλοι. Δε με ξέρετε;
Είμαι, λοιπόν, εγώ που φώναξα πριν τόσες χιλιάδες χρόνια
εκείνο το ασύγκριτο, μάταιο "νενικήκαμε".
Εγώ που πρόδωσα τους Έλληνες σ' όλες τις μάχες, και
     τους Πέρσες
σ' όλη την αιωνιότητα. Ακριβώς, το μαντέψατε: είμαι ο
    Λάζαρος.
Εγώ που μου φωνάξανε μια νύχτα, τέσσερις μέρες νεκρός:
Λάζαρε, βγες έξω. Κι ενώ ήξερα πως κανείς δε μπορούσε
    να μ' αναστήσει,
συμπόνεσα τόσο την ανθρώπινη ευπιστία
που σηκώθηκα.


                           Συναντήσεις

Συνάντησα τον Χριστόφορο Κολόμβο ένα βράδυ που γύριζα
μεθυσμένος στους δρόμους της γριας Ευρώπης.
-Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; ρώτησα. Μα εκείνος,
δίχως ν' απαντήσει, δρασκέλισε το κατώφλι του μπαρ και
τράβηξε για τον Ωκεανό.
Ύστερα, τις βρώμικες νικημένες νύχτες του 1950, καθώς
έπινα φτηνό κονιάκ, μπήκε κουρασμένος ένας παλιός
σύντροφος, ρακένδυτος και συφοριασμένος.
-Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; ξαναφώναξα. Μα
εκείνος πάλι δεν απάντησε. Άδειασε μονορούφι το ποτήρι
του και χάθηκε μες στο σκοτάδι.

Η ίδια σκηνή, μετά από χρόνια και χρόνια, μ' άλλα πρόσωπα,
σ' ένα άλλο μπαρ. Μονάχα το όνομα ήταν το ίδιο. Και η
    απελπισία η ίδια.

Κι ο Ωκεανός πέρα -ο ίδιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου