Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : Αποχή


Τελικά ήταν όλα τόσο απλά
Έτσι αφουγκράστηκα τον κόσμο
Έπλεξα το όνειρο με ιστούς από νυχτερινά φτερά
Και δοκίμασα μια γεύση στάχτη.
Τώρα ήρθε η στιγμή της γαλήνης.

Καλημέρα λέω κάθε πρωί
Άνοιξα σαν εκατόφυλλο ρόδο
Έμαθα να γελάω με τ’ ανέκδοτα
Να χαϊδεύω τους καλούς ίσκιους
-μια μικρή, υπάκουη σειρήνα.
(Μόνο η πλάτη μου μ’ ενοχλούσε πού και πού.
Έσκυβε τα βράδια παράξενα κυρτωμένη).

Δεν κατάλαβα πώς έφτασαν όλα ως εκεί
Δεν άκουγα το παραμιλητό μου
Δεν άκουγα λέξη απ’ τον εαυτό μου
Φωνές ξεσκέπαστες βυθίζονταν μέσα μου
Και με τρυπούσαν
Έκοβαν στα δυο τη δύναμή μου
Γελούσα πάνω στο πιο παράξενο δάκρυ
Ένα βουητό με κατάτρεχε αμείλικτο
Αδιάπτωτο
Πάντα κουρασμένο

Ήταν ανάγκη κι αυτό
Ανάγκη να καλημερίζω τις θολές, ανήλεες φωνές
-η σιωπή καραδοκούσε.

Βρέθηκα να σκορπάω εδώ κι εκεί τα πέταλά μου
Παραπάτησα στο χαμόγελο
Άδειασα από λόγια
Στέρεψα
Όλα είχαν ειπωθεί
Τι έμενε τώρα για μένα;
Τα βιβλία έχασκαν μπρος μου με σελίδες κατάλευκες
Οι άνθρωποι με τα πόδια σταυρωμένα
Τα μάτια ακίνητα
Παραιτημένα.

Σαν αναλαμπή πέρασε απ’ το μυαλό μου
-πριν φωνάξω-
Πώς θ’ ακουστεί ο ήχος της κραυγής μου.

Παρέμεινα το σκονισμένο βουβό πρόσωπο


(Γράμματα σε μαυροπίνακα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου